Την τελευταία δεκαετία ζω σε μια πόλη εργοτάξιο. Το κορμί της κατασκαμμένο, φτιασιδωμένο με σκαλωσιές και περιφράξεις, τρύπες και θεμέλια, φασκιωμένο σε κουκούλι αναδόμησης, καλυμμένο με επιδέσμους και προστατευτικά (για να κρύβεται ή από φόβο μη χυθεί στη θάλασσα;). Μια πόλη υπό κατασκευή. Επεμβάσεις σε βάθος και σε ύψος, από μετροπόντικες και γερανούς. Χρόνια έχω να δω τη μορφή της ολοκληρωμένη. Ψηφίδες μόνο και εικόνες από τα προσεχώς. Και το πρόσωπό της το τσιμεντένιο, το μέτωπό της το παράλιο, κι αυτό εδώ και κάμποσα χρόνια στο κρεβάτι του πολεοδομικού πλαστικού.

Πάνε πολλές δεκαετίες που η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη υπό κατασκευή. Όποιος κατά καιρούς τη διαφέντευε είχε και από ένα όραμα γι’αυτήν, λιγότερο ή περισσότερο μεγαλόπνοο, ολοκληρωμένο ή σαφές. Πάντως έπρεπε με κάθε τρόπο να της βάλει λεπίδι. Ή σφυρί, σαν αυτό που κάπου στα 1860 όπλισε το χέρι του Πασά της πόλης και τάισε τον Θερμαϊκό με ερείπια, γκρεμίζοντας τα τείχη που για αιώνες χώριζαν τη γη από τη θάλασσα. Κι ο Θερμαϊκός, χορτάτος, ξέβρασε υπό την καθοδήγηση των εργατών της Suez Canal Company την προκυμαία και την πρώτη παραλιακή οδό της πόλης, που έκτοτε, ανάλογα με τις ανάγκες και τα οράματα, μεταλλασσόταν.

Πάντοτε όμως ο ρόλος της κομβικός. Είτε για να στεγάσει το εμπορικό αλισβερίσι είτε για το κοσμοπολίτικο καλωσόρισμα είτε για ράθυμους περιπάτους είτε για ίδιους σκοπούς. Γι’αυτό και όλοι θέλησαν να τη σμιλέψουν σε δικό τους καλούπι. Από τον «πολεοδομικό νονό» της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, Ernest Hébrard -που ανέλαβε να επανασχεδιάσει την πόλη μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917-, που οραματίστηκε μια διαπλατυσμένη παραλία και τη δημιουργία ενός μεγάλου, μητροπολιτικού avant la lettre, πάρκου στον κάθετο άξονά της, για να καταλήξει να δει τα σχέδιά του να πολτοποιούνται και το όνομά του να κοσμεί ένα μικρό, τυφλό σοκάκι στο κέντρο της πόλης, ως τον εθνάρχη Καραμανλή, που 100 χρόνια μετά τον Τούρκο Πασά, άνευ λοιπού οράματος, μπάζωσε το ανατολικό κομμάτι της κατ’ όνομα παραλίας, επεκτείνοντας την προκυμαία και κερδίζοντας το δικαίωμα να βαφτίσει μια Λεωφόρο και να εποπτεύει στους αιώνες την πόλη από τον παραθαλάσσιο ανδριάντα του.

Πίσω στην τελευταία δεκαετία, τα οράματα πολλά. Διαπλάτυνση, πεζοδρόμηση της παραλιακής Λεωφόρου Νίκης, σχέδια για υποθαλάσσια αρτηρία, για θαλάσσια συγκοινωνία κατά μήκος του Θερμαϊκού, για τραμ. Και την ίδια στιγμή, το αναγκαίο λίφτινγκ στο κακογερασμένο παραλιακό μέτωπο. Πρώτα στον Λευκό Πύργο, το μόνο κομμάτι που απέμεινε να θυμίζει τα θαλάσσια τείχη, μετά στο ανατολικό άκρο, και πιο πρόσφατα στο ανάμεσό τους. Που προκάλεσε αντιδράσεις ή ενθουσιασμό ή πολιτικές κόντρες, αλλά πάντα καταλήγοντας στην ίδια επωδό: πότε θα μπορέσουν οι Θεσσαλονικείς να απολαύσουν την παραθαλάσσια promenade τους απρόσκοπτα; Και θα πάψει να εγκλωβίζεται το βλέμμα που αποζητά την έξοδο στη θάλασσα σε χωμάτινους λόφους και λαμαρινένιες περιφράξεις; Και, κυρίως, τι θέλουμε να πετύχουμε με όλα αυτά;

Την περασμένη Κυριακή, εν χορδαίς και οργάνοις, και με την απαιτούμενη εσάνς επικοινωνιακής πολιτικής από τον νυν Δήμαρχο (διότι ο τέως που την οραματίστηκε έχει περιορισμένη ορατότητα από ‘κει που βρίσκεται), αποκαλύφθηκε άτυπα στην πόλη το άρτι εγχειρισμένο κούτελό της. Πρόωρα, καθώς δεν έχουν περατωθεί στο σύνολό τους οι εργασίες, για να συμπέσει με τη δεύτερη Κυριακή απόπειρας πεζοδρόμησης της παραλιακής και να χωρέσει να υποδεχτεί όλο αυτό το ανθρώπινο κύμα που τελικά προτιμά να ζήσει έξω, παρά εγκλωβισμένο. Και για να μας δώσει κουράγιο να αντέξουμε λίγο ακόμη τα εργοτάξια.


Φωτογραφία Γιώργη Γερόλυμπου από την προσωπική του ιστοσελίδα

Μια πόλη, μια βόλτα. Γύρω στα 5 χιλιόμετρα από το Λιμάνι ως τη θεσσαλονικιώτικη Σαλαμίνα, στο Μέγαρο Μουσικής. Μια βόλτα αρκετά μεγάλη ώστε να χωρέσει ξύλο, γυαλί, τσιμέντο και μάρμαρο, τέχνη και σκέιτ, δέντρα, νερό, πουλιά κι αγάλματα, άμμο, ήλιο και Μεσόγειο, ήχους, μουσικές και φώτα, που έπλασαν και δάνεισαν τα ονόματά τους στους Κήπους που κεντάνε το νέο πρόσωπο της Νέας Παραλίας της Θεσσαλονίκης. Και ένα μεγάλο επίγειο κατάστρωμα για να αγναντεύουμε τις ημέρες που φεύγουν και το μέλλον που έρχεται. Το μέλλον υπό κατασκευή. Εμείς πρέπει να κάνουμε υπομονή για να δούμε τα δέντρα να ψηλώνουν και να ανθίζουν, το αστικό περιβάλλον να αποκτά ζωή και να μετατρέπεται από σύνθεση οικοδομικών υλικών και καλλωπιστικών στοιχείων σε προέκταση της ζωής μας. Κι εκείνοι, που η δουλειά τους είναι να οραματίζονται, να μας δείξουν τη μεγάλη εικόνα πίσω από τις πολλές επιμέρους.

Τώρα δηλαδή που καθάρισε το κούτελο της πόλης, είναι ώρα να καθαρίσει και το βλέμμα της. Για να καταλάβει επιτέλους προς τα πού κοιτάει. Δε με νοιάζει πού καταλήγει η βόλτα στην Παραλία. Στο μέλλον της πόλης, εκεί θέλω να με βγάλει. Είναι καταδικασμένη να είναι όμορφη αυτή η πόλη, ακόμη και κάτω από τους επιδέσμους της. Όμως εκτός από όμορφη, πρέπει και να υποφέρεται. Μπορώ να αντέξω τους επιδέσμους και την αναμονή. Αλλά θέλω να ξέρω το γιατί. Θέλω να ξέρω τι θα βγει όταν σκάσει το κουκούλι.