Δυο γεγονότα που απέχουν μεταξύ τους δύο μόλις χρόνια, 1972-1974, η διετία στις αρχές του εβδομήντα που κλόνισε την Αμερική, η διετία του Watergate. Το σκάνδαλο είχε μόλις ξεσπάσει, όταν έλαβε χώρα η μονομαχία του Μπόμπι Φίσερ με τον Μπόρις Σπάσκι για τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή στο Σκάκι το καλοκαίρι του 1972 στο Ρέικιαβικ, ενώ η κατάληξή του, η παραίτηση δηλαδή του Νίξον, θα γίνει στις 8 Αυγούστου του 1974, την επόμενη ημέρα της βόλτας πάνω σε ένα σχοινί ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους του Γάλλου σχοινοβάτη Φιλίπ Πετίτ. Και αυτά δεν τα αναφέρω μόνο εν είδει ιστορικής αναδρομής, καθώς και οι δύο ταινίες δεν αντιστέκονται στον πειρασμό να μας τα δείξουν στο φόντο. Δυο ταινίες δύο συμπτωματικά συνομήλικων (γεννημένων το 1952) αμερικάνων σκηνοθετών, με δεκαετίες παρουσίας στο κοντέρ τους, το «Θυσιάζοντας ένα Πιόνι» του σχεδόν πάντα μετρίως μέτριου Έντουαρντ Ζουίκ και το «Βόλτα στο Κενό» του σαφώς άλλου διαμετρήματος Ρόμπερτ Ζεμέκις, που έχει αφήσει πίσω του ταινίες σημεία αναφοράς για την ποπ κουλτούρα και όχι μόνο. Κι από πίσω τους δύο πρόσφατα ντοκιμαντέρ για τα ίδια ακριβώς θέματα (To “Bobby Fischer Against the World” της Liz Garbus που ήταν υποψήφιο για το όσκαρ ντοκιμαντέρ το 2011 και το “Man on Wire” του Τζέιμς Μαρς που πήρε το όσκαρ ντοκιμαντέρ του 2008) έρχονται αναπόφευκτα να συγκριθούν με τις ταινίες. Και δύσκολα θα αρνηθεί κανείς πως η σύγκριση ευνοεί ξεκάθαρα τα ντοκιμαντέρ που προηγήθηκαν.

Aπό την άλλη, όσο κι αν είναι έντονος ο πειρασμός να αναρωτηθείς πόσο λόγο ύπαρξης έχουν ταινίες που μεταγράφουν μυθοπλαστικά αληθινά γεγονότα και καταλήγουν υποδεέστερες των ντοκιμαντέρ που προηγήθηκαν, είναι νομίζω τελικά λάθος τρόπος σκέψης. Γιατί οι ταινίες είναι απείρως πιθανότερο να σε κάνουν να δεις τα ντοκιμαντέρ, παρά να σε εμποδίσουν να τα δεις. Απλά όποιος τυχόν έχει δει πρώτα τις ταινίες και θελήσει να περάσει μετά και στα ντοκιμαντέρ έχει να ικανοποιηθεί πλήρως, ενώ όσοι είχαν δει τα ντοκιμαντέρ και περάσουν στις ταινίες, θα βιώσουν αντίθετα συναισθήματα.

Στη σύγκριση πάντως των δυο ταινιών μεταξύ τους, είναι το «Θυσιάζοντας ένα Πιόνι» αυτή που έχει τον σαφώς ασθενέστερο λόγο ύπαρξης. Ψυχρός πόλεμος στο φουλ, δεν έχουμε να κάνουμε απλά με μια μονομαχία για τον παγκόσμιο τίτλο στο σκάκι, αλλά ο ουσιαστικά αυτοδίδακτος Μπόμπι Φίσερ αμφισβητεί βάσιμα τα πρωτεία της τεράστιας σοβιετικής σχολής. Ποιο σύστημα από τα δύο θα αποδειχθεί δια του σκακιού πως έχει την πνευματική υπεροχή; Μάχη ενάντια στην παρακμιακή Δύση από τη μια σκοπιά, μάχη υπέρ της δημοκρατίας και της ελευθερίας από την άλλη σκοπιά. Στη χειρότερη σκηνή της ταινίας βλέπουμε μια καρικατούρα του Νίξον και του Κίσιντζερ να παρακολουθούν από την τηλεόραση μια παρτίδα. Ο Φίσερ είναι ένας από τους καλύτερους σκακιστές όλων των εποχών και κάποιοι τον θεωρούν και τον καλύτερο. Αλλά είχε και μυαλό εκτός από ιδιοφυές και πειραγμένο. Ή ίσως πειραγμένο επειδή ήταν ιδιοφυές. Απαιτήσεις ντίβας, απαιτήσεις παράλογες, απαιτήσεις που είτε ήταν πρόσχημα είτε όχι, τον έκαναν τελικά το 1975 να χάσει τον τίτλο του από τον Ανατόλι Καρπώφ χωρίς να παίξει μαζί του. Και στο τοπ της καριέρας του τα εγκατέλειψε ουσιαστικά όλα και τις δεκαετίες που ακολούθησαν κατέληξε σκιά του εαυτού του. Ακολούθησε μια χριστιανική αίρεση της κακιάς ώρας που ειδικευόταν στις θεωρίες συνωμοσίας, έγινε έντονα αντισημίτης αν και εβραϊκής καταγωγής ο ίδιος. Μεγάλωσε χωρίς πατέρα, ο αληθινός πατέρας του, άλλος από αυτός που έλεγαν τα ληξιαρχεία, πέθανε όταν ο Φίσερ ήταν μικρός, η μητέρα του να διαδηλώνει παντού για την παγκόσμια αδικία, υπήρχε μια έντονη γονεϊκή απουσία στη ζωή του. Ο Φίσερ από παιδί αφοσιώθηκε εντελώς στο σκάκι, η ζωή του ήταν μόνο σκάκι και η επίδραση που είχε ο ίδιος στο σκάκι ήταν τεράστια, καθώς βοήθησε να εξαπλωθεί πολύ περισσότερο.

Δεν είναι ότι το ντοκιμαντέρ της Garbus σε αντίθεση με την ταινία λύνει ακριβώς το μυστήριο του Φίσερ. Αλλά πέραν του ότι είναι πολύ χορταστικότερο από κάθε άποψη από την ταινία του Ζούικ, ερχόμενοι τετ α τετ με τον ίδιο τον Φίσερ παίρνουμε πολύ καλύτερη ιδέα για την αύρα του, καταλαβαίνουμε περί τίνος πρόκειται, έστω κι αν δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τι γινόταν στο μυαλό του. O Τόμπι Μαγκουάιρ που τον υποδύεται είναι συγκριτικά απίστευτα λίγος. Την αύρα του χαρισματικού ανθρώπου που θα έπρεπε να είναι και σταρ του σινεμά, την έχει ο Φίσερ. Ο Μαγκουάιρ μπροστά του έχει την αύρα υπαλλήλου.

Την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, όταν έπεσαν οι Δίδυμοι Πύργοι, ο Φίσερ είχε βγει σε έναν τηλεοπτικό σταθμό και είχε περίπου θριαμβολογήσει. Το «Βόλτα στο Κενό» μας πηγαίνει στον Αύγουστο του 1974, όταν οι Δίδυμοι Πύργοι ήταν ακόμη στη φάση της αποπεράτωσής τους. Λειτουργούσαν δηλαδή ήδη, αλλά απέμεναν ακόμη μερικές τελικές εργασίες. Ο Γάλλος σχοινοβάτης Φιλίπ Πετίτ συνέλαβε και, με τη βοήθεια μερικών πρόθυμων συνεργών, πραγματοποίησε το όνειρο του, το «καλλιτεχνικό έγκλημα του αιώνα», όταν στις 7 Αυγούστου περιφερόταν επί 45 λεπτά στον ουρανό ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους, πάνω σε ένα 43 μέτρων συρματόσχοινο που είχαν δέσει ανάμεσα στις οροφές τους. Προς τιμήν του, ο Ζεμέκις δεν προσπαθεί να δημιουργήσει σασπένς με φτηνά κόλπα. Όταν φτάνουμε επιτέλους στο περπάτημα δεν θα τρομάξουμε για το αν θα πέσει. Σε αντίθεση με τον Μαγκουάιρ, μου άρεσε πολύ ο Τζόναθαν Γκόρντον Λέβιτ. Αυτός έχει πάρει την αύρα του Πετίτ και την έχει μεγενθύνει. Όπως μιλάει με την αστεία προφορά, όπως είναι μακιγιαρισμένος, όπως τον σκηνοθετεί σε γκρο πλαν ο Ζεμέκις να μας μιλάει και να μας αφηγείται, είναι λίγο σαν ένας ήρωας κόμικ, που εμφορείται όμως από κάτι πολύ ζωντανό. Εξηγεί από την αρχή ότι το θέμα δεν είναι ο θάνατος, κάποια κρυφή επιθυμία θανάτου δια της προκλήσεώς του, το θέμα είναι η ζωή. Ο Ζεμέκις προσπαθεί να φτιάξει μια ταινία ευφορική, θέλει να τη δεις και να νιώσεις καλά. Βρίσκω, αυτοτελώς κρινόμενη, την ταινία του έντιμη και ψυχαγωγική και πράγματι καταφέρνει να σου περάσει αυτό το feel good αίσθημα. Είναι διαφορετικού τόνου προσέγγιση από το ντοκιμαντέρ του Μαρς. Θεμιτή, ενδεχομένως και ευπρόσδεκτη, ωστόσο το “Man on Wire” σου προσφέρει ένα δέος σχεδόν μεταφυσικό, χωρίς εφέ, με τα πιο ταπεινά εν προκειμένω μέσα, βουτώντας μέσα στις φωτογραφίες και κάνοντας χρήση των μοτίβων του Ερίκ Σατί.

the walk

Η ταινία του Ζεμέκις δεν είναι μόνο για τον Πετίτ, είναι και για τους Δίδυμους Πύργους. Με λίγες εξαιρέσεις (ανάμεσα στις οποίες το κακό “World Trade Center” ταύρου εν υαλοπωλείο Όλιβερ Στόουν και το πολύ διακριτικό και καίριο άγγιγμα του Σπάικ Λι στην “25η ώρα”) οι Πύργοι παραμένουν ακόμη μακριά από τη μέινστριμ φιλμογραφία, ωστόσο έχω την αίσθηση ότι καθώς τα χρόνια αρχίζουν και περνάνε, το Χόλιγουντ θα επιστρέφει πολύ συχνότερα σε αυτούς, γιατί αυτή η ιστορία έχει όλα τα φόντα να μας προσφέρει μεγάλες ταινίες. Και αν κάτι ξέρουν να κινηματογραφούν οι Αμερικάνοι, είναι τα ιστορικά τους γεγονότα. Απλά εδώ το αυθεντικό γεγονός, εκτός από πληγή, είναι κι από μόνο του θέαμα που δύσκολα μπορεί να τα βάλει κανείς μαζί του αναπαριστώντας το, γιατί κατάφερε να φτιάξει τις πιο έντονες εικόνες.