Ο χρόνος είναι το 1925, αλλά ο τόπος είναι η Μοντάνα και θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε μπόλικες δεκαετίες πριν, καθώς «Η Εξουσία του Σκύλου» κάθε άλλο παρά ένα τυπικό γουέστερν είναι μεν, διαδραματίζεται όμως σε τοπία και σκηνικά από γουέστερν. Ο Τζέσε Πλέμονς και ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς είναι αδέλφια ραντζιέρηδες, γελαδάρηδες. Μολονότι μαζί δουλεύουν και μαζί ζουν, είναι πάρα πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους.

Πρωτοσυναντάμε τον Πλέμονς σε μια μπανιέρα να ρωτάει τον μέσα στη λάσπη αδελφό του αν κάνει ποτέ μπάνιο κι εκείνον να του απαντάει όχι. Ο Κάμπερμπατς που δεν πλένεται αποκαλεί μονίμως τον Πλέμονς που πλένεται “fatso”, δηλαδή χοντρέλα ή χοντρούλη. Ο Κάμπερμπατς είναι το ξεκάθαρο άλφα μέιλ ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Δεν είναι μόνο άπλυτος, είναι συνολικά τραχύς. Ευνουχίζει τα ζώα του ράντζου με γυμνά χέρια. Καμία λοιπόν έκπληξη που όταν τα δύο αδέλφια ως αφεντικά, μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες του ράντζου, βρεθούν σε ένα πανδοχείο, είναι αυτός που θα σαρκάσει τον ύποπτο θηλυπρέπειας ξερακιανό νεαρό που φτιάχνει περίτεχνα λουλούδια από χαρτί, παραδίδοντάς τον έρμαιο στα χάχανα και τη χλεύη της εκ των πραγμάτων, των συνθηκών και της εποχής μάτσο ομήγυρης.

Ο αδελφός του θα τον επιπλήξει για την αναισθησία του και θα σπεύσει να προσφέρει τη συμπαράστασή του στη χήρα μητέρα του νεαρού. Θα σπεύσει επίσης να την παντρευτεί. Η γυναίκα μετακομίζει στο σπίτι των αδελφών με τον νέο σύζυγό της, ο νεαρός έχει τώρα την οικονομική δυνατότητα να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και να σπουδάσει ιατρική, αφού τα αδέλφια είναι ευκατάστατα. Θέλει να γίνει χειρουργός. Τα καλοκαίρια θα έρχεται να μένει κι αυτός στο σπίτι και το ράντζο. Ο Κάμπερμπατς δεν εγκρίνει τον γάμο. Θεωρεί ότι η γυναίκα παντρεύτηκε τον αδελφό του για τα λεφτά, ενοχλείται ούτως ή άλλως σφόδρα από τον γιο της για αυτό που δείχνει να είναι.

Γύρω από τη σχέση και την αλληλεπίδραση των τεσσάρων αυτών ανθρώπων θα πλεχτεί όλη η ιστορία της νέας, μετά από πολλά χρόνια, ταινίας της Τζέιν Κάμπιον, με φόντο βουνά, κοπάδια, ποτάμια, παρθένα φύση, κάδρα με εικόνες που χαϊδεύουν τα μάτια.

Η Κίρστεν Ντανστ έπαιζε παλιά ζωντανά πιάνο σε κινηματογράφους των αρχών του 20ου αιώνα. Ξέρει κάτι λίγες μελωδίες. Είχε και μια πιανόλα στο πανδοχείο της. Στο σπίτι του νέου της συζύγου της υπάρχει ένα πιάνο. Ο σύζυγος, γεμάτος καμάρι για εκείνη συνολικά, καμαρώνει ως ειδικότερη έκφανσή της το ότι ξέρει να παίζει και επιμένει να παίξει ένα βράδυ μπροστά σε εκλεκτούς και επί τούτου καλεσμένους. Κι είναι σαν η δυσκολία της να παίξει, η δυστοκία της να παίξει, να λειτουργεί άθελά της ως μεταφορά για τη συνολικότερη αποτίμηση της «Εξουσίας του Σκύλου»: το «Πιάνο» δεν θα πάρει ποτέ μπρος, «Μαθήματα Πιάνου» εδώ δεν θα δοθούν, «Η Εξουσία του Σκύλου» είναι σαν ένα «Πιάνο» που θα παραμείνει σιωπηλό στα αυτιά μας και στην καρδιά μας. Το λύσιμο και η κορύφωση δεν θα έρθουν ποτέ, τα μυστικά της ταινίας που θα ξεδιπλωθούν στην πορεία της μέχρι και το τέλος της είναι σαν να έχουν μεγαλύτερη επιθυμία να αιφνιδιάσουν τον θεατή και να τον κάνουν να νιώσει είτε χαζός που η ταινία ήταν πιο έξυπνη απ’ τον ίδιο, είτε έξυπνος που κατάφερε να σταθεί στο ύψος της, είναι σαν να απευθύνονται στο μυαλό του παρά στην καρδιά του, με αποτέλεσμα, αντί η συνάντηση μαζί τους να οδηγεί στη γονιμοποίηση των συναισθημάτων, να προκαλεί κάτι σαν αμηχανία, κάτι σαν ένα «γιατί όμως τελικά όλα αυτά»;

Ας πάρουμε τον χαρακτήρα της Ντανστ και ας τον αντιπαραβάλουμε με τον χαρακτήρα της Χόλι Χάντερ στο «Πιάνο». Πόσο συναρπαστικά είχε αναπτυχθεί εκείνος, πόσο πολυσύνθετος ήταν, πόσο μπορούσες να ακουμπήσεις πάνω του, πόσο μπορείς διαρκώς να επιστρέφεις στον στροβιλισμό του. Οι δικές του αντιφάσεις ήταν αντιφάσεις ενός ανθρώπου ολοζώντανου, ενός ανθρώπου που αμφιταλαντευόταν ανάμεσα σε θέλω και σε πρέπει ή ανάμεσα σε διαφορετικά θέλω, ενώ ο χαρακτήρας της Ντανστ βρίθει από αντιφάσεις που μοιάζουν μετέωρες. Δεν καταλαβαίνουμε ποια είναι τελικά αυτή η γυναίκα, πώς ήταν τόσο λειτουργική στα ζόρια και γιατί καταρρέει τόσο πολύ όταν τα ζόρια εκλείπουν, ή γιατί της είναι τόσο δυσβάσταχτα τα νέα ζόρια, σε σύγκριση με τα προηγούμενα. Μπορούμε ίσως να φτιάξουμε θεωρίες στο μυαλό μας, αλλά δεν είναι αυτή η λειτουργία μιας κινηματογραφικής ταινίας, αυτό είναι μάλλον σημάδι ενός όχι επαρκώς στέρεου σεναρίου.

Αντίστοιχα, ο χαρακτήρας του γιου της, ο χαρακτήρας του Kόντι Σμιθ – ΜακΦι εξελίσσεται σε κάτι που λειτουργεί περισσότερο εντυπωσιοθηρικά παρά ουσιαστικά. Γιατί κάνει ό,τι κάνει; Υπάρχει μεν εξήγηση, αλλά υπάρχει πίσω από την εξήγηση και πίσω από τον εντυπωσιασμό κάποιο κέντρο βάρους που θα περίμενες από μια δημιουργό σαν την Κάμπιον; Ή τελικά ο ήρωας βρίσκεται να πρωταγωνιστεί σε ένα άλλο genre κινηματογράφου και έχουμε παρακολουθήσει μια ταινία παγίδα, που μας παγίδεψε όμως τότε για ποιον λόγο; Αχ, είναι τόσο δύσκολο και τόσο σπαστικό να πρέπει να μιλάς για τις ταινίες, προσπαθώντας να αποφύγεις τα σπόιλερ, λες και το που καταλήγει μια ταινία δεν είναι εντελώς ουσιώδες για το νόημά της και τον λόγο ύπαρξής της.

Κι ενώ από τους τέσσερις ήρωες είναι ο χαρακτήρας του Πλέμονς, εκείνος που θα παρουσιάσει τις λιγότερες διακυμάνσεις αλλά ταυτόχρονα εκείνος που θα παραμείνει έτσι κι ο περισσότερο αδιάφορος, ο χαρακτήρας του Κάμπερμπατς είναι σαφώς ο πιο πλούσιος και ο πιο ενδιαφέρων της ταινίας και εκείνος για την οποία τελικά θα την θυμόμαστε. Η πεισματική του άρνηση να βάλει σαπούνι πάνω του, η εμμονή του να κυκλοφορεί βρώμικος και λερωμένος με τα υλικά της δουλειάς, είναι μια δήλωση ταυτότητας, ένα φορεμένο δέρμα πάνω στο δέρμα του, μια διαρκής τελετουργία ματσίλας, ένας ασταμάτητος σπαραγμός. Είμαι βρώμικος άρα είμαι καθαρός, είμαι βρώμικος μην με πλησιάζετε αν δεν είστε σαν εμένα, είμαι βρώμικος αλλά μυρίζω διαρκώς το παρελθόν, το παρελθόν δεν είναι βρώμικο – είναι ιδανικό, με φορεσιές δέρματος πάνω στην αλήθειά του.

Στα ξύλινα οικίσματα εκείνης της εποχής υπήρχε ένα λάσο στο παράθυρο, με την ένδειξη «Σε περίπτωση φωτιάς», τα λάσα είναι σχοινιά που για να τα φτιάξεις πρέπει να τα πλέξεις με υπομονή, με αντοχή, με ζήλο, με καρτερία, μέχρι να ολοκληρώσεις το σχήμα του τέλειου κύκλου, το σχήμα το οποίο θα ξετυλίξεις για να δραπετεύσεις απ’ τη φωτιά ή θα το κρατήσεις ακέραιο και θα καείς ολόκληρος απ’ αυτό που είσαι, απ’ αυτό που μέσα σου νομίζεις για σκυλί.