Το 2001 κυκλοφόρησε στο περιοδικό Atlantic Monthly ένα άρθρο από έναν άγνωστο ως τότε κριτικό ονόματι Μπράιαν Μάιερς το οποίο και προκάλεσε σεισμό στο λογοτεχνικό στερέωμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το κείμενο, που είχε τίτλο «Το Μανιφέστο ενός αναγνώστη», εξαπέλυε δριμύτατη επίθεση στους επιφανείς Αμερικάνους κριτικούς για το ότι εκθείαζαν δήθεν δυσνόητα μυθιστορήματα που ουσιαστικά ήταν κενά περιεχομένου, απλά και μόνο για να συντηρήσουν μια ελιτίστικη προσέγγιση που πήγαζε από το ότι οι ίδιοι δεν τα καταλάβαιναν. Ο Μάιερς – υπερβάλλοντας είναι αλήθεια – θεωρούσε ότι οι περισσότεροι εκ των πολυβραβευμένων Αμερικανών συγγραφέων του φερόμενου ως μεταμοντέρνου χώρου, ήταν υπερεκτιμημένοι απλά και μόνο λόγω της «δύσκολης» γραφής τους, η οποία όμως ήταν επίπλαστα δύσκολη προκειμένου να προβοκάρει, να συγχύσει τον αναγνώστη μέσω μιας αναζήτησης διαρκούς πρωτοτυπίας, ενώ στην πραγματικότητα τα βιβλία ήταν κακογραμμένα και κοινότοπα, κάτι που πάσχιζαν να καλύψουν με τη δήθεν δυσνόητη και απαιτητική τους γραφή. Αν ο Μάιερς έγραφε αυτά για συγγραφείς όπως ο Ντον Ντελίλο, σκεφτείτε τι θα έγραφε αν είχε υπ’ όψιν του ορισμένους κέντρο-Ευρωπαίους συγγραφείς όπως οι Ούγγροι Πίτερ Νάντας και ο Λάσλο Κρασναχορκάι.

Ο Κρασναχορκάι είναι γνωστός για το πόσο απαιτητικός συγγραφέας είναι. Δύσκολα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι απολαμβάνει την ανάγνωση των έργων του. Προσωπικά είχα ελάχιστη υπομονή για το φλύαρο και εντελώς δήθεν έργο συγγραφέων όπως ο Νάντας, αλλά ανέκαθεν θεωρούσα ότι ο Κρασναχορκάι διέφερε από αυτόν τον λογοτεχνικό ελιτισμό λόγω ενός πολύ ενδιαφέροντος και ιδιόμορφου αποκαλυπτικού οράματος, ενός σαγηνευτικά αινιγματικού πυρήνα στα έργα του, στα οποία δεν δίσταζε να εισχωρήσει στον χώρο του φαντασιακού και του καρναβαλικού και να παίξει με είδη και τάσεις. Σε μυθιστορήματα όπως το Τανγκό του Σατανά και ιδίως το Πόλεμος και Πόλεμος, ο Κρασναχορκάι έχει τη δυνατότητα να στήνει αλληγορίες τις οποίες ο ίδιος υπερβαίνει και οι οποίες προκαλούν πολλαπλές και συχνά αντιφατικές ερμηνείες, διατηρώντας ταυτόχρονα μια υπνωτική σχεδόν γλώσσα που εκφράζεται από τις μακροσκελέστατες, λαβυρινθώδεις προτάσεις του. Με την Επιστροφή του Βαρόνου Βένκχαϊμ μπερδεύομαι ακόμα περισσότερο. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Στο μυθιστόρημα ξεχωρίζουν δύο κυρίως χαρακτήρες: Πρώτα απ’ όλα ο ίδιος ο Βαρόνος Βένκχαϊμ, ένας αφελής, κομψός ασπρομάλλης αριστοκράτης που επιστρέφει στην επαρχιακή ουγγρική πόλη της καταγωγής του από το Μπουένος Άιρες λόγω των χρεών που είχε αφήσει σε ένα καζίνο, με την οικογένειά του να θέλει να αποφύγει το σκάνδαλο. Η επιστροφή του βαρόνου στην Ουγγαρία συνδυάζεται με μια ανελέητη σπέκουλα γύρω από την περιουσία του, την πιθανότητα να ευεργετήσει την πόλη και πολλά άλλα, που προφανώς ο Κρασναχορκάι εντάσσει στη μόδα των fake news της εποχής, ενώ όπως είναι λογικό σύντομα περιβάλλεται από ένα αλλόκοτο συνονθύλευμα καιροσκόπων. Από την άλλη έχουμε την ακόμη πιο παράξενη ιστορία του Καθηγητή, ενός παγκοσμίως γνωστού διάσημου ειδικού επιστήμονα – αυθεντία στα βρύα(!), ο οποίος αποφασίζει να τα παρατήσει όλα πίσω του και να ζήσει τη ζωή ενός ερημίτη σε μια αυτοσχέδια τρώγλη που βρίσκεται σε μια εγκαταλειμμένη βαλτώδη περιοχή στα περίχωρα της πόλης. Όμως το παρελθόν του καθηγητή δεν τον αφήνει ήσυχο, αφού η κόρη του εμφανίζεται μαζί με ένα τσούρμο κάμερες και δημοσιογράφους έξω από την τρώγλη κρατώντας πλακάτ και θέλοντας να τον αποκηρύξει. Καλώς ήρθατε λοιπόν σε άλλο ένα χαοτικό, αλλόκοτο, σουρεαλιστικό μυθοπλαστικό σκηνικό υπογραφής Κρασναχορκάι.

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι ότι το μυθιστόρημα έχει εντονότερες πολιτικές νύξεις από τα προηγούμενα του συγγραφέα. Η καυστική κριτική προς το απολυταρχικό και υστερικά ξενοφοβικό καθεστώς του Όρμπαν είναι μεν έμμεση αλλά σαφής, κάτι που φαίνεται από τη διαρκή ξενοφοβική ρητορική και την παθολογική φοβία προς τους μετανάστες που χαρακτηρίζει τους κατοίκους της πόλης, καθώς και από την άνοδο ακραίων φασιστικών συμπεριφορών, που όμως δεν κρύβουν την κωμική δουλικότητα που όλοι επιδεικνύουν όταν μυρίζονται χρήμα. Ο Κρασναχορκάι δείχνει πιο βάναυσα επικριτικός από ποτέ για τη χώρα του, κάτι που τον οδηγεί στο να επιστρατεύει ένα έντονα δηκτικό και σαρκαστικό χιούμορ. Το χιούμορ και η ειρωνεία ανέκαθεν υπήρχαν στο έργο του, αλλά υποσκελίζονταν από τη μελαγχολία και το παράλογο. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται πως ο Ούγγρος συγγραφέας επιλέγει να δώσει τη θέση του οδηγού στη σάτιρα.

Επίσης αρκετοί από τους χαρακτήρες του βιβλίου παρουσιάζουν αναμφισβήτητα ενδιαφέρον: η αθώα, δονκιχωτική φιγούρα του βαρόνου, ο αποξενωμένος καθηγητής με τη μανία καταδίωξης, αλλά και αρκετοί δευτερεύοντες χαρακτήρες του καρναβαλικού θιάσου που τους περιβάλλει (π.χ. ο οπορτουνιστής απατεωνίσκος Ντάντε) αποτελούν ευφυή ευρήματα του Κρασναχορκάι τα οποία είναι ριζωμένα σε μια μακρά και πλούσια ευρωπαϊκή παράδοση ανατρεπτικής σάτιρας, με έντονες νότες από Ραμπελαί και Γκόγκολ μεταξύ πολλών άλλων.

Καλά όλα αυτά, αλλά διαβάζοντας την Επιστροφή του Βαρόνου Βένκχαϊμ το μυαλό μου δεν μπορεί παρά να πάει και στο άρθρο του Μάιερς. Κι αυτό γιατί εκτός από τις σελίδες στις οποίες οι αρετές του Κρασναχορκάι ξετυλίγονται υπνωτίζοντας τον αναγνώστη, υπάρχουν και πολλές άλλες σελίδες που προκαλούν αφόρητη ανία. Καλή και ωραία η αινιγματική προσέγγιση όταν αφορά τη σύντομη φόρμα, αλλά γίνεται γρήγορα κουραστική όταν αφορά τη μακροσκελή φόρμα ενός εκτεταμένου μυθιστορήματος. Εδώ, τα λόγια του Μάιερς περί συνειδητά ελιτίστικης και προβοκατόρικα κρυπτικής πρόζας μοιάζουν πιο πειστικά. Η φλυαρία ποτέ δεν υπήρξε προτέρημα, ενώ οι υφολογικοί πειραματισμοί που θα μπορούσαν να τη δικαιολογήσουν έχουν λίγο πολύ εξαντληθεί εδώ και δεκαετίες.

Είναι λοιπόν θετικό το πρόσημο; Θα το έθετα ως εξής: οι φαν του Κρασναχορκάι δεν θα το σκεφτούν καν. Σε όσους πρόκειται να τον διαβάσουν για πρώτη φορά θα πρότεινα το Πόλεμος και Πόλεμος, αλλά και η Επιστροφή του Βαρόνου Βένκχαϊμ δεν είναι κακή επιλογή σαν εισαγωγή στο έργο του. Μια συμβουλή μόνο: δε χρειάζεται να νιώθουν ενοχές όταν πηδήξουν μερικές σελίδες.

Ιnfo:

«Η Επιστροφή του Βαρόνου Βένκχαϊμ» του Λάσλο Κρασναχορκάι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις