Για την καλλιτεχνική ομάδα της «Θέρος», «Η Γραμμή του Ορίζοντος» αποτελεί τα τελευταία πέντε χρόνια ένα κείμενο-πρόσκληση, να αναζητήσει νέους τρόπους και δρόμους στη θεατρική τέχνη. Συγγραφέας, σκηνοθέτης και ραδιοφωνικός παραγωγός, ο Χρήστος Βακαλόπουλος γεννήθηκε και έζησε στην Κυψέλη και άφησε το αποτύπωμά του με το αξεπέραστο ύφος και την οξυδερκή και στοχαστική ματιά του στην Ελλάδα των δεκαετιών του ’80 και του ’90.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος πέθανε στα 37 του χρόνια το 1993 και δυο χρόνια πριν από τον θάνατό του έγραψε τη «Γραμμή του ορίζοντος», ένα μυθιστόρημα – λαβύρινθο σε αισθήματα και δυσερμήνευτες αισθήσεις των ανθρώπων μιας χώρας που επιχειρούσε να βρει τη φωνή της σε ένα διεθνές περιβάλλον. Ο Βακαλόπουλος μέσα από την ηρωίδα του Ρέα Φραντζή συναντά τον παιδικό και τον ενήλικο εαυτό του μέσα από μια τολμηρή ομολογία που μας προσφέρει μια καθαρκτική αλήθεια. Στα τριάντα ένα κεφάλαια του έργου του δημιουργεί την πλοκή και την εικόνα μιας χαμένης σήμερα πατρίδας μέσα από την επώδυνη συνειδητοποίηση των μεγάλων αλλαγών.

Η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη, καλλιτεχνική διευθύντρια της Εταιρείας Θεάτρου «Θέρος» με μια σειρά δημιουργών από όλο το φάσμα των τεχνών παρουσιάζει μέχρι τον Ιούνιο του 2021, τις “Μεταμφιέσεις”, εμπνευσμένες από τη “Γραμμή του Ορίζοντος” του Χρήστου Βακαλόπουλου που μεταμφιέζεται σε παράσταση και αυτή με τη σειρά της σε ραδιοφωνική εκπομπή, σε έκθεση, σε ταινία, σε μουσική, σε συζητήσεις, φέρνοντας κοντά 14 ραδιοφωνικούς παραγωγούς, 11 εικαστικούς, 15 κινηματογραφιστές, 15 μουσικούς, φιλολόγους, λογοτέχνες και μελετητές σε ισάριθμα έργα βασισμένα στο εμβληματικό αυτό μυθιστόρημα.

Με αφορμή το μωσαϊκό που επιχειρεί να αποτυπώσει τη θεματική και μορφική πληθωρικότητα του σπουδαίου έργου του Χρήστου Βακαλόπουλου, μιλήσαμε με την Ηλέκτρα Ελληνικιώτη για τον πλούσιο, συγκινητικό, οξυδερκή και βαθύ κόσμο του πρόωρα χαμένου διανοούμενου που κοίταζε πάντα προς τη «Γραμμή του Ορίζοντος».

Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με το έργο του Χ. Βακαλόπουλου και τι ήταν αυτό που σας έκανε εντύπωση; Τόσο από το λογοτεχνικό του ύφος όσο και από την εποχή του;

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του ήταν όταν διάβασα το «Υπόθεση Μπεστ Σέλλερ». Για να είμαι ειλικρινής, δεν με ενθουσίασαν ούτε οι ήρωές του ούτε το πώς αποτύπωνε τις γυναίκες. Αλλά είχε μια προφορικότητα και μια αμεσότητα (κι εγώ μια περιέργεια να δω πώς εξελίχθηκε η γραφή του) και θέλησα να διαβάσω και τους«Πτυχιούχους». Τα πράγματα καλυτέρεψαν, σαν να χτύπησε τα θέματα που τον απασχολούσαν μια μελαγχολία και οι άντρες ήρωες του έγιναν λίγο πιο ανθρώπινοι. Αμέσως μετά, στις «Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες», εισήχθη και η παιδικότητα και τότε νόμισα πως είχα πλέον μια σαφή εικόνα του συγγραφέα Χρήστου Βακαλόπουλου. Και μετά ήρθε η «Γραμμή του Ορίζοντος» και με ισοπέδωσε. Όλα τα θέματα που γυρόφερνε, όλες οι υφολογικές δοκιμές που έκανε στα προηγούμενα βιβλία του, εδώ είχαν πάρει τη θέση τους. Όλα ήταν ωραία· με τον τρόπο που κι ο ίδιος χρησιμοποιεί τη λέξη: ήταν στην ώρα τους. Η αναχώρηση μιας ηρωίδας στο τέλος του «Υπόθεση Μπεστ Σέλλερ» για Πάτμο, το σοκ που υπέστη η Κυψέλη το 1965 και η θέα της Γραμμής του ορίζοντος στους «Πτυχιούχους», το ωραιότερο κορίτσι της τάξης στις «Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες», και ένα πλήθος ακόμα νευρωσικά γοητευτικών και ετερόκλητων υλικών που συνέθεταν τη γενιά του και την εποχή του, στη «Γραμμή» αποτυπώθηκαν με έναν τρόπο ασύλληπτο. Και ενώ ήταν πάντα εκεί σε κάθε βιβλίο του, η παρουσία τους στο τέταρτο μυθιστόρημά του έχει μια βασική διαφορά: έχει φροντίδα, έχει έγνοια. Τα κορίτσια και οι γυναίκες για τα οποία χρόνια έγραφε σε πρώτο πρόσωπο, στη «Γραμμή» έρχονται στο προσκήνιο. Οι φίλοι του αποσύρθηκαν στο βάθος, κι ο ίδιος αρκέστηκε στο να ακολουθεί μια γυναίκα. Αν κατόρθωσε ο Βακαλόπουλος να συνθέσει με τρόπο τόσο δόκιμο και πυρηνικό τη φυγή μιας γυναίκας, είναι γιατί έκανε πρώτα ο ίδιος τη μεγάλη έξοδο από τον εαυτό του και την εποχή του· νοιάστηκε για κάτι έξω από αυτόν. Είναι σίγουρο ότι αν δεν ήταν τα πρώτα τρία μυθιστορήματά του, δεν θα είχε υπάρξει «Η Γραμμή του ορίζοντος». Γιατί, όπως και στον ίδιο άρεσε να λέει: πρέπει να πατήσει κανείς το πύρινο έδαφος της πραγματικότητας, έτσι αναζητά και βρίσκει την ονειρική υφή της. Αντίστοιχα και η εποχή του (η εποχή και η μεταπολιτευτική γενιά των γονιών μου) ήταν και μια εποχή που είχε κάποια στιγμή τη δυνατότητα να φέρει μια μεγάλη ανατροπή, επειδή είχε αφεθεί στο να κάνει καταλυτικά λάθη. Άσχετα αν δεν την έφερε τελικά την ανατροπή, αυτό δεν αναιρεί ότι ήταν μια εποχή που είχε δυνάμει αυτή την ικανότητα.

Η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη καταδύεται στον κόσμο του Χρήστου Βακαλόπουλου

 Για την Ελλάδα όπως την περιγράφει ο Βακαλόπουλος, εσείς τι εικόνα έχετε;

Είναι η Ελλάδα που προτιμώ, που επιλέγω. Είναι η πραγματική χώρα και όχι το άβαταρ που οι «ιστορικές αναγκαιότητες» δημιούργησαν, σε συνεργασία με τις στρεβλές αφηγήσεις της και την ασθμαίνουσα προσπάθεια για εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό. Αγαπώ τους μπερδεμένους και λαχανιασμένους Έλληνες που εκστράτευσαν τη δεκαετία του ’90 στα ελληνικά νησιά, με τα διακοποδάνεια να αναπνέουν στο σβέρκο τους και την καλομαυρισμένη Ευρώπη να τους χαιρετάει από το beach bar. Αγαπώ τους μεταπτυχιακούς φοιτητές της μεταπολίτευσης, που στο όνομα ενός γονεϊκού ονείρου που δεν είχαν πολυκαταλάβει ακριβώς, δέχτηκαν να στοιβαχτούν στα λεωφορεία και τα εστιατόρια ευρωπαϊκών χωρών που δεν γνώριζαν ίσως ούτε τη γλώσσα. Αυτούς και άλλους τόσους ζωντανούς Έλληνες του Σταύρου Τσιώλη τους αγαπώ τόσο όσο και τους «αόρατους Έλληνες» του Βακαλόπουλου, αυτούς που δεν μπήκαν σε αυτό το κυνήγι ευτυχίας, που προτίμησαν να σιωπήσουν και να μην διεκδικήσουν παραπάνω χώρο ή να σκύψουν μελαγχολικά το κεφάλι ψιθυρίζοντας τις πιο μεγάλες αλήθειες για την Ελλάδα. Όλη αυτή η αντίφαση είναι η Ελλάδα και την υποστηρίζω με όλη μου τη δύναμη. Δεν βλέπω καμιά απόσταση ανάμεσα στον Άκη Πάνου και τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Το αφήγημα της απόστασης είναι πλαστό, είναι ένα κατασκεύασμα αυτό το εθνικό «σχίσμα», με μοναδικό σκοπό να συνεχίσουν να επιπλέουν οι αρχαιολάγνοι φελλοί, οι άξιοι συνεχιστές των Φαναριωτών, οι φιλελεύθεροι δραχμιστές και οι ιδρυματικοί «μένουμε Ευρώπηδες». Από το γλωσσικό ζήτημα μέχρι τα σημερινά διλημματικά δημοψηφίσματα, ο μόνος κίνδυνος και η πραγματική ντροπή αυτής της χώρας ήταν ανέκαθεν αυτοί που τα δημιουργούν όλα αυτά γιατί «ξέρουν καλύτερα από το πόπολο», αλλά τελικά μένουν έξω από αυτά, ποτέ δεν τους αγγίζουν.

Αυτή η χώρα που περιγράφει δεν υπάρχει πια. Ή υπάρχει και τι έχει μείνει ίδιο αν έχει μείνει κάτι;

Κατά την άποψη μου, υπάρχει και βασιλεύει. Οι μορφές μπορεί να έχουν αλλάξει (με ιλιγγιώδη ρυθμό), αλλά το περιεχόμενο είναι ίδιο και απαράλλαχτο. Γιατί ο Βακαλόπουλος δεν έγραψε τη «Γραμμή του ορίζοντος» για να«κρίνει τον κόσμο», αλλά «για να αφήσει το  βλέμμα του να κυλήσει σαν καθαρό νερό, να το στείλει ταξίδι». Κι έτσι κατόρθωσε να αποτυπώσει τη χώρα όπως ακριβώς είναι: ως ένα μωσαϊκό πολλών και αντιφατικών στοιχείων. Υπάρχουν ακόμα οι δημοσιογράφοι με το σπίτι στη Σαντορίνη, αλλά και οι ωραιότερες της τάξης· υπάρχει ακόμα ο υστερικός τουρισμός, αλλά και αόρατα ελληνικά νησιά· υπάρχουν ακόμα τα κορίτσια των βορείων προαστίων, αλλά και οι Ρέες. Τη θέση της τηλεόρασης μπορεί να την πήρε το διαδίκτυο, και μπορεί εν τέλει να βρέθηκε ο τρόπος να διαφημίζονται και τα σκατά (όπως μας απέδειξε το πρόσφατο τρέιλερ στο Καλλιμάρμαρο), αλλά άνοιξαν και περισσότερα θερινά στο κέντρο της πόλης και ευτυχώς τους περισσότερους μήνες του χρόνου σε αυτή τη χώρα ακόμα νυχτώνει σιγά – σιγά.

Η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη καταδύεται στον κόσμο του Χρήστου Βακαλόπουλου

Χρήστος Βακαλόπουλος

Εσείς από αυτά που περιγράφει τι θα θέλατε να κρατήσετε, ποιο είναι το κρίσιμο κατά τη γνώμη σας;

Είναι δύσκολο να διαλέξω μόνο μερικά, καθώς συνολικά το μυθιστόρημα είναι για μένα ένα εγχειρίδιο για το πώς να ζεις και να είσαι Ελληνίδα και Έλληνας· έχει μια ολιστική θεώρηση της ζωής. Και ταυτόχρονα η ηθική και το ήθος του ίδιου του Βακαλόπουλου στη συγγραφή είναι εξίσου κρίσιμα στη δημόσια συζήτηση. Αφενός, δηλαδή, είναι πολύ κρίσιμο το ζήτημα της σχέσης που σύναψε η Ελλάδα με τη Δύση, από τη νεοελληνική επανάσταση και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Αφετέρου, εξίσου κρίσιμη είναι και η εκ των έσω αναγνώριση και αποδοχή της ατομικής ευθύνης του καθενός. Εκ των έσω όμως, όχι με το παρωχημένο και πολιτικά επικίνδυνο «από έξω» των τελευταίων 10 μηνών. Την πνευματική και οντολογική ευθύνη που ο καθένας από εμάς φέρει για το πώς ξοδεύει ή επενδύει «τη βιωτή» του, όπως προτιμούσε να την αποκαλεί και ο Χρήστος Γιανναράς. Αυτό που ζεις εφαρμόζεις και στην κοσμοθεωρία σου, και αντίστροφα το πώς εφαρμόζεις την κοσμοθεωρία σου είναι και το αποτύπωμα της ζωής σου. Αλλά αυτά τα δύο (το Ελλάδα – Δύση και η ευθύνη του καθενός) μπορούν να σταθούν ολόκληρα μόνο μαζί και μόνο με τον τρόπο του Βακαλόπουλου: με φροντίδα…

Η ηρωίδα του Βακαλόπουλου, είναι μια γυναίκα που έρχεται από την Ελβετία όπου ζει στην πατρίδα της την Ελλάδα, και μια ευκαιρία για να μας περιγράψει μέσα από τα λόγια της ο συγγραφέας, την ιδέα που είχαμε για την κεντρική Ευρώπη, τους ανθρώπους της, τον τρόπο ζωής και συνήθειες που ήταν πολύ μακρινές για εμάς. Πώς σας φαίνεται αυτός ο κόσμος;

Όχι πολύ μακρινός, αν αναλογιστεί κανείς πως και σήμερα ένα δημοφιλές αφήγημα είναι αυτό «των Ελλήνων που μόνο η Ευρώπη αναγνωρίζει την αξία τους». Ξέρετε, έχει προκαλέσει μεγάλο εθνικό κακό η αγωνία της Ελλάδας να γίνει Ευρώπη και ταυτόχρονα να αποδείξει πως 400 χρόνια οθωμανικής αυτοκρατορίας την άφησαν αλώβητη. Για να το πετύχει αυτό δέχτηκε να υποστηρίξει το σενάριο επιστημονικής φαντασίας που έγραψε η Ευρώπη για την Αρχαία Ελλάδα και τη σχέση του νεοελληνικού κράτους με αυτήν. 200 χρόνια διαπραγματευόμαστε την ντροπή που μας μπόλιασαν για το ότι δεν περάσαμε Διαφωτισμό- τρομερή απώλεια για τους γνήσιους απογόνους του Αριστοτέλη! Αν δεν είχε συμβεί αυτό τον 19ο αιώνα, δε θα παρακολουθούσαμε σήμερα τρομοκρατημένοι τις ανεγέρσεις πολιτιστικών αναβατορίων, ούτε θα εγκαλούμασταν για την ευρωπαϊκή μας παιδεία, η έλλειψη της οποίας μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε την αξία μιας εκατοστάδας λαμπτήρων φθορισμού στη Βασιλίσσης Σοφίας.

Το πιο έξυπνο στη βιογραφία της Ρέας Φραντζή, είναι η επιλογή του Βακαλόπουλου να έχει περάσει μόνο ένα καλοκαίρι στην Ελβετία -ένα σκάρτο τρίμηνο καθόρισε τη στάση της και την αντίληψή της για είκοσι ολόκληρα χρόνια! Αυτό συμβαίνει και με την Ελλάδα και τη Δύση – γη της επαγγελίας: μια σκλαβωμένη χώρα πείστηκε ότι πρέπει να «γίνει ένα με τον απελευθερωμένο κόσμο», γιατί «είχε μείνει πολύ πίσω» και άρχισε να τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από συνήθειες και τάσεις που δεν είχε ούτε κατά διάνοια προλάβει να αφομοιώσει.

Η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη καταδύεται στον κόσμο του Χρήστου Βακαλόπουλου

 Παράλληλα με την περιγραφή της κεντρικής Eυρώπης και μιας χώρας που έμοιαζε Γη της επαγγελίας υπάρχει και η περιγραφή όχι μόνο της Ελλάδας αλλά των ανθρώπων της και πώς ένιωθαν, ένα χαρμάνι συναισθημάτων αλλά και μια διαφορετικότητα από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους που τους έκανε να νιώθουν καλά. Ας πούμε ότι ήταν υπερήφανοι για την ελληνικότητα, για μοναδικά στοιχεία που μπορούσαν να τους κάνουν μοναδικούς. Το νιώθουμε αυτό σήμερα; Και τι εννοούμε όταν μιλάμε για ελληνικότητα στον 21ο αιώνα;

Πράγματι, είναι χαρακτηριστικό το πώς περιγράφει σαν «χρόνια αθωότητας» εκείνα που ακόμα οι Έλληνες ένιωθαν καλά με τα επιμέρους στοιχεία που τους συνέθεταν και τα οποία μάλιστα έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το ευρωπαϊκό αίτημα. Ένιωθαν καλά με το ότι ακόμα «ήταν μια ιδρωμένη κοινότητα, βασανισμένη,ταλαιπωρημένη», μια κοινότητα που πίστευε ότι υπάρχουν όλα κι όλα τρία μέρη στον κόσμο, η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη. Δεν ξέρω σε τι βαθμό και πόσοι το νιώθουμε αυτό σήμερα, γιατί αργά και σταδιακά ο σύγχρονος Έλληνας (όπως και κάθε άνθρωπος) στερείται του δικαιώματος σε μια τοπική παρέα, σε μια εθνική οικογένεια· η απαίτηση είναι να είναι πολίτης του κόσμου· με κάθε κόστος. Έτσι εξαφανίζονται έθιμα, ερημώνουν χωριά και πεθαίνουν επαγγέλματα, αλλά επίσης αίρεται και η συνέχεια της Ιστορίας. Έχει δαιμονοποιηθεί και η ανάγκη για δεσμούς με οτιδήποτε εθνικό, από τότε που αυτό ταυτίστηκε με την ακροδεξιά και τον φασισμό ή μετα νεοφιλελεύθερα πανηγύρια του «ήχος και φως». Όμως το να είσαι ή να νιώθεις Έλληνας ήταν πάντα περισσότερο πνευματική διαδικασία και λιγότερο πολιτική ή/και ταυτοτική.

Υπάρχουν ορισμένοι λαοί και έθνη, όπως οι Έλληνες και οι Ρώσοι για παράδειγμα, που κουβαλούν τη μη λογικά αποδείξιμη βεβαιότητα πώς μεταφυσικό και πραγματικότητα πάνε μαζί και μόνο μαζί: το ένα αναγιγνώσκει το άλλο και ανάποδα. Δεν μπορούν να το αποδείξουν αλλά είναι βέβαιοι. Όπως είναι βέβαιοι ότι εκείνοι με το να ζουν, στέκονται στην κόψη αυτών των δύο, κι άλλοτε ρέπουν προς τη μία, κι άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση, αλλά ποτέ δεν στέκονται μοναχά στο ένα. Έτσι μάλιστα στην ανάγνωσή του είναι δυο φορές σπουδαίος ο στίχος του Σολωμού για την κόψη του σπαθιού. Αυτή η κόψη, αυτή η στιγμή, ένα «εν δυνάμει» στο διηνεκές -ταυτόχρονα ελεύθεροι και πολιορκημένοι. Ταυτόχρονα γελοίοι και βαθείς, ανατολίτες και δυτικοί, ανερμάτιστοι και αρμονικοί. Δεν εννοούμε ασφαλώς όλοι το ίδιο όταν μιλάμε για ελληνικότητα σήμερα. Αλλά η ελληνικότητα για την οποία μαρέσει να (συν)ομιλώ είναι η παραπάνω μέσεςάκρες. Αυτή που επιλέγει για σημαία, για σύμβολό της, όχι την καλοτεντωμένη γαλανόλευκη των παρελάσεων, αλλά (όπως λέει και ο Βακαλόπουλος) αυτή που κυματίζει κουρελιασμένη στα ψαροκάικα. Αυτό είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο: να δεις για πρώτη φορά ζωντανή αυτήν την ελληνική σημαία.