Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ υπήρξε πασίγνωστος κυρίως για δύο βασικούς λόγους: αρχικά για το περίφημο μυθιστόρημά του Φύλακας στη Σίκαλη, το οποίο αναμφίβολα συγκαταλέγεται στα πιο επιτυχημένα βιβλία του εικοστού αιώνα και το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί διδακτέα ύλη στα αμερικάνικα σχολεία ανά τον κόσμο. Η ιστορία του Χόλντεν Κόλφιλντ παραμένει σύμβολο της ατίθασης νεότητας που επαναστατεί στα δήθεν του κατεστημένου και έχει αποκτήσει μυθική διάσταση στην πολιτιστική συνείδηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο δεύτερος λόγος που ο Σάλιντζερ υπήρξε τόσο διάσημος ήταν λόγω τού πόσο πολύ αντιστάθηκε σε αυτήν ακριβώς τη διασημότητα. Η συγγραφική του καριέρα ουσιαστικά διήρκησε μόλις δέκα χρόνια μέχρι που ο Σάλιντζερ αποσύρθηκε από το προσκήνιο, μη δίνοντας καμία συνέντευξη, ακολουθώντας τη ζωή ενός ερημίτη. Αυτό, όπως είναι φυσικό, προκάλεσε την περιέργεια κοινού και δημοσιογράφων και έδωσε τροφή σε ουκ ολίγες θεωρίες συνωμοσίας.

Όμως ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο ο Σάλιντζερ θα έπρεπε να είναι γνωστός είναι η ίδια η γραφή του. Η ικανότητά του ως πεζογράφου είναι περισσότερο αισθητή σε ορισμένα από τα διηγήματά του που συχνά ανθολογούνται ανάμεσα στα καλύτερα του αιώνα. Εκεί είναι που ο Σάλιντζερ αναπτύσσει τις αρετές του: ευφυία και οξυδέρκεια, ταλέντο στην αμφισημία, την ικανότητα να προκαλεί συναισθήματα χωρίς να τα εκβιάζει.

Το βιβλίο Η Φράννυ και ο Ζούι είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση που μέχρι σήμερα έχει φανατικούς θαυμαστές και απόλυτους επικριτές. Είναι ιδιόρρυθμο επειδή αποτελεί τη συνένωση ενός διηγήματος (Φράνι) και μιας νουβέλας (Ζούι) που ο Σάλιντζερ είχε ήδη γράψει και επέλεξε να εκδώσει σαν μία ενότητα. Οι επώνυμοι χαρακτήρες (η εικοσάχρονη Φράνι και ο εικοσιπεντάχρονος Ζούι) είναι αδέρφια και τα νεότερα μέλη της μυθοπλαστικής οικογένειας Γκλας που εμφανίζονται και σε αρκετά από τα διηγήματα του Σάλιντζερ. Το πρώτο είναι ένα διήγημα που αναφέρεται στην επίσκεψη της Φράνι για να δει τον φίλο της, Λέιν, στο πανεπιστήμιό του. Στη διάρκεια αυτής της επίσκεψης η Φράνι εκδηλώνει συμπτώματα πλήρους απέχθειας προς τη δήθεν ψεύτο-διανοουμενίστικη κουλτούρα που καλλιεργείται στα ελίτ πανεπιστήμια (μεταξύ των οποίων και στο δικό της) και σταδιακά συνειδητοποιεί ότι και ο Λέιν τελικά εκφράζει το ίδιο σύστημα αξιών.

Το δεύτερο και εμφανώς εκτενέστερο αφήγημα είναι μια νουβέλα που εκτυλίσσεται στο διαμέρισμα της οικογένειας Γκλας στη Νέα Υόρκη και χρονικά λαμβάνει χώρα λίγο πιο μετά. Ουσιαστικά ξετυλίγεται μέσα από μια σειρά διαλόγων του Ζούι με τη μητέρα του και τη Φράνι, η οποία έχει παρατήσει τις σπουδές της και έχει επιστρέψει στο πατρικό της. Και στα δύο κείμενα ξεχωρίζουν οι αρκετές αναφορές στην πνευματικότητα, τόσο σε σχέση με τον Βουδισμό όσο και σχετικά με την πνευματική διάσταση της προσευχής στον Χριστιανισμό. Είναι εμφανές ότι ένα από τα βασικά θέματα που θέλει να αναδείξει ο Σάλιντζερ είναι η βαθιά ανάγκη του δυτικού μορφωμένου αστού για μια πνευματική καθοδήγηση που θα τον οδηγήσει στο να υπερβεί το υπαρξιακό και νοηματικό κενό που δείχνει να βιώνει, προφητεύοντας έτσι την επερχόμενη μόδα για τις ανατολικές φιλοσοφίες και πρακτικές που συνεπήραν τις Ηνωμένες Πολιτείες τις δεκαετίες του εξήντα και του εβδομήντα (το βιβλίο εκδόθηκε το 1961 αλλά τα δύο κείμενα είχαν γραφτεί το 1955 και το 1957 αντίστοιχα).

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι ο Σάλιντζερ πέφτει θύμα αυτού που ο ίδιος στηλίτευε στα έργα του. Το σήμα κατατεθέν των χαρακτηριστικότερων έργων του ήταν η αποκαθήλωση της επιτήδευσης, του δήθεν, του κάθε τι ψεύτικου. Έλα όμως που το εν λόγω βιβλίο διαπνέεται από μία έκδηλη αυταρέσκεια, έναν εξυπνακισμό που η ίδια η Φράνι νιώθει απέχθεια, για να μην αναφερθούμε σε άλλους μυθοπλαστικούς χαρακτήρες του Σάλιντζερ. Το πρόβλημα έγκειται στη δεύτερη ιστορία, τη νουβέλα Ζούι, η οποία παρά το ότι δεν είναι μεγάλη σε έκταση, φαντάζει ατελείωτη ακριβώς λόγω των χτυπητών αδυναμιών της. Καμία δραματική ένταση, ανύπαρκτη πλοκή, περιττές περιγραφές, ουσιαστικά η νουβέλα βασίζεται πάνω στους διαλόγους. Αλλά ο αναγνώστης σύντομα κουράζεται με το πόσο όμορφα και γοητευτικά είναι τα δύο αδέρφια, πόσο έξυπνα, πνευματώδη, μορφωμένα, κανονικοί παντογνώστες, ιδιαίτερα ο Ζούι.

Παράλληλα η στιλιστική εικονογραφία προσεγγίζει τα κλισέ διαφημίσεων: ο ημίγυμνος Ζούι να καπνίζει πούρο δίπλα στο παράθυρο ή η Φράνι να είναι κουλουριασμένη με τον γάτο στον καναπέ. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο Σάλιντζερ όλο αυτό βεβαίως το αντιλαμβάνεται. Μάλιστα μας προϊδεάζει για το τι θα διαβάσουμε άμεσα όσο και έμμεσα. «Για να μπω κατευθείαν στο χειρότερο, αυτό που σκοπεύω να καταθέσω κάθε άλλο παρά διήγημα είναι, αλλά κάτι σαν πεζή ερασιτεχνική ταινία με οικογενειακό θέμα…». Ο Σάλιντζερ, με μια μεταμοντέρνα πινελιά αυτοαναφορικότητας, ουσιαστικά μας κλείνει το μάτι αποδεχόμενος εκ προοιμίου τις αδυναμίες του έργου και προχωρώντας έτσι ένα βήμα προς την κριτική του αποκαθήλωση. Κι αυτό επειδή προφανώς και ο Σάλιντζερ είναι ευφυέστατος και ξέρει την ίδια του τη γραφή. Το ζήτημα είναι αν αυτό αρκεί. Αν δηλαδή η παιχνιδιάρικη αλληλεπίδραση με τον αναγνώστη και τις προσδοκίες του είναι ένα απλό αφηγηματικό τρικ ή καταλαμβάνει μια σοβαρή θέση στη βιβλιογραφία του, η οποία αν προσεγγιστεί συνολικά, τότε αποκτά νόημα και βαρύτητα. Τελικά τώρα που το ξανασκέφτομαι αυτή ακριβώς η αμφισημία είναι που αντανακλά το παιχνιδιάρικο πνεύμα του Σάλιντζερ. Ας αφήσουμε ελεύθερο τον αναγνώστη να κρίνει.

 —

«Η Φράννυ και ο Ζούι» του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη