Μόλις δεκαοκτώ ετών. Μειονότητα, φτωχογειτονιά, πολύ σκληρά παιδικά χρόνια, έχασε τη μητέρα του στα εννιά, ο πατέρας του έκανε ένα διάστημα φυλακή κι αυτός πήγε στο ορφανοτροφείο. Τώρα ο πατέρας του είναι νεκρός. Κάποιος τον μαχαίρωσε. Κι αυτός βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Η ακροαματική διαδικασία μόλις ολοκληρώθηκε. Ο δικαστής δίνει στους δώδεκα (λευκούς άνδρες) ενόρκους κάποιες συνοπτικές οδηγίες και διευκρινίσεις. Αν τον βρουν ένοχο, η ποινή που τον περιμένει είναι εκ του νόμου η θανατική.

Οι ένορκοι αποσύρονται στην ειδική αίθουσα προκειμένου να συσκεφθούν και να βγάλουν την ετυμηγορία τους. Είναι μια πολύ ζεστή μέρα, ερ κοντίσιον το κτίριο δεν έχει, οι ανεμιστήρες είναι χαλασμένοι, οι περισσότεροι έχουν αρχίσει ήδη να ιδρώνουν. Τα στοιχεία εις βάρος του κατηγορουμένου είναι συντριπτικά. Μια αυτόπτης μάρτυρας, ένας αυτήκοος μάρτυρας, το μαχαίρι με το οποίο έγινε η δολοφονία, το κίνητρο του είναι ισχυρό (ο πατέρας του τον χτυπούσε μια ζωή, τον χτύπησε και είχαν έναν έντονο τσακωμό λίγες ώρες πριν τη δολοφονία), το άλλοθι που επικαλείται μοιάζει αστείο, το ποινικό του μητρώο είναι ήδη βεβαρημένο παρά το τόσο νεαρό της ηλικίας του. Ποιος ο λόγος λοιπόν για διασκέψεις αν ήδη έχουν σχηματίσει όλοι άποψη; Ας ψηφίσουν. Προς έκπληξη ως κατάπληξη των υπολοίπων έντεκα, ένας ένορκος ψηφίζει «Αθώος». Μα γιατί; Μα πώς είναι δυνατόν;

Ο ένορκος τότε τους λέει το πολύ απλό. Ότι πρόκειται για ένα παιδί που προφανώς σε όλη τη ζωή του δεν του δόθηκε η παραμικρή ευκαιρία από κανέναν. Ότι στο τραπέζι τώρα βρίσκεται η ίδια του η ζωή. Ότι αν πρόκειται να αποφασίσουν την ενοχή του και άρα την εκτέλεσή του, αν μη τι άλλο δικαιούται να το συζητήσουν πρώτα λίγο μεταξύ τους οι δώδεκα άνθρωποι που θα πάρουν αυτή την απόφαση. Ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται και αξίζει τον χρόνο μου, δικαιούται και αξίζει την αμφιβολία μου, δικαιούται και αξίζει να μην πάρω αυτό που μου παρουσιάστηκε ως αλήθεια, χωρίς πρώτα να έχω ξεκοκαλίσει πλήρως τα συστατικά της. Δεν τους λέει ότι ο ίδιος έχει πειστεί ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος. Τους λέει όμως ότι πρέπει εσείς οι υπόλοιποι έντεκα να με πείσετε πέραν από κάθε εύλογη αμφιβολία, ότι είναι ένοχος.

«Οι Δώδεκα Ένορκοι» είναι ένα έργο στο οποίο έχεις την ανάγκη να επανέρχεσαι, για να παίρνεις κουράγιο και να αναβαπτίζεις την πίστη σου στον μεμονωμένο άνθρωπο και στους ανθρώπους γενικά. Έχεις την ανάγκη να επανέρχεσαι για να θυμάσαι ότι η ατομική στάση και τοποθέτηση απέναντι στα πράγματα μπορεί ενίοτε να παίζει σημαντικότατο ρόλο, ότι μια υποτιμημένη αλλά τελικά καταλυτική αιτία για την οποία τα πράγματα είναι όπως είναι, είναι η δύναμη του «έτσι γίνονται τα πράγματα», είναι η δύναμη του αυτόματου πιλότου, είναι η δύναμη της αδράνειας, είναι η δύναμη του κομφορμισμού, είναι η δύναμη του ρεύματος ως ρεύμα. Αν όμως σταθείς ενάντια στο ρεύμα και πεις εγώ δεν θα παρασυρθώ, εγώ δεν θα κάνω χωρίς σκέψη ό,τι και οι άλλοι, εγώ θα κάνω αυτό που μου υπαγορεύει η συνείδησή μου και μόνο, όσο ενοχλητικό κι αν είναι, τότε στη φόρα του ρεύματος αντιπαρατάσσεις το δικό σου αντιπαράδειγμα, με αποτέλεσμα όσοι ως τώρα παρασύρονταν από το πρώτο θεωρώντας ότι αυτό είναι το φυσικό, να είναι πλέον υποχρεωμένοι να πάρουν θέση και να κάνουν μια ηθική επιλογή.

Και πέραν από την ανυπολόγιστη αξία και δύναμη που μπορεί να έχει η ατομική στάση, «Οι Δώδεκα Ένορκοι» μιλούν ταυτόχρονα και για κάτι οικουμενικό και πανανθρώπινο. Και προσωπικά βρίσκω αυτό που λένε όχι μόνο βαθιά συγκινητικό και ενθαρρυντικό, αλλά και βαθιά αληθινό. Πάρε οποιουσδήποτε τρεις, πέντε, δώδεκα ανθρώπους και βάλτους σε θέση δικαστή ή «δικαστή». Ανεξάρτητα της ιδεολογίας τους, ανεξάρτητα από τι άνθρωποι είναι, ανεξάρτητα από το αν είναι σκληροί ή επιεικείς, ανεξάρτητα του χρώματος, του φύλου, της ηλικίας, της οικονομικής τους κατάστασης, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό τους, όλοι, μα όλοι, μα όλοι, έχουν καταρχάς εγγεγραμμένη μέσα τους ως εντολή, ως αξία, ως ανάγκη, το να είναι δίκαιοι. Η αξία της δικαιοσύνης και της δίκαιης κρίσης του άλλου είναι μία από τις πιο βαθιές σφραγίδες του κάθε ανθρώπου.

Πηγαίνοντας το λίγο πιο πέρα, οι άνθρωποι σπανιότατα είναι συνειδητά άδικοι και συνειδητά κακοί. Σχεδόν ποτέ δεν είναι αυτή η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Είτε έχουν τυφλά σημεία, είτε προσπαθούν να σχετικοποιήσουν, να εκλογικεύσουν, να συμψηφίσουν το κακό και το άδικο που κάνουν. Δεν τους δίνει χαρά το να αδικούν, δεν τους δίνει χαρά το να κάνουν κακό. Κι αυτή είναι μια μάλλον δομικά αντιφατική ανθρώπινη συνθήκη: ενώ οι άνθρωποι έχουν και παραέχουν μέσα τους το να ενεργούν άδικα και να αδικούν, έχουν ακόμη περισσότερο μέσα τους την επιθυμία να είναι και δίκαιοι και σωστοί και καλοί και εντάξει.

Και τέλος ένας λόγος για να επιστρέφεις στους «Δώδεκα Ενόρκους» είναι για να δεις να τραγουδιέται ξανά αυτός ο ύμνος στον διάλογο, στο λογικό επιχείρημα, στη συζήτηση, στη ζύμωση, που όταν το μυαλό μας είναι ανοικτό και πρόθυμο να ακούσει, μπορούν να αλλάξουν την οπτική μας και να μετατοπίσουν το βλέμμα μας, όσο έντονα κι αν πιστεύουμε κάτι κι όσο διαυγή εικόνα κι αν θεωρούμε ότι έχουμε.

Με τους Δώδεκα Ένορκους ο Σίντνεϊ Λιούμετ κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη το 1957. Θα συνεχίσει να κάνει για μισό αιώνα ακόμη σινεμά, μέχρι το “Before The Devil Knows You ‘re Dead” το 2007, αφήνοντάς μας 45 ταινίες, πολλές από τις οποίες είναι πραγματικοί ογκόλιθοι του αμερικάνικου κινηματογράφου. Εδώ μας δείχνει πως ακόμη και σε ένα έργο που βασίζεται τόσο κυριαρχικά στο σενάριό του, υπάρχει όχι απλά χώρος για σκηνοθετική υπογραφή, αλλά και πως μέσα σε έναν τόσο στενό χώρο, μέσα σε ένα δωματιάκι που κρατά σχεδόν όλη η ταινία, ένας μεγάλος σκηνοθέτης μπορεί να κάνει μικρά θαύματα, αξιοποιώντας απόλυτα κάθε σπιθαμή του δωματίου, γεμίζοντάς το με τους δώδεκα ηθοποιούς του, που γύρω από ένα τραπέζι κινηματογραφούνται και μοντάρονται σαν σε αόρατη χορογραφία, με τελικό αποτέλεσμα μια φυσικότητα εντελώς κινηματογραφική.