Από τις 8 Φεβρουαρίου 2021 το θρυλικό έργο του Νικολάου Γύζη «Δόξα» ανήκει σε όλους τους Έλληνες. Με μια χειρονομία υψηλού εθνικού συμβολισμού, ο κάτοχος του πίνακα κ. Δημήτρης Γκέρτσος τον δώρισε στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας. Συνοδεύοντας τη δωρεά του με λίγα σεμνά και στοχαστικά λόγια: «Αισθάνθηκα την επιθυμία να μην “περπατά η Δόξα μονάχη” σε ένα σπίτι, αλλά ανάμεσα στους Έλληνες στον χώρο του ανώτατου θεσμού της χώρας», είπε χαρακτηριστικά – εμπλούτισε το περιεχόμενο της σχέσης του πολίτη με τους θεσμούς. Η χειρονομία του δεν τον συνδέει μόνο με τη μακρά παράδοση των Ελλήνων δωρητών προς το έθνος. Τον καθιστά καθοδηγητικό πρότυπο καθώς στην προσφορά του συνδυάζονται η ηθική γενναιοδωρία και η κοινωνική ευθύνη, το πατριωτικό ήθος και η δημοκρατική ευαισθησία.

«Με μεγάλη χαρά και συγκίνηση υποδεχόμαστε σήμερα στο Προεδρικό Μέγαρο τον πίνακα του Νικολάου Γύζη “Δόξα”, δωρεά του ως σήμερα κατόχου του έργου, κ. Δημήτρη Γκέρτσου», ήταν τα πρώτα λόγια της Προέδρου της Δημοκρατίας παραλαμβάνοντας το έργο. «Με μια χειρονομία ευγενούς προσφοράς και υψηλού εθνικού συμβολισμού ο κ. Δημήτρης Γκέρτσος αποχωρίστηκε ένα πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο με τη σκέψη, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει, ότι ένας πίνακας με τόσο μεγάλη εθνική διάσταση και αναγνώριση, δεν μπορούσε να του ανήκει.

Η “Δόξα” είναι μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες παραστάσεις που συνδέονται με την εικονογραφία του Αγώνα της Ανεξαρτησίας και έχει ταυτιστεί με την εικόνα της Ελλάδας», δήλωσε ακόμα η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου και προσέθεσε: «Μιας Ελλάδας ηρωϊκής που αγωνίζεται και δεν πτοείται στη δυσκολία, αναγεννάται και πορεύεται στην Ιστορία ελεύθερη και περήφανη. Η δωρεά της “Δόξας” είναι μια προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Ενδυναμώνει τη σχέση του πολίτη με τους θεσμούς, συνδέει τον ιδιωτικό χώρο με τη δημόσια σφαίρα και υπογραμμίζει τον ρόλο που μπορεί να παίξει η υψηλή τέχνη στην αυτογνωσία μας».

Ο δωρητής κ. Γκέρτσος είναι απόγονος της γνωστής οικογένειας καπνοβιομηχάνων Παπαστράτος, και μίλησε με πολλή συγκίνηση για τη δωρεά.

«Κυρία Πρόεδρε με συγκινείτε πάρα πολύ και με τιμάτε και σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά. Εγώ απλά είχα μια σκέψη η οποία μου ήρθε σχεδόν σαν καθήκον. Να μην περπατά η “Δόξα” μονάχη σε ένα σπίτι, αλλά ανάμεσα στους Έλληνες. Πόσο μάλλον στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Εδώ πρέπει να σας πω ότι η προσωπικότητα της Προέδρου μας με ενέπνευσε στο να προχωρήσω τελικά σε αυτή την κίνηση. Εσείς την αποδεχτήκατε, όχι μόνο την αναγνωρίσατε, αποδώσατε στη “Δόξα” την ανώτερη τιμή. Αισθάνομαι και εγώ μια περηφάνια που θα βρίσκεται σ΄αυτό το χώρο και σήμερα νομίζω πιο ευτυχής από όλους θα ήταν ο ίδιος ο Νικόλαος Γύζης. Να είστε καλά».

Η Δόξα που περπατά μέσα στο σύμβολο της Δημοκρατίας

Η «Δόξα» του Γύζη, ήδη από την εποχή που δημιουργήθηκε, στα τέλη του 19ου αιώνα, έχει εγγραφεί στη συλλογική μνήμη ως σύμβολο της Ελλάδας που προχωρεί προς το μέλλον αγέρωχη και ακατάβλητη, προσπερνώντας ήττες ή καταστροφές. Η έμπνευση ήταν από τη Δόξα του Διονυσίου Σολωμού και το επίγραμμα «Η καταστροφή των Ψαρών» του εθνικού μας ποιητή.

Είναι μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες παραστάσεις που συνδέονται με την εικονογραφία του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, τη μορφοποίηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, την εικόνα της Ελλάδας ως ιδέας. Μεγαλόπρεπη, λευκοντυμένη, φτερωτή, βαδίζει αποφασιστικά στο φρυγμένο έδαφος κάτω από έναν βαρύ ουρανό, ωθούμενη από το όραμα ενός μέλλοντος που κερδίζεται με αγώνες.

Ο συμβολισμός της υπερβατικής, απόλυτα επιβλητικής και κυρίαρχης αυτής μορφής γίνεται ακόμα πιο ισχυρός σήμερα, διακόσια χρόνια μετά την επανάσταση του 1821. Δωρεά και επέτειος συμπίπτουν για να τονίσουν το νόημα της αγωνιστικότητας, της προσπάθειας, της αδάμαστης θέλησης για ένα αύριο θεμελιωμένο στις αξίες που μας κληροδότησαν οι ηρωικοί πρόγονοί μας.

Σημειώνεται ότι ο Γύζης είχε ζωγραφίσει δυο πίνακες με τη Δόξα, αλλά ο άλλος πίνακας ανήκε στη συλλογή των Ανακτόρων και έχει χαθεί. Ο πίνακας αγοράστηκε πριν από 100 περίπου χρόνια από τον παππού του κ. Γκέρτσου, τον Βαγγέλη Παπαστράτο με πρωτοβουλία της συζύγου του Καίτης Δαμβέργη, που ήταν η πρώτη γυναίκα που φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Έκτοτε ήταν στην οικογένεια και σήμερα ανήκει σε όλους τους Έλληνες.

Νικόλαος Γύζης, ο σημαντικός εκπρόσωπος της σχολής του Μονάχου

Ο Νικόλαος Γύζης, παιδί ξυλουργού από την Τήνο γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι και η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα όταν ήταν 8 ετών. Σε αυτή την ηλικία άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Σχολείο των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αρχικά ως ακροατής και, από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής. Με υποτροφία από το Ευαγές Ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, έφυγε για να συνεχίσει τις σπουδές του με υποτροφία στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου και εκεί συναντήθηκε με τον συνάδελφο και φίλο του Νικηφόρο Λύτρα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του και επέστρεψε στην Αθήνα, για να μετατρέψει το πατρικό του σπίτι επί της οδού Θεμιστοκλέους σε ατελιέ.

Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο Μόναχο, όπου έμελλε να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1876, ταξίδεψε παρέα με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι. Έναν χρόνο αργότερα νυμφεύθηκε την Άρτεμη Νάζου, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες.

Το 1880, ανακηρύχθηκε σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Το 1895, επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία ποτέ δεν ξέχασε και πάντα νοσταλγούσε. Προσβεβλημένος από λευχαιμία, πέθανε στο Μόναχο στις αρχές του 1901. Λέγεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν: «Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι!». Η σορός του ενταφιάστηκε στο Βόρειο Νεκροταφείο του Μονάχου.

Γύζης Νικόλαος, Ιδού ο Νυμφίος έρχεται, 1899-1900

Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο βασίστηκε σε προφορικούς θρύλους της εποχής της Τουρκοκρατίας για να φιλοτεχνήσει μερικά από τα πιο διάσημα έργα του όπως «Τα αρραβωνιάσματα» και «Το κρυφό σχολειό», ενώ ως βαθιά θρησκευόμενος , στράφηκε αργότερα προς τις αλληγορικές και τις μεταφυσικές παραστάσεις που αντιπροσωπεύουν τα οράματα του ώριμου πλέον καλλιτέχνη και δηλώνουν απερίφραστα τις υπαρξιακές του αγωνίες με πλέον χαρακτηριστικό τον πίνακα «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται» που βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη.