Δύο πρωτιές καταγράφει αυτές τις μέρες το Εθνικό Θέατρο, αφού στις σκηνές του ανεβαίνουν για πρώτη φορά ως θεατρικά έργα δύο βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας.

Στην πρώτη περίπτωση στη σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» του θεάτρου Rex από τις 11 Δεκεμβρίου παρουσιάζεται η «Αιολική Γη», ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της ελληνικής πεζογραφίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα και το δημοφιλέστερο έργο του Ηλία Βενέζη. Μια παράσταση-αναπόληση της παιδικής αθωότητας αλλά και μνήμης του αποχωρισμού από τη γενέθλια γη της Μικρασίας λίγα χρόνια πριν τη Μεγάλη Καταστροφή από την οποία συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια.

Από τις 4 Δεκεμβρίου το Μικρό Εθνικό παρουσιάζει στην Κεντρική Σκηνή «Το αγόρι στο θεωρείο» της Αγγελικής Δαρλάση, ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία της σύγχρονης λογοτεχνίας για παιδιά, που επίσης  μεταφέρεται για πρώτη φορά στο θέατρο.

Το βραβευμένο μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε το 2017, μια ιστορία για την απώλεια, την προσφυγιά, την ανθρωπιά και τη δύναμη της φαντασίας, είναι εμπνευσμένο από το πραγματικό συμβάν της εγκατάστασης Μικρασιατών προσφύγων στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών το 1922 και το ανέβασμά του από το Εθνικό Θέατρο αποτελεί κι ένα φόρο τιμής στην επέτειο των 100 χρόνων της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Για να διερευνήσουμε τη διαδικασία που δύο έργα της ελληνικής πεζογραφίας με κοινό άξονα τη Μικρασιατική Καταστροφή μεταφέρονται και παρουσιάζονται στο θέατρο απευθυνθήκαμε στον διασκευαστή της «Αιολικής Γης» κ. Σάββα Κυριακίδη και στη συγγραφέα του «Αγοριού στο Θεωρείο» κ. Αγγελική Δαρλάση.

Σάββας Κυριακίδης

Σάββας Κυριακίδης: «Η περιπέτεια του βίαιου ξεριζωμού είναι μια πανανθρώπινη και διαχρονική εμπειρία»

Η «Αιολική Γη» είναι ένα κλασικό βιβλίο της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα αλλά μέχρι τώρα δεν έχει μεταφερθεί στο θέατρο. Γιατί πιστεύετε ότι δεν έγινε μέχρι στιγμής και γιατί τώρα είναι η σωστή εποχή/συγκυρία;

Πρόκειται πράγματι για ένα συναρπαστικό πεζογράφημα. Ο λόγος του είναι καθηλωτικός, το κεντρικό του θέμα βαθιά ανθρώπινο, οι συλλήψεις του υπερβατικές, οι εικόνες του συναρπαστικές, τα πρόσωπά του οικεία. Ωστόσο, δεν είναι ένα υλικό που μπορεί να μεταγραφεί εύκολα σε δραματική γλώσσα. Τα ίδια τα λογοτεχνικά προτερήματά του αντιστέκονται σε μια κλασική δραματουργία, που χτίζεται ευκολότερα όταν υπάρχει μια καθαρή πλοκή, μια κεντρική σύγκρουση και συγκεκριμένα «πρωταγωνιστικά» πρόσωπα.

Εδώ έχουμε μάλλον ένα οδοιπορικό μνήμης, ένα είδος ημερολογίου της παιδικής ηλικίας, όπου οι αναμνήσεις διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς αυστηρή αλληλουχία, όπου η γλώσσα δεν είναι αποκλειστικά «προφορική» αλλά εμπλουτίζεται με ποιητικά στοιχεία, όπου κάποια βασικά πρόσωπα δεν διατρέχουν όλο το εύρος του μυθιστορήματος. Αυτό ίσως να δίνει μια εξήγηση στο γιατί μέχρι σήμερα το μυθιστόρημα δεν έτυχε επεξεργασίας για τη σκηνή.

Όμως δεν πιστεύω ότι στην περίπτωσή μας τίθεται θέμα «σωστής» συγκυρίας ούτε επετειακής αφορμής (να σημειωθεί εδώ ότι η Αιολική Γη δεν εκτυλίσσεται, όπως εκ παραδρομής υπάρχει η εντύπωση, τις παραμονές του 1922 αλλά λίγο πριν και μέχρι το ξέσπασμα του Α’ παγκόσμιου πολέμου), παρά μόνο αν αποδεχθούμε ότι το έργο του Βενέζη, με την πανανθρώπινη διάστασή του, είναι πρόσφορο να αναγνωσθεί και να συνδεθεί με κάθε εποχή και εκδοχή της ανθρώπινης εμπειρίας.

Ακόμη όμως και αν πούμε ότι το έργο συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με την αρχή των γεγονότων που κατέληξαν στο 1922 -και επομένως με την επέτειο των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική καταστροφή- ο πραγματικός λόγος που ευνόησε την υλοποίηση αυτής της παράστασης είναι η συνάντηση κάποιων ανθρώπων που το οραματίστηκαν για τη σκηνή και που εμπνεύστηκαν από αυτό, προσδοκώντας να διατηρήσουν μέσω της σκηνικής μεταφοράς την ουσία του πρωτογενούς υλικού.

photo: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε στη διαδικασία της διασκευής και πότε αισθανθήκατε ότι το αρχικό κείμενο σας βοηθούσε στη μετατροπή του σε δραματουργία;

Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν το γεγονός πως, παρά το ότι δεν πρόκειται για ογκώδες ή δυσνόητο υλικό, το μυθιστόρημα δεν είχε προφανή δραματική δομή. Νομίζω ότι, δουλεύοντας με τον συνεργάτη μου Δημήτρη Χαλιώτη, απελευθερωθήκαμε όταν ανακαλύψαμε μια εσωτερική δομή σε τρία μέρη, όχι ακριβώς όπως αποτυπώνεται στους τίτλους που ο ίδιος ο Βενέζης έχει δώσει στην Αιολική Γη αλλά μέσα από μια άλλη διαδρομή. Για εμάς το μυθιστόρημα διαβάστηκε ως το τρίπτυχο «Ο Παράδεισος, Το Τέλος της Αθωότητας, Η Έξοδος». Αυτή η βιβλική, κατά κάποιον τρόπο, πορεία, αποτελεί τον συνδετικό ιστό της ιστορίας του αφηγητή-κεντρικού ήρωα (του ίδιου του Βενέζη), χωρίς καμία πρόθεση αναγωγών ή αναγνώσεων θρησκειολογικού τύπου.

Μας απασχολεί μάλλον μια αρχετυπική διαδρομή, με συμβολικές νύξεις, χωρίς όμως να υποτιμούμε το γήινο στοιχείο της σύνδεσης του ήρωα με το χώμα, τα δέντρα, τα φυτά, τα ζώα, τους ανθρώπους και τους θρύλους, που πλούτισαν τον κόσμο του και ενεγράφησαν στη μνήμη του.

photo: Ανδρέας Σιμόπουλος

Πώς η «Αιολική Γη» του Βενέζη με την αναπόληση και τη μνήμη του αποχωρισμού από τη γη της Μικρασίας συναντά τη σημερινή Ελλάδα που υποδέχεται ξανά πρόσφυγες από την Ανατολή;

Πράγματι, η περιπέτεια του βίαιου ξεριζωμού είναι μια πανανθρώπινη και διαχρονική εμπειρία. Κάτω από αυτό το πρίσμα, η σημερινή Ελλάδα είναι ένας τόπος υποδοχής, αντίστοιχος με αυτόν της εποχής του Βενέζη και, παρά το γεγονός ότι οι πρόσφυγες της Ανατολής δεν είναι ομοεθνείς όπως τότε, η «κοινή» μας μοίρα πρέπει να ενεργοποιεί τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά και την ενσυναίσθησή μας.

Όμως η οδύνη της προσφυγιάς, όπως καταγράφεται από τον αφηγητή της Αιολικής Γης, ενέχει, τολμώ να πω, μια διαφορετική ένταση, καθώς έχει, με έναν τρόπο, απαλυνθεί. Κι αυτό γιατί ο Βενέζης, έχοντας αποστασιοποιηθεί χρονικά από τα γεγονότα την εποχή που γράφει το μυθιστόρημά του, δεν καταγράφει μόνο τον πόνο της βίαιης απώλειας της πατρογονικής γης, όπως τη βιώνει ο πρόσφυγας από οπουδήποτε και αν προέρχεται.

Η γραφή του Βενέζη εστιάζει εξίσου στην αναπόληση και εμπεριέχει τη νοσταλγία και το απελευθερωτικό συναίσθημα που γεννά η ανάδυση των αναμνήσεων από έναν τόπο που πλουτίζει την ανθρώπινη ψυχή. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι, με κάποιον τρόπο, αυτό το χώμα της Αιολικής Γης έρχεται πίσω στο νησί του Αιγαίου από το οποίο έχει, με έναν υπερβατικό τρόπο, μεταφερθεί. Ένας είδος κύκλου ζωής που λειτουργεί νομοτελειακά και γι’ αυτό τον λόγο λυτρωτικά.

photo: Ανδρέας Σιμόπουλος

Αγγελική Δαρλάση

Αγγελική Δαρλάση: «Όλα μπορούν να συμβούν σ’ ένα θέατρο που έχει γίνει μάλιστα το σπίτι σου»

Πώς προέκυψε η πρόταση από το Εθνικό ώστε να μεταφερθεί «Το αγόρι στο θεωρείο» στο θέατρο και ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις για το πώς το πεζογραφικό κείμενο θα μετατραπεί σε δραματουργία;

Η πρώτη που είχε αναφέρει ότι το συγκεκριμένο βιβλίο θα μπορούσε να γίνει πολύ ωραία κι ενδιαφέρουσα παράσταση ήταν η υπεύθυνη δραματολογίου του Εθνικού Θεάτρου, η Ειρήνη Μουντράκη, η οποία και είχε παρουσιάσει το βιβλίο στην πρώτη του παρουσίαση, λίγο μετά την έκδοσή του το 2017, στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει». Την ίδια άποψη είχε και η Έρι Κύργια, δραματολόγος τότε στο Εθνικό θέατρο, όταν πρωτοδιάβασε το βιβλίο, άποψη την οποία και μου είχε εκφράσει σε μια συνάντησή μας.

Με θυμάμαι ν’ απορώ γιατί η αλήθεια είναι ότι εγώ περισσότερο ως κινηματογραφική ταινία μπορούσα τότε να το φανταστώ, κάπως έτσι το… έβλεπα όταν το έγραφα. Επειδή εμπιστεύομαι όμως την κρίση τους και την πολύχρονη εμπειρία τους ως δραματολόγων-δραματουργών άρχισα ν’ αναρωτιέμαι κι εγώ. Κι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου που και οι κοινές τους πεποιθήσεις σχετικά με το βιβλίο μου συναντήθηκαν. Και σ’ αυτές θα πρέπει να προσθέσετε και την αντίστοιχη πεποίθηση που είχε για το βιβλίο μου και η υπεύθυνη του Μικρού Εθνικού, Σοφία Βγενοπούλου – όπως έμαθα εκ των υστέρων. Οπότε ήταν λίγο σαν το χρονικό… μιας προδιαγεγραμμένης παράστασης.

Κάπως έτσι, λοιπόν, μου έγινε η πρόταση από την τότε καλλιτεχνική διευθύντρια Έρι Κύργια  λέγοντάς μου ότι  ήθελαν να το σκηνοθετήσει η Σοφία Μαραθάκη κάτι με το οποίο αμέσως συμφώνησα καθώς είναι μια σκηνοθέτις που εκτιμώ και για τη σκηνοθετική της δουλειά και πορεία και για την ευαισθησία και το ήθος της και θεώρησα ότι μπορούσα να την εμπιστευτώ ∙ το ένστικτό μου μού έλεγε ότι δε θα πρόδιδε την ουσία του κειμένου και θα μπορούσε να καταθέσει μια πολύ αξιόλογη παράσταση. Και δεν σας κρύβω πως τότε μέσα μου άστραψε η ιδέα πως ήταν και λίγο σαν η ιστορία εκείνου του αγοριού… να ξαναγύριζε στον φυσικό της χώρο. Οπότε ξαφνικά είχα μεγάλη περιέργεια να το δω να συμβαίνει.

photo: Ελίνα Γιουνανλή

Τι θέλατε να κρατήσετε στο θεατρικό κείμενο από το ύφος και την αίσθηση του βιβλίου και τι δεν χρειαζόταν πια αφού θα παρουσιαστεί ως θεατρική παράσταση;

Νομίζω ότι αυτό είναι κάθε φορά το μεγάλο στοίχημα όχι μόνο για τη συγκεκριμένη παράσταση αλλά, τουλάχιστον όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, σε κάθε μεταφορά ενός λογοτεχνικού κειμένου στο θέατρο: να διατηρηθεί ο ιδεολογικός πυρήνας του κειμένου- πηγής, η κοσμοθεωρία και η αισθητική του – για μένα αυτό είναι ο περιβόητος σεβασμός στο κείμενο. Από κει και πέρα σίγουρα η κάθε παράσταση είναι και μία ερμηνεία – μία μόνο ερμηνεία από τις πολλές.

Σε μια θεατρική μεταφορά καλείσαι να επιλέξεις και ν’ αναδιαμορφώσεις ανάλογα τα σημεία εκείνα που πλέον εξυπηρετούν καλύτερα τη νέα μορφή, το νέο είδος. Δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθείς να χωρέσεις τα πάντα – γιατί απλούστατα δεν θα χωρέσουν και μπορεί να σε οδηγήσουν σε μία, το λιγότερο, ανιαρή παράσταση. Τα σημεία όμως στα οποία ρητώς συμφωνήσαμε με τη Μαραθάκη και τα οποία και θέλαμε να κρατηθούν και ν’ αναδείξει η παράσταση ήταν η ατμόσφαιρα του μυστηρίου, η τρυφερότητα της οπτικής που φέρει η παιδική ηλικία, η μαγεία της καθημερινότητας και της αλληλεγγύης, η επίπονη διαδικασία της διαχείρισης του προσωπικού τραύματος αλλά και της ιστορικής μνήμης.

Καθώς και η πεποίθηση πως η θεατρική τέχνη, αλλά και κάθε μορφή τέχνης,  μπορεί και να δράσει παρηγορητικά και θεραπευτικά. Μην ξεχνάμε ότι η ιστορία στο «Αγόρι στο θεωρείο» διαδραματίζεται εξ’ ολοκλήρου σχεδόν μέσα σ’ ένα θέατρο ∙ όλα μπορούν να συμβούν σ’ ένα θέατρο που έχει γίνει μάλιστα το σπίτι σου. Και πως η αλήθεια, η προσωπική αλήθεια του καθενός μας είναι αυτή που μας κρατάει «με νύχια και δόντια από τη ζωή».

photo: Ελίνα Γιουνανλή

Εάν ερχόταν ένας έφηβος και σας έλεγε «Έχω διαβάσει το βιβλίο και μου άρεσε πολύ. Τι καινούριο θα μου δώσει η παράσταση;» τι θα του απαντούσατε; Αντιστοίχως, τι θα απαντούσατε σε κάποιον που θα σας έλεγε «Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Πρέπει να δω την παράσταση ή καλύτερα να αγοράσω το βιβλίο πρώτα;»

Θα έλεγα και στους δυο ότι η κάθε μία τέχνη έχει τους δικούς της κώδικες και τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο να σε παρασύρει και να σε γοητεύει. Είναι εντελώς διαφορετικές συναντήσεις, διαφορετικές θεάσεις και οπτικές.

Η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι μια πολύ προσωπική σχέση, τουλάχιστον εγώ έτσι την αντιλαμβάνομαι. Αναπλάθεις με τη φαντασία σου τα πάντα ενώ διαβάζεις μόνος σου. Η παρακολούθηση μιας παράστασης είναι μια εμπειρία που κατ’ εξοχήν τη μοιράζεσαι ζωντανά με άλλους, έχει τη δική της ξεχωριστή ενέργεια που πηγάζει τόσο από τη σκηνή όσο και από την πλατεία – και κάθε παράσταση είναι μοναδική, δεν μπορεί με τίποτα να επαναληφθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και την επόμενη μέρα. Γι’ αυτό και δεν συγκρίνονται μεταξύ τους κατά την άποψή μου. Είναι διαφορετικές εμπειρίες. Στη χειρότερη περίπτωση απορρίπτεις τη μια εμπειρία και κρατάς την άλλη, εκείνη που σου αρέσει, σου ταιριάζει περισσότερο. Στην καλύτερη περίπτωση όμως μπορούν έως ακόμη και ν’ αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους.

photo: Ελίνα Γιουνανλή

Info παραστάσεων:

Το αγόρι στο θεωρείο της Αγγελικής Δαρλάση | Από 4 Δεκεμβρίου στην Κεντρική Σκηνή

«Αιολική γη» του Ηλία Βενέζη | Από 11 Δεκεμβρίου στη Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη»