Στην ηλικία των εξήντα ετών ο Ζοζέ Σαραμάγκου ήταν ένας σχετικά άγνωστος συγγραφέας με τρία μυθιστορήματα και μία ποιητική συλλογή στο ενεργητικό του. Είκοσι χρόνια αργότερα, σε ηλικία ογδόντα ετών πλέον, ο Σαραμάγκου ήταν κάτοχος του βραβείου Νόμπελ και θεωρούνταν από πολλούς κριτικούς και συγγραφείς ως ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή πεζογράφους. Όλα αυτά έλαβαν χώρα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ο Σαραμάγκου εξέδιδε το ένα (μείζον ή ελάσσον) αριστούργημα μετά από το άλλο με μια αξιοθαύμαστη παραγωγικότητα και ποιότητα, λες και είχε συνάψει κάποια φαουστική συμφωνία με τον διάβολο. Το αποτέλεσμα αυτής της εικοσαετίας ήταν έντεκα βιβλία – δέκα μυθιστορήματα και μια συλλογή διηγημάτων – που εκτόξευσαν τον ηλικιωμένο Πορτογάλο στο παγκόσμιο λογοτεχνικό προσκήνιο εισάγοντάς τον στο πάνθεον του σύγχρονου ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Όλα ξεκίνησαν με τα πρώτα δύο αυτής της οργιώδους περιόδου: το Χρονικό του Μοναστηριού (1982) και τη Χρονιά Θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (1984). Το δεύτερο κυκλοφορεί σε νέα έκδοση και μετάφραση και αξίζει να πούμε μερικά λόγια.

Το πλέον μεταμυθοπλαστικό από τα έργα του Σαραμάγκου, το μυθιστόρημα έχει ως πρωταγωνιστή έναν από τους περίφημους ετερώνυμους χαρακτήρες που είχε επινοήσει ο μεγάλος Πορτογάλος ποιητής/κριτικός/στοχαστής Φερνάντο Πεσσόα και ο οποίος στο μυθιστόρημα από μυθοπλαστικό alter ego του Πεσσόα εμφανίζεται ως ένας αληθινός άνθρωπος που στα τέλη του 1935 επιστρέφει στη Λισαβόνα μετά από δεκαέξι χρόνια παραμονής στο Ρίο ντε Τζανέιρο λόγω της είδησης του θανάτου του δημιουργού του! Έτσι ο Σαραμάγκου μας καλωσορίζει σε ένα αφ’ ενός φανταστικό, σουρεαλιστικό σύμπαν που όμως είναι ταυτόχρονα απολύτως ρεαλιστικό, έντονα ριζωμένο στην ιστορική συγκυρία: είναι η περίοδος της πτώσης των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Ήδη από το 1933 η Πορτογαλία κυβερνάται από το δικτατορικό καθεστώς υπό τον καθηγητή Σαλαζάρ, ναζιστικό και φασιστικό κόμμα: κυριαρχούν σε Γερμανία και Ιταλία αντίστοιχα έχοντας ξεδιπλώσει τα επεκτατικά τους σχέδια, ενώ στη γειτονική Ισπανία πρόκειται να ξεσπάσει ο αιματηρός εμφύλιος με τη γνωστή κατάληξη.

Σε αυτή την περίοδο λοιπόν ο Ρικάρντο Ρέις κάνει περιπάτους σε μια διαρκώς βροχερή Λισαβόνα και στοχάζεται την ανθρώπινη φύση, την τέχνη και τη μεταφυσική, παρατηρώντας το περιβάλλον του με περιέργεια και διστακτικότητα. Ερωτεύεται τη νεαρή Μαρσέντα, την κόρη ενός συμβολαιογράφου που επισκέπτεται τη Λισαβόνα κάθε μήνα για θεραπείες που σχετίζονται με το μυστηριωδώς παράλυτο χέρι της, μοιράζεται το κρεβάτι του με την καμαριέρα Λίντια, ενώ συναντάει επανειλημμένα το φάντασμα του Πεσσόα.

Βεβαίως, η έννοια της ταυτότητας ανάμεσα στον δημιουργό και το δημιούργημα συγχέεται. Ποιος είναι ο Ρικάρντο Ρέις; Ως μυθοπλαστικός ετερώνυμος χαρακτήρας του Πεσσόα είναι ως ένα βαθμό προέκταση του ίδιου του Πεσσόα. Ή είναι ένας ελεύθερος χαρακτήρας με δική του προσωπικότητα που ενσαρκώνει (τρόπος του λέγειν) μία από τις παράλληλες ζωές που θα ήθελε να μπορούσε να ζήσει ο Πεσσόα, όπως και οι υπόλοιποι κύριοι ετερώνυμοι χαρακτήρες που δημιούργησε; Ή μήπως τελικά ο Ρικάρντο Ρέις είναι η εκδοχή του Σαραμάγκου για τον Πεσσόα και άρα για το δημιούργημά του; Φαντασία και πραγματικότητα αγκαλιάζονται σε έναν χορό που σβήνει τις διαχωριστικές γραμμές, Σαραμάγκου και Πεσσόα βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση. Ιδιαίτερα από το πρίσμα της σύγχρονης διεθνούς αναγνώρισης που απολαμβάνει ο Σαραμάγκου, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός διαλόγου ανάμεσα στους δύο μεγαλύτερους εκπροσώπους της πορτογαλικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Μόνο που, όπως είναι λογικό, τους όρους τους επιβάλλει ο Σαραμάγκου, δικό του βιβλίο είναι άλλωστε. Βεβαίως ακόμα κι αν μπορούσε να κρύψει την παρουσία του, δεν θα το επιθυμούσε. Όπως έχει γράψει ο μεγάλος κριτικός Χάρολντ Μπλουμ, ο αφηγητής σε όλα τα έργα του Σαραμάγκου είναι πάντοτε ένας κι απαράλλαχτος: ο ίδιος ο Σαραμάγκου, ένας αφηγητής που ουδέποτε ήθελε να περνάει απαρατήρητος.

Όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του Σαραμάγκου είναι ήδη εμφανή: το πυκνό, μπαρόκ, λαβυρινθώδες και γεμάτο παρεκκλίσεις ύφος του, οι μεγάλες παράγραφοι χωρίς πολλά σημεία στίξης με την εναλλαγή περιόδου να σηματοδοτείται από ένα κεφαλαίο γράμμα, η παρεμβατική του αφηγηματική προσέγγιση, η αλληγορική διάσταση και η χρήση του φανταστικού, τα μοτίβα μεταμυθοπλασίας. Παράλληλα, και οι βασικές του θεματικές εμμονές είναι ήδη πλήρως ανεπτυγμένες: η πολεμική προς την καθολική εκκλησία και προς τις πολιτικές ελίτ, η σάτιρα προς την αστική τάξη και τη μεγαλομανία των Πορτογάλων (η οποία ουσιαστικά κρύβει έναν συμπλεγματικό επαρχιωτισμό), ο σκεπτικισμός ως προς κάθε νύξη παγκοσμιοποίησης κλπ.

Θα έλεγα όμως ότι το μυθιστόρημα πάνω από όλα είναι μία σπουδή πάνω στη δυνητική ικανότητα της τέχνης να υπερβαίνει τη θνητότητα, να διατηρεί μιας μορφής αιωνιότητα. Παρά τα συνήθη κλισέ, ο Σαραμάγκου δεν πιστεύει ότι υπάρχει οτιδήποτε που μπορεί να χαρακτηριστεί αιώνιο. Οι άνθρωποι, όπως και τα έργα τέχνης, διατηρούνται στη μνήμη και τη συνείδηση των ανθρώπων για ένα διάστημα, όμως τελικά τίποτα δεν είναι αθάνατο. Βεβαίως, αυτό δεν εμποδίζει τον άνθρωπο από το να εξακολουθεί να προσπαθεί, αυτή η διαρκής, αέναη προσπάθεια ενδεχομένως να είναι και το πιο ευγενές του χαρακτηριστικό.

Ίσως όμως τελικά ο αληθινός πρωταγωνιστής να είναι η Λισαβόνα. Διότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το έργο του Σαραμάγκου βρίσκει τη θέση του στην παράδοση των μεγάλων αστικών μυθιστορημάτων του εικοστού αιώνα, με τη Λισαβόνα να διεκδικεί τη θέση της στο προσκήνιο όπως το Δουβλίνο του Τζόις, η Πετρούπολη του Μπέλι, η Τεργέστη του Σβέβο, η Νέα Υόρκη του Ντος Πάσος.

Δεν ξέρω αν είναι το σημαντικότερο από τα έργα του, άλλωστε είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ένα από αυτά με σιγουριά. Η επιλογή εν τέλει μάλλον κρίνεται από το γούστο και την ιδιοσυγκρασία του κάθε αναγνώστη. Για μένα ίσως να λείπει ο προσανατολισμός, λες και ο Σαραμάγκου είχε μια υπέροχη ιδέα η οποία δεν ήξερε πού θα τον οδηγήσει, με την απουσία σκοπού στη ρουτίνα της καθημερινότητας του Ρικάρντο Ρέις να μεταφράζεται κατ’ επέκταση σε απουσία πυξίδας στο μυθιστόρημα του Σαραμάγκου. Και πάλι όμως, έστω και χωρίς εμφανή πυξίδα το ταξίδι είναι μεθυστικό. Η αισθητική του μεγάλου Πορτογάλου είναι ίσως το μεγαλύτερό του επίτευγμα και η χαρά της γραφής είναι εμφανής στο βιβλίο, το οποίο άλλωστε ανήκει στην πιο φωτεινή, παιχνιδιάρικη συγγραφική του περίοδο.

«Η Χρονιά Θανάτου του Ρικάρντο Ρέις» του Ζοζέ Σαραμάγκου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη