«Οι λέξεις κάνουν έρωτα μεταξύ τους» έγραψε ο Αντρέ Μπρετόν για τη λογοτεχνία και δημιούργησε μιαν αναπάντεχη εικόνα. Μια μυστικιστική σχέση συντελείται στις σελίδες των βιβλίων, ανάμεσα στα εξώφυλλα, κι ο αναγνώστης, σαν ηδονοβλεψίας, κρυφοκοιτάζει, αλλά και μοιράζεται μαζί τους, αυτή την ένωση. Τι συμβαίνει όταν το ιδιωτικό αυτό μοίρασμα βγαίνει έξω στ’ ανοιχτά; Στο θεατρικό σανίδι;

Η στροφή του θεάτρου προς τη λογοτεχνία ως πεδίο άντλησης δραματουργικού υλικού δεν είναι μια πρόσφατη «μόδα», όλο και περισσότερο, όμως, κερδίζει έδαφος. Επιθυμία κοινώνησης ενός αγαπημένου αναγνώσματος; Αντιμετώπιση της πρόκλησης να μεταγραφεί ένα είδος που έχει δημιουργηθεί για να διαβάζεται σε κάτι που να παίζεται; Έμμεση απόρριψη των επιλογών της θεατρικής γραφής; Εμπορικοί λόγοι, καθώς η παράσταση απευθύνεται πια και στους φίλους της λογοτεχνίας; Φέτος, μετράμε περισσότερες από δέκα παραστάσεις που βασίζονται σε ελληνικά λογοτεχνικά έργα – χώρια τις άλλες τόσες των ξένων. Ζητήσαμε από τους σκηνοθέτες τους να μοιραστούν μαζί μας το λόγο πίσω από την επιλογή τους.

Άννα Παπαμάρκου («Η Νοσταλγός»): Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι ένας συγγραφέας που με συγκινεί βαθύτατα και με γαληνεύει· ασχολείται με την ουσία της ανθρώπινης ψυχής και βλέπει τον άνθρωπο και τα πάθη του με αγάπη και κατανόηση, χωρίς καθόλου επικριτική ματιά ή διάθεση διδασκαλίας και διόρθωσης. Στην εποχή μας, που η ένταση έχει κορυφωθεί και η ανάγκη μάς έχει αποξενώσει από τον ίδιο μας τον εαυτό, ένιωσα πως χρειαζόμαστε να βυθιστούμε σε αυτή την απαλή ενέργεια του «αγίου» των γραμμάτων και να ανανεωθούμε. Η «Νοσταλγός» ήταν αυτό που λέμε έρωτας με τη πρώτη ματιά, που όσο έμπαινα πιο βαθιά στα νοήματα γινόταν κατάνυξη. Ένιωσα πως μας αφορά όλους! Όλοι είμαστε κατά κάποιο τρόπο ξενιτεμένοι, είτε γεωγραφικά, είτε εσωτερικά. Επιθυμούμε εκείνη την κατάσταση της ύπαρξης ή εκείνη την επίτευξη του στόχου που θα μας κάνει να νιώσουμε ολοκληρωμένοι, να νιώσουμε πως είμαστε στο «σπίτι μας». Όμως οι εξωτερικές συνθήκες δεν το επιτρέπουν, μας εμποδίζουν, μας κάνουν συνεχώς να αισθανόμαστε αποκομμένοι από τον προσωπικό μας παράδεισο… Ο Παπαδιαμάντης, λοιπόν, με τη «Νοσταλγό» του, τι προτείνει; «Μην κάθεσαι για πολύ καιρό μέσα στον αποχωρισμό και τη θλίψη! Κάνε ένα βήμα! Έστω ένα μικρό βήμα, όπως η Λιαλιώ που μπήκε στη βάρκα, για να δει από λίγο πιο κοντά την πατρίδα της. Το ένα βήμα θα φέρει το άλλο και σε λίγο θα δεις! Θα οδηγηθείς στο ποθούμενο, σχεδόν σαν θαύμα. Εσύ το μόνο που χρειάζεται να έχεις είναι σταθερή προσήλωση, αγνή και ειλικρινή επιθυμία. Κάνε ένα βήμα! Ένα βήμα τη φορά!»

Nostalgos03
Η Άννα Παπαμάρκου σκηνοθετεί τη «Νοσταλγό» του Παπαδιαμάντη στο θέατρο Αλκμήνη

Θανάσης Ζερίτης («Οικογένεια Μπες – Βγες»): Μέσα στην «Οικογένεια Μπες-Βγες» είδαμε τον κακό μας εαυτό, όλα αυτά που δεν μας αφήνουν να «μεγαλώσουμε»· είδαμε ότι οι αξίες της κοινωνίας σήμερα σε σχέση με τότε δεν διαφέρουν τόσο όσο νομίζαμε… και ήταν μια καλή ευκαιρία να διασκεδάσουμε τους φόβους μας.

oikogeneia-bes-vges
Ο Θανάσης Ζερίτης σκηνοθετεί την «Οικογένεια Μπες-Βγες» του Γιάννη Ξανθούλη στο θέατρο 104

Ένκε Φεζολλάρι («Επάγγελμα Πόρνη»): Θεωρώ ότι κάθε κείμενο πριν τη σκηνική του πραγμάτωση διαβάζεται ως ένα λογοτεχνικό κείμενο. Η λογοτεχνία μάς παρέχει πρωτογενή υλικά. Πιστεύω ότι είναι μια τάση των τελευταίων δέκα χρόνων να αναζητούμε υλικό στη λογοτεχνία, που οφείλεται ίσως και στην άγνοιά μας ή στη μη ανεύρεση νέων θεατρικών φωνών. Από την άλλη, το λογοτεχνικό σύμπαν σου προσφέρει εκατομμύρια επιλογές, σε ιντριγκάρει και, επίσης, ακουμπά στο αναγνωστικό κοινό, στο θυμικό του. Ή και στην αγοραστική του δύναμη· ένα γνωστό μυθιστόρημα θα αποφέρει και θεατές… Αυτή την τάση τη βλέπουμε και στο σινεμά, ίσως η έλλειψη νέων δραματουργικών φωνών να προκαλεί αυτό το φαινόμενο που μπορεί να οφείλεται και στην άγνοια τη δική μας ή στα περισσότερα (;) κείμενα που πάσχουν από δραματουργικής άποψης. Δεν ξέρω…

epaggelma_porni_s
Ο Ένκε Φεζολλάρι σκηνοθετεί το «Επάγγελμα Πόρνη» της Λιλής Ζωγράφου, που επαναλαμβάνεται στο θέατρο
Vault

Κώστας Παπακωνσταντίνου («Μαζώχτρα»): Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, επικράτησε σύγχυση στην κοινωνία. Πολλές «βεβαιότητες» κατέρρευσαν και τα κενά της συλλογικής μας ταυτότητας αποκαλύφθηκαν. Τι μας συνδέει ως κοινωνία; Ποιοί πραγματικά είμαστε και πού θέλουμε να πάμε; Οι παλιές, καλές, κοινές μας ιστορίες λειτουργούν σαν τα παραμύθια του παππού και της γιαγιάς. Είναι το πρώτο υλικό για να καταλάβεις τον κόσμο και τον εαυτό σου μέσα σ’ αυτόν. Στην πρώτη μου σκηνοθεσία, τους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη, με ενδιέφερε η λογοτεχνία ως φορέας της Ιστορίας, καθώς το συγκεκριμένο διήγημα εκτός από ένα σπουδαίο έργο, αποτελεί και ένα υπέροχο μάθημα πολιτικής ιστορίας. Στη «Μαζώχτρα», ένα ολόκληρο χωριό φτάνει στην καταστροφή γιατί κανείς, όταν ξέσπασε το κακό, δεν κάθισε να σκεφτεί τις πραγματικές αιτίες. Αναφέρεται κάπου στο κείμενο: «πού καιρός και πού κεφάλι να στοχαστούνε, να βρούνε τη ρίζα του κακού. Όλοι φρενιασμένοι τρέχανε…» Μας θυμίζει κάτι;

Προσωπικά, αγαπώ τα παλιά διηγήματα και θα τα αναζητούσα έτσι κι αλλιώς. Όμως θα ήθελα επιγραμματικά να θίξω και κάποια άλλα σημεία: Όλα τα έργα, θεατρικά και μη, έχουν πνευματικά δικαιώματα τα οποία πρέπει να τα πληρώσεις, εκτός αν έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα· οι ανεξάρτητες παραγωγές δεν τα έχουν αυτά τα χρήματα. Στην Ελλάδα υπάρχει έλλειμμα συγγραφής νέων θεατρικών έργων· π.χ. πόσοι και ποιοι οργανισμοί που μπορούν να διαθέσουν χρήματα, παραγγέλνουν σε συγγραφείς νέα θεατρικά έργα; Πόσο και πώς αξιοποιούνται οι θεωρητικοί επιστήμονες του θεάτρου μας, οι θεατρολόγοι, που θα μπορούσαν να είναι οι σύνδεσμοι ανάμεσα σε συγγραφείς και σκηνοθέτες; Ποιες είναι οι θεατρικές βιβλιοθήκες και ποια η κατάληξη του θεατρικού μουσείου;

mazoxtra
Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου σκηνοθετεί τη «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη στο Μικρό Γκλόρια

Γιώργος Νανούρης («Κατερίνα»): Δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφέρω βιβλίο στο θέατρο. Η διαδικασία της διασκευής ενός βιβλίου και της μεταφοράς στη σκηνή κειμένων που δεν έχουν γραφτεί για το θέατρο είναι κάτι τρομερά δημιουργικό για μένα. Το θέμα και ο τρόπος που είναι γραμμένο το «Βιβλίο της Κατερίνας» [του Αυγούστου Κορτώ] με έκαναν να θέλω χωρίς δεύτερη σκέψη να το επικοινωνήσω κι εγώ μέσα απ’ τη δική μου ματιά με το κοινό. Είχα μεγάλη αγωνία για το πώς θα είναι η Κατερίνα βγαίνοντας τελικά απ’ το βιβλίο της. Κάποιος που αγάπησε το βιβλίο βρίσκει αφορμή να έρθει στο θέατρο και κάποιος που ήρθε στο θέατρο πάει μετά και στο βιβλιοπωλείο. Βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή τη συνδιαλλαγή, θεωρώ πολύ γόνιμο αυτόν τον «διάλογο».

katerina
Η «Κατερίνα» σε σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη επαναλαμβάνεται προσεχώς, για τρίτη χρονιά, στο θέατρο Θησείον

Δημήτρης Αγαρτζίδης («Λούλα»): Για μας φέτος υπήρχε ανάγκη για ένα κείμενο που γεννήθηκε εδώ και γράφτηκε στη γλώσσα μας. Πώς μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτό που σε απασχολεί σήμερα, χωρίς να έχει την έννοια της επικαιρότητας, αλλά να καταγράφει τις συνθήκες και τις παραμέτρους που οδήγησαν σε αυτό που είναι η καθημερινότητά σου; Μετά από επίμονη αναζήτηση οδηγηθήκαμε στη «Λούλα» του Ραπτόπουλου. Μοιραία, αφού είναι η τρίτη δουλειά μας μετά την «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζατέλη και το «Αλεξανδρινό κουαρτέτο» του Ντάρρελ, έρχεται και σε μας το ερώτημα γιατί λογοτεχνία. Ένας βασικός λόγος είναι νομίζω το ίδιο το υλικό, αφού μέσα από τρεις τελείως διαφορετικές γραφές καλούμαστε να δημιουργήσουμε εξαρχής το κέντρο της παράστασης. Η δραματουργία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας και συνεχώς σε βάζει μπροστά στο ερώτημα γιατί αυτό το έργο, γιατί επιλέγω ένα συγκεκριμένο απόσπασμα, γιατί επιλέγω από όλους τους χαρακτήρες τους συγκεκριμένους. Ποιος είναι ο δικός μου στόχος με την παράσταση; Ένα θεατρικό έργο έχει πολύ πιο αυστηρή δομή και περιορισμούς, η λογοτεχνία παρέχει ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα και κίνδυνο. Ένα μεγάλο κέρδος βέβαια, στην «Περσινή αρραβωνιαστικιά» και στη «Λούλα» τώρα, είναι η ίδια η επαφή με τους συγγραφείς, ο διάλογος της δικής τους οπτικής γωνίας με τη δική σου και εντέλει η τρίτη οπτική γωνία που θα προκύψει – η παράσταση. Στόχος μας είναι να δουλέψουμε και ένα νέο ελληνικό κείμενο που θα γραφτεί με σκοπό να ανεβεί στο θέατρο. Μέσα στην παρούσα κατάσταση, βέβαια, πώς μπορείς να κάνεις ανάθεση σε έναν άνθρωπο που εκτιμάς, χωρίς να μπορείς να του εξασφαλίσεις μια στοιχειώδη οικονομική απολαβή για την όλη διαδικασία;

loula
Ο Δημήτρης Αγαρτζίδης και η Δέσποινα Αναστάσογλου ετοιμάζουν τη «Λούλα» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

Ειρήνη Φαναριώτη («Μεγάλοι Δρόμοι» & «Ο Κύριος του Τζακ»): Αρχικά, ο βασικός λόγος που με έκανε να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία στο θέατρο είναι προσωπικός. Όλα μου τα ερεθίσματα και οι προσλαμβάνουσες προέρχονται από τον κόσμο της λογοτεχνίας. Το να διαβάζω από μικρή διηγήματα και μυθιστορήματα ήταν κάτι που μου έδινε τη δυνατότητα να ταξιδεύω με τη φαντασία μου χωρίς όρια και κανόνες. Μέσω του θεάτρου, βρήκα την ευκαιρία να κάνω ένα μέρος αυτής της φαντασίας πραγματικότητα. Ούτως ή άλλως, ο ίδιος ο συγγραφέας φτιάχνει αφηγηματικά το δικό του κόσμο. Έτσι, μπορώ να δοκιμάζω επί σκηνής εικόνες που έπλαθα με το νου μου, όταν διάβαζα μια ιστορία. Ελευθερία στη φαντασία, λοιπόν, αλλά και το μυστήριο του πώς όλα αυτά που με ιντριγκάρουν πνευματικά μπορούν να μεταφερθούν στη σκηνή. Πώς μια ιστορία έξω από εμάς, αλλά τόσο γλαφυρά δοσμένη, μπορεί να μας επηρεάσει και σε ποιο βαθμό μας αφορά. Πώς η ελευθερία αυτή μπορεί να γίνει κάτι τόσο συγκεκριμένο, όσο μια θεατρική παράσταση. Ταυτόχρονα, με χαρά συνειδητοποιώ ότι ο κόσμος δεν έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. Έρχονται στο θέατρο να δουν ιστορίες που έχουν διαβάσει ή και όχι.

megaloi dromoi-tzak
Η Ειρήνη Φαναριώτη σκηνοθετεί τους «Μεγάλους δρόμους»
της Λένας Κιτσοπούλου, που θα επαναληφθεί στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, και ετοιμάζει τον «Κύριο του Τζακ» του Γιάννη Σκαρίμπα.