Ζει και δουλεύει στη Σιγκαπούρη. Διδάσκει κινέζικα. Οι μαθητές της και το σχολείο τα σνομπάρουν. Τα αγγλικά είναι η γλώσσα των ανώτερων τάξεων και της μόδας. Είναι από τη Μαλαισία. Στις ειδήσεις, οι πληροφορίες από τη χώρα της είναι όλες για πολιτειακές ταραχές και αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις. Η μαμά της στο τηλέφωνο της λέει διαρκώς να πάρει την υπηκοότητα της Σιγκαπούρης. Μπορεί να το κάνει γιατί είναι παντρεμένη με Σιγκαπουριανό. Αλλά δεν τον λες και ευτυχισμένο γάμο. Όχι πια τουλάχιστον. Σχεδόν δεν τον λες και γάμο δηλαδή, μοιάζει να έχει απομείνει μόνο το κέλυφός του. Ο άντρας της λείπει διαρκώς από το σπίτι, είτε για τη δουλειά του (κάπου στον χρηματοπιστωτικό τομέα), είτε όχι για τη δουλειά του, έχει φτάσει πια η σχέση τους σε ένα σημείο που δεν έχει ανάγκη καν προφάσεις για να είναι διαρκώς απών. Ίσως βέβαια η σχέση τους να μην είχε φτάσει σε αυτό το σημείο, αν δεν είχαν περάσει ήδη οκτώ χρόνια που προσπαθούσαν ανεπιτυχώς να κάνουν παιδί. Εκείνη εξακολουθεί να το θέλει πολύ και κάνει ό,τι μπορεί μπας και πετύχει η τεχνητή γονιμοποίηση. Εκείνος είναι πια εντελώς αλλού.

Αλλά στο σπίτι δεν είναι μόνη. Αλλά το σπίτι που δεν έχει καταφέρει να το γεμίσει με απογόνους δικούς της και του άντρα της, ζει μαζί τους, ζει βασικά μαζί της, ένας πρόγονος του άντρα της: ο πατέρας του, που είναι επίσης σαν τον γιο του παρών – απών, αλλά με ένα διαφορετικό τρόπο: τα έχει πια χαμένα, δεν μπορεί να μιλήσει και να αυτοεξυπηρετηθεί, έχει ανάγκη από διαρκή φροντίδα. Τα πρωινά τον φροντίζει με το αζημίωτο μια άλλη συγγενής του άντρα της, όταν γυρίζει από το σχολείο τον φροντίζει εκείνη.

Ένα σώμα που όλο λείπει απ’ το σπίτι – ένα σώμα που είναι πάντα σπίτι. Ένα σώμα που όταν έρχεται σπίτι δε θέλει άλλη επαφή με το δικό της σώμα, δε θέλει άλλη προσπάθεια, κι ας είναι στις γόνιμες μέρες της, κι ας είναι αυτός ο βασικός πια λόγος που θέλει κι αυτή επαφή με το δικό του. Κι ένα σώμα που αν το αφήσει αφρόντιστο κι αβοήθητο, θα καταρρεύσει εντελώς, ένα σώμα που χρειάζεται πια μέχρι και να του καθαρίζει τα περιττώματα και να του αλλάζει πάνες. Αλλά και να του δίνει μικρές μπουκιές φαγητό όταν τρώνε μαζί στο ίδιο τραπέζι. Δεν της λείπει η στοργή, δεν του λείπει η αγάπη, ακόμη κι αν το μυαλό του πια υπολειτουργεί βρίσκει τον τρόπο να της την δείχνει. Κι αυτό δεν είναι λίγο. Όσο για το δικό της σώμα, του κάνει ενέσεις γονιμότητας κάθε πρωί, το πηγαίνει διαρκώς για εξετάσεις, το έχει μετατρέψει μόνο σε υποψήφιο αλλά διαρκώς ματαιωμένο φορέα υποδοχής ενός νέου σώματος.

Κι ύστερα αυτός ο μαθητής της στο γυμνάσιο. Δεν είναι καλός στα κινέζικα, αλλά προσπαθεί να γίνει καλός. Είναι εξαιρετικός όμως στις πολεμικές τέχνες και συγκεκριμένα στο wushu. Eκείνης της λείπει ο άντρας, της λείπει και το παιδί. Εκείνος ένα παιδί που γίνεται άντρας, που του λείπει εντελώς η γονεϊκή παρουσία, καθώς οι γονείς του είναι -ακόμα περισσότερο από τον σύζυγό της- διαρκώς απόντες. Θα βρουν ο ένας τον άλλο αρχικά μέσα από τα μαθήματα, μετά έξω από αυτά. Εν τω μεταξύ μπαίνουμε στην εποχή των μουσώνων και όλο βρέχει.

Δυο άνθρωποι σε μεταβατική περίοδο, δυο άνθρωποι μόνοι, δυο άνθρωποι σε ανάγκη για επαφή, ζεστασιά, υποκατάσταση. Ή ίσως και όχι. Ή ίσως και δεν πρόκειται οπωσδήποτε για αναπλήρωση. Ίσως για τους εφήβους οι νέες δασκάλες είναι πάντα μια μορφή πλήρωσης, έστω και ως φαντασίωση. Και ίσως για κάθε άνθρωπο, το να νιώθει ποθητός, επιθυμητός, θελκτικός, όμορφος, αγαπήσιμος, ερωτικός, αποτελεί επίσης μια μορφή πλήρωσης.

Ένα σώμα σε ακμή, ένα σώμα γυμνασμένο και με αρμονία κινήσεων, πρωταθλητής στις χορογραφημένες πολεμικές τέχνες. Δυο σώματα που απομακρύνθηκαν το ένα από το άλλο, δυο σώματα που αποδεικνύονται μη ικανά να δημιουργήσουν μαζί μια νέα ζωή. Ένα σώμα σε παρακμή, ένα σώμα σε αποδρομή, ένα σώμα που δεν μπορεί πια να υποστηρίξει τίποτα, υποστηρίζει όμως ένα ευγενικό βλέμμα στο πρόσωπο, μια αύρα χαμόγελου, ένα δε θα περάσω τα τελευταία χρόνια της ύπαρξής μου μέσα στη μαυρίλα, ένα ακόμα κι αν δεν μπορώ να μιλήσω, ακόμα κι αν δεν μπορώ να σταθώ, θα βρίσκομαι έστω και με την έκφραση του προσώπου μου προς την πλευρά του φωτός.

Αν βάλουμε την «Εποχή της Βροχής» δίπλα σε δύο πολύ σημαντικές ταινίες από την Ασία της περασμένης διετίας, τους «Κλέφτες Καταστημάτων» και τα «Παράσιτα» οι σεναριακές και ακόμη περισσότερο οι σκηνοθετικές διαφορές είναι παραπάνω από εμφανείς. Έχουμε να κάνουμε με μια ταινία σαφώς μικρότερου βεληνεκούς και ασθενέστερου αποτυπώματος. Επιχειρεί πάντως κι αυτή και την τοπική κοινωνία και τις τομές της να καθρεφτίσει και να μας κάνει να συγκινηθούμε αυθεντικά για την ιστορία των ηρώων της. Αμφιβάλλοντας μάλλον και η ίδια για το πόσο το έχει πετύχει, προς το τέλος θα προσπαθήσει να ανεβάσει πολύ τη συναισθηματική της ένταση, σε μια σκηνή που είναι δυνατή μεν από μόνη της, αλλά μοιάζει μάλλον ξεκομμένη από το υπόλοιπο αισθητικό της περιβάλλον και μάλλον ασύμβατη με τον ως τότε χαρακτήρα των ηρώων της. Ακόμα και έτσι -και απολογούμαι για το κακό λογοπαίγνιο- σε μια εποχή τόσο έντονης κινηματογραφικής λειψυδρίας, η εποχή της βροχής είναι ευπρόσδεκτη.