Όσο εύκολο και ευφορικό είναι να γράφεις για μια ταινία που αγάπησες πολύ, όσο ενδεχομένως εύκολο και κανιβαλιστικό είναι να γράψεις για μια ταινία που σε ενόχλησε πολύ, τόσο δύσκολο και αμήχανο είναι γράψεις για μια νερόβραστη ταινία που απλά σε άφησε αδιάφορο. Αν και το τελευταίο πράγμα που θα περίμενες από ένα έργο που έχει τη σεναριακή υπογραφή του Άαρον Σόρκιν είναι να σε αφήσει αδιάφορο. Κι όμως με τη «Δίκη των 7 του Σικάγου» αυτό είναι που (μου) συμβαίνει. Εδώ ο Σόρκιν έχει περάσει για δεύτερη φορά σε ρόλο σκηνοθέτη (μετά το πολύ καλύτερο “Μolly’s Game“) και πραγματικά εύχεσαι το πρόβλημα της ταινίας να ήταν μόνο η σκηνοθεσία της, πραγματικά εύχεσαι να υπήρχε εμφανής διαφορά κλάσης ανάμεσα στο σενάριο και στη σκηνοθεσία. Αλλά η άνευρη, ανέμπνευστη και διεκπεραιωτική σκηνοθεσία έρχεται να κουμπώσει πάνω σε ένα σενάριο χωρίς σαφές κέντρο βάρους, ένα σενάριο που δεν καταφέρνει να φτιάξει ενδιαφέροντες χαρακτήρες κάτω από τις καρικατούρες των (πολλών) ηρώων του. Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι, μια σημαντική (;) αποκάλυψη έρχεται προς το τέλος να θολώσει (Ακούσια; Για λόγους ιστορικής αλήθειας και αντικειμενικότητας;) τα νερά του μηνύματος, εντελώς κρίσιμοι διάλογοι που επικεντρώνονται στη χρήση των κτητικών αντωνυμιών (!), ένα απροσδόκητο μπάχαλο από έναν αληθινό μετρ του σεναρίου, όπως ο Σόρκιν.

  

Στο Σικάγο το 1968 επί Προεδρίας Λίντον Τζόνσον, διεξάγεται το προεκλογικό συνέδριο των Δημοκρατικών. Στην πόλη λαμβάνουν χώρα εκτεταμένα βίαια επεισόδια μεταξύ της αστυνομίας και διαδηλωτών κατά του πολέμου του Βιετνάμ που έχουν έρθει για να διαμαρτυρηθούν από διάφορα μέρη της χώρας. Όταν ο Νίξον κερδίζει τις εκλογές, ο νέος Υπουργός Δικαιοσύνης δίνει εντολή να διωχθεί ποινικά για συνωμοσία με σκοπό την πρόκληση εξέγερσης ένα ετερόκλητο γκρουπ από γνωστές φιγούρες της ακτιβιστικής αριστεράς.

Δυσκολεύομαι να αποφασίσω τι βρήκα περισσότερο κουραστικό και ξεπερασμένο: το ίδιο το έργο ως έργο ή το για πολλοστή φορά εγχείρημα παραλληλισμού προηγούμενων ταραγμένων ιστορικών εποχών με τη σημερινή, προκειμένου να περάσει το επιθυμητό πολιτικό μήνυμα; Γράφω το κείμενο μια μέρα που ο Ντόναλντ Τραμπ βγαίνει από το νοσοκομείο, πετάει τη μάσκα, λέει στον κόσμο να μην φοβάται τον κόβιντ και άλλα εντελώς αδιανόητα πράγματα. Το να προσπαθείς να πεις κάτι για την Αμερική του σήμερα μιλώντας για την Αμερική του τότε μου μοιάζει ούτως ή άλλως λάθος πίστα. Ο τρόπος που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει την πανδημία ο Τραμπ ξεφεύγει από διαχωριστικές ιδεολογικές γραμμές και πηγαίνει κατευθείαν στην καρδιά του προβλήματος, που είναι μια βαθύτατη πολιτιστική και πνευματική παρακμή. Ο σατανάς ο ίδιος να ήταν πολιτικά ο Νίξον, πάντως τέτοιος καραγκιόζης δεν ήταν. Όσο και αν υπάρχουν υπόγειες συνδέσεις μεταξύ της πολιτικής αντιδραστικότητας και του ολοένα και πιο ασυνάρτητου παιδισμού που ενσαρκώνει ο Τραμπ και στον οποίο καθρεφτίστηκαν και καθρεφτίζονται δεκάδες εκατομμύρια ψηφοφόροι, έχουμε να κάνουμε με διαφορετικά φαινόμενα πλέον. Η ταινία (που είχε προγραμματιστεί αρχικά για κανονική διανομή στους κινηματογράφους, πουλήθηκε στη συνέχεια λόγω της πανδημίας στο Netflix, κρατώντας μόνο πρώτα μια περιορισμένη διανομή στις αίθουσες με το μυαλό στα όσκαρ), δεν παύει να απευθύνεται σε ένα eco chamber. Απευθύνεται στους ήδη πεισμένους, στους ήδη ψημένους. Και να τη δει ο δυνάμει ψηφοφόρος του Τραμπ, ούτε θα θορυβηθεί ούτε θα προβληματιστεί για τη σημερινή Αμερική. Can you handle that truth, mr Sorkin?

Και αν «Η Δίκη των 7 του Σικάγου» μάλλον δεν προσφέρει τίποτα πολιτικά, πάσχει ακόμα περισσότερο κινηματογραφικά. Οκτώ κατηγορούμενοι, δύο δικηγόροι υπεράσπισης, ένας δημόσιος κατήγορος, ένας δικαστής. Μάνι – μάνι δώδεκα ήρωες. Εδώ δεν είναι όμως οι «Δώδεκα Ένορκοι» για να έχουμε (και μάλιστα σε πολύ μικρότερη φιλμική διάρκεια) δώδεκα διαφορετικούς χαρακτήρες, εδώ άλλοι ήρωες περνάνε και πραγματικά δεν ακουμπάνε και δε μαθαίνουμε τίποτα για αυτούς, άλλοι μένουν σχηματικοί, άλλοι καταλήγουν να είναι θολοί. Τουλάχιστον καταλαβαίνουμε πέραν από κάθε αμφιβολία ότι ο δικαστής είναι εξοργιστικός. Και ότι ο δημόσιος κατήγορος είναι η αξιοπρεπής εκδοχή της άλλης πλευράς, ο ρεπουμπλικάνος με συνείδηση. Ακόμη κι έτσι το καστ είναι το μεγαλύτερο προτέρημα και το αποκούμπι της ταινίας: οι ηθοποιοί είναι εκεί, με γραφικά κοστούμια και κουρέματα, έτοιμοι να βουτήξουν στους ρόλους τους και να τους υποδυθούν, ρόλους που ο Σόρκιν δεν κατόρθωσε να γράψει. Ο Σάσα Μπάρον Κόεν και ο Τζέρεμι Στρονγκ μαστουρωμένοι χίπιδες αγωνιστές που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Ο Έντι Ρεντμέιν και ο Τζον Κάρολ Λιντς που θέλουν επίσης να τον αλλάξουν, αλλά με περισσότερη έμφαση στις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Ο Μαρκ Ράιλανς στον ρόλο του ακτιβιστή δικηγόρου, με ενδυματολογικές επιλογές χειρότερες κι από τον συνάδελφό του, Σωλ Γκούντμαν. Ο Φρανκ Λανγκέλα με τον μεγάλο χρονικά ρόλο του δικαστή και ο Μάικλ Κίτον με τον μικρό χρονικά ρόλο του σταρ μάρτυρα, έρχονται να προσθέσουν λίγη στόφα ακόμα.

Το ξεκίνημα με τα επίκαιρα και το γρήγορο μοντάζ, αν και αυτό χιλιοειδωμένο, σε προδιαθέτει πάντως για κάτι πολύ πιο ευπαρουσίαστο και αξιοπρεπές. Το φινάλε κατορθώνει να εγκιβωτίσει μια ελάχιστη συγκίνηση. Ό,τι μεσολαβεί ανάμεσα στο ξεκίνημα και στο φινάλε μοιάζει κουρασμένο, ξεθυμασμένο, ωχρή φωτοτυπία παλιών απείρως καλύτερων και αυθεντικότερων πρωτοτύπων. Δεν θα πέσει ο Τραμπ έτσι. Τουλάχιστον ας βλέπαμε μια καλή ταινία όμως.