Κείμενο: Νίκος Γρυλλάκης

Το Θέατρο Τ αποτελεί το μοναδικό θέατρο στην πόλη της Θεσσαλονίκης, μετά τις μεγάλες σκηνές του Κρατικού, το οποίο αξιοποιεί τις φωνές των καλλιτεχνών εντός έδρας προκειμένου να δημιουργήσει από το μηδέν και όχι μόνο να μετακαλέσει, να φιλοξενήσει, να παρουσιάσει… αλλά να παράξει. Παραγωγές δικές του, παραγωγές με νέους ηθοποιούς που δοκιμάζονται πρώτη φορά ή παραγωγές με ήδη καταξιωμένους και έμπειρους ηθοποιούς – σε κάθε περίπτωση πάντως – παραγωγές δικές του. Το να ακολουθεί ένα μικρό θέατρο 70 θέσεων τη δεύτερη κρατική σκηνή της χώρας κάνει κάποιον να αναλογίζεται πως τα βαφτίσια του Θεάτρου με το γράμμα Τ μάλλον πετυχημένα κρίνονται. Ταλέντο, Τύχη, Τόλμη – ή και Τρέλα; Στο δεύτερο βιολί της χώρας, στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, στη συμπρωτεύουσα, είναι απορίας άξιο πώς γίνεται να έχουμε θεατρικές παραγωγές με συνέπεια και κυρίως με «ντόπια» υλικά μονάχα από δύο χώρους. Αν σημειωθεί ότι ο ένας εκ των δύο είναι το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, τότε καταλαβαίνουμε ότι στη Θεσσαλονίκη κάτι περίεργο συμβαίνει με τις θεατρικές σκηνές – αίθουσες.

Με αυτές τις σκέψεις και πολλές άλλες απευθύνθηκα στη σκηνοθέτιδα και καλλιτεχνική υπεύθυνη του Θεάτρου Τ, Γλυκερία Καλαϊτζή και τις σκηνογράφους και ενδυματολόγους Μαρία Καραδελόγλου και Ευαγγελία Κιρκινέ, τις τρεις καλλιτέχνιδες που διατηρούν τον θεατρικό χώρο στη Φλέμινγκ. Η πρόθεση ήταν να γίνει μια συζήτηση ειλικρινής, με στόχο να ειπωθούν αλήθειες για την πόλη, αλήθειες, τις οποίες οι καλλιτέχνες συζητάνε σε πηγαδάκια μεταξύ τους αλλά οι οποίες σπάνια φτάνουν στο σημείο να γίνουν δημόσιες, αν και θα ήταν χρήσιμο.

Η Ευαγγελία μίλησε για την ανάγκη όλων μας για πνευματική τροφοδότηση και αισθητική απόλαυση αλλά και για την ανύπαρκτη θέση του Υπουργείου. Η Μαρία μίλησε για το τι σημαίνει θέατρο στη Θεσσαλονίκη και το πόση ανάγκη έχει η πόλη για εξωστρέφεια. Η Γλυκερία μίλησε για τον φασισμό, για τις ιδέες που γεννούν βία και τους απολιτίκ καλλιτέχνες.

Η Ευαγγελία Κιρκινέ παίρνει πρώτη τη σκυτάλη και μιλάει για το πόσο απαραίτητη δομή αποτελεί η τέχνη: «Το θέατρο και οι τέχνες γενικότερα, είναι αδιάρρηκτα δεμένα και συνυφασμένα με τη ζωή μας. Η παρουσία τους ικανοποιεί την πρωταρχική, σχεδόν κυτταρική, ανάγκη όλων μας ανεξαιρέτως, για πνευματική τροφοδότηση και αισθητική απόλαυση, η οποία δεν έχει νόημα να αμφισβητείται με κανένα τρόπο. Τα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο απαραίτητες έννοιες είναι ή μη ο πολιτισμός και το θέατρο, αναιρούν ακριβώς αυτήν την αδιαμφισβήτητη, αυτονόητα αναντικατάστατη θέση που έχουν, με διάφορους τρόπους στη ζωή μας. Η σημασία τους είναι δεδομένο γεγονός. Είδαμε πολύ καλά πόσο καταλυτική ήταν η παντελής απουσία τους μέσα στις συνθήκες της πανδημίας και πόσο αυτή ακριβώς η έλλειψη μας έδωσε την ευκαιρία να αναγνωρίσουμε ξανά τη σπουδαιότητα τους. Είναι η πνευματική μας ανάσα σε μια εποχή δύσπνοιας και καλλιτεχνικής ασφυξίας».

Χρονιά ανασφάλειας, χρονιά πνευματικής ένδειας ή χρονιά ανάγκης πνευματικής ανύψωσης;

Ευαγγελία Κιρκινέ

Αναρωτιέμαι πόσο απαιτητικό είναι να παράγεις τέχνη μέσα σε  καιρούς αγωνίας και αβεβαιότητας. Ρωτώ την Ευαγγελία ποια θέση έχουν οι καλλιτέχνες μέσα στον κυκεώνα και μου απαντά ότι πρέπει να εφεύρουν ξανά τους εαυτούς τους:

«Οι καλλιτέχνες είμαστε και πρέπει να είμαστε ευαίσθητοι δέκτες των ιδιαίτερων κοινωνικών συνθηκών που υπάρχουν σε κάθε εποχή. Ειδικά η συνθήκη της πανδημίας που ζούμε σήμερα, έχει δημιουργήσει μια πρωτόγνωρη κατάσταση αγωνίας, αμηχανίας και ανησυχίας για όλες τις βεβαιότητες που βλέπουμε να καταρρέουν σταδιακά γύρω μας και για μια νέα πραγματικότητα που είναι ακόμα υπό διαμόρφωση. Σ’ αυτό ακριβώς το μεταβατικό στάδιο του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι, οι καλλιτέχνες βρισκόμαστε μπροστά στην «ιστορική» στιγμή να επηρεάσουμε και να επιδράσουμε με την παρουσία και το έργο μας πάνω σε ό,τι τώρα σχηματοποιείται εκ νέου. Η γενική ρευστότητα που μας περιβάλλει, μας καλεί να δώσουμε μορφή και σχήμα, τουλάχιστον σε όλα όσα μας αναλογούν. Να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας στον κόσμο, να επαναδιατυπώσουμε τη σχέση μας με όλα όσα συμβαίνουν, να εφεύρουμε ξανά τον εαυτό μας. Νομίζω ότι παρά την ομιχλώδη ατμόσφαιρα, οι καλλιτέχνες μπορούμε και ίσως οφείλουμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να στρέψουμε το βλέμμα μας μπροστά».

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω

Η Μαρία Καραδελόγλου τονίζει ότι μόνο αν απευθυνθούν οι καλλιτέχνες ουσιαστικά στην κοινωνία, μόνον τότε αυτό που λένε θα έχει ουσία. Αλλιώς θα είναι ελίτ.

«Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν να πουν ενδιαφέροντα πράγματα, που αφορούν όχι μόνο την τέχνη τους ή την τέχνη γενικότερα, αλλά κυρίως την κοινωνία. Γιατί όταν η τέχνη είναι μακριά από την κοινωνία – δεν συνομιλεί άμεσα με την κοινωνία – τότε γίνεται ελιτίστικη. Το σημαντικό είναι να καταλάβουμε όλοι, ότι εμείς οι καλλιτέχνες είμαστε τεχνίτες, τουλάχιστον εγώ έτσι αντιλαμβάνομαι την τέχνη. Φυσικά υπάρχει και το πνευματικό κομμάτι και η διανόηση μέσα σε έναν καλλιτέχνη, ωστόσο χωρίς την πράξη, την καθημερινή πρακτική, η τέχνη δεν υφίσταται».

Και όταν ο καλλιτέχνης προσπαθεί να συνομιλήσει με τους κυβερνώντες; Υπουργείο Πολιτισμού, λαμβάνει; Η Ευαγγελία μιλάει για ένα Υπουργείο κωφό.

«Το Υπουργείο Πολιτισμού δεν έχει καμιά σαφή πολιτιστική πολιτική για το θέατρο. Θα έλεγα ότι δεν έχει καμιά σαφή πολιτιστική πολιτική γενικώς. Στερείται ενός συνολικού οράματος για τον πολιτισμό και για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ενσωματωθεί οργανικά στη ζωή μας, με όλες του τις μορφές. Αυτό θα επέτρεπε τη δημιουργία επιμέρους  πολιτικών πράξεων, που θα εφαρμόζονταν σε όλες τις περιοχές των τεχνών, και στο θέατρο φυσικά, οι οποίες όμως θα εκπορεύονταν από έναν κοινό πυρήνα.  Σαν ένα διευρυμένο δίκτυο-δίχτυ, που ταυτόχρονα προστατεύει και ενισχύει όλες τις καλλιτεχνικές δομές, που παράγουν πολιτισμό σε μια αλληλένδετη παραγωγική διαδικασία. Ειδικά για το θέατρο, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι κυρίως χρόνια, που ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά και ουσιαστικά. Αντίθετα, επιλέγονταν πάντα όπως και τώρα, επιφανειακές και προσωρινές λύσεις, που τα διόγκωναν και τα εμβάθυναν. Δεν υπήρξε ποτέ ισχυρή πολιτική βούληση να κάνει ριζικές τομές στα σημαντικά θέματα, όπως η διαδικασία των κρατικών επιχορηγήσεων και η σχέση των καλλιτεχνών με τον κρατικό μηχανισμό οικονομικής ενίσχυσης, η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων όλων των συντελεστών της παράστασης, η περιφρούρηση των εργασιακών δικαιωμάτων των ηθοποιών αλλά και όλων των εργαζόμενων όλων των ειδικοτήτων στο θέατρο, στο ιδιωτικό κυρίως. Το σημαντικότερο όμως είναι, για όλους εμάς τους καλλιτέχνες εργαζόμενους και εργάτες του θεάτρου, να νιώσουμε ότι η προσφορά της εργασίας μας θεωρείται ζωτικής σημασίας, σημαντική ως έργο και όχι ως πάρεργο. Η σημερινή κατάσταση δημιούργησε τις συνθήκες, ώστε όλα τα υπάρχοντα προβλήματα να αναδειχθούν και να απαιτήσουν πιο επιτακτικά από ποτέ άμεση επέμβαση και ουσιαστικές λύσεις εδώ και τώρα.

Δυστυχώς η φωνή της μεγάλης πλειοψηφίας των καλλιτεχνών γίνεται όλο και πιο αδύναμη απέναντι σε μια κυβερνητική πολιτική που κωφεύει στα προβλήματα και τις δίκαιες αιτιάσεις της. Το γεγονός ότι πολλές φορές συγκεκριμένοι καλλιτέχνες παρασύρονται από την ισχυρή γοητεία της εξουσίας και επωφελούνται με διάφορους τρόπους της εύνοιάς της, είναι ένα φαινόμενο που έχει συχνή παρουσία σε κάθε εποχή και σε κάθε πολιτική κατάσταση. Η ανάγκη για θέσεις και σχέσεις εξουσίας αποτελεί κατά βάση διαστροφή και καταλήγει διαβρωτική για τον άνθρωπο και καλλιτέχνη που την ασκεί, ειδικά με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα το ελληνικό κράτος. Θεωρώ ότι ο καλλιτέχνης και η εξουσία είναι δύο έννοιες κατ’ αρχήν ασυμβίβαστες. Ο τρόπος που έχει ο καλλιτέχνης για να δυναμώσει τη φωνή του είναι το έργο του, η αφοσίωση του και η αδιατάρακτη εργασία του πάνω στο προσωπικό του όραμα, το οποίο από ατομικό γίνεται έτσι συλλογικό. Η καλλιτεχνική πράξη άλλωστε, είναι σε κάθε περίπτωση και πράξη πολιτική».

Το θέατρο πριν τον COVID;

Συζητώντας για τα «καρκινώματα» που ταλαιπωρούν το θέατρο, ζητάω από τη Μαρία να μου περιγράψει τη συνθήκη μέσα στην οποία βρήκε η πανδημία το θέατρο στην Ελλάδα.

«Ο COVID – 19 βρήκε το ελληνικό θέατρο σε μία συνθήκη απίστευτου πλουραλισμού και καλλιτεχνικής σπατάλης, μιλάω κυρίως για την Αθήνα, λιγότερο για τη Θεσσαλονίκη και πολύ λιγότερο για την υπόλοιπη περιφέρεια. Μιλούσαμε το 2019 για 1.500-2000 παραστάσεις μέσα σε ένα χρόνο στην Αθήνα. Αυτό είναι πιθανόν και παγκόσμιο ρεκόρ σε σχέση με την αναλογία των κατοίκων.  Είναι μία από τις περίεργες συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 2009. Μετά την κατάργηση των επιχορηγήσεων του ΥΠΠΟ το 2010 και μετά το πρώτο μούδιασμα η κατάσταση οδηγήθηκε σε υπερπληθωρισμό. Η εικόνα διαμορφώθηκε ως εξής: πάρα πολλές μικρές παραγωγές με ελάχιστο budget, συχνά με ποσοστά για τους συντελεστές ή με πολύ μικρές αμοιβές, και κάποιες πάρα πολύ μεγάλες παραγωγές, με ονόματα συνήθως, για να προσελκύσουν τους θεατές. Τα μεσαία θέατρα ρεπερτορίου των σκηνοθετών και των θιάσων της δεκαετίας του ’90 -2000 (Αμόρε, Απλό, Ανοιχτό, Οδού Κυκλάδων, Πειραματική Σκηνής της «Τέχνης» κλπ) έκλειναν το ένα μετά το άλλο και σταδιακά αυτό το είδος σχεδόν εξαφανίστηκε. Οι σχέσεις εργασίας έγιναν τελείως ελαστικές, κάτι που είχε ξεκινήσει βέβαια στο θέατρο και πριν την κρίση του 2009. Ο ιός έβαλε ένα στοπ σε όλη αυτή τη φρενίτιδα και αναδείχθηκαν τα χρόνια προβλήματα, γιατί μιλάμε πια για την επιβίωση των καλλιτεχνών. Η Πολιτεία οφείλει να θέσει το πλαίσιο μετά από σοβαρή διαβούλευση με τους καλλιτέχνες. Γεγονός είναι ότι είμαστε η τελευταία χώρα της Ευρώπης σε κονδύλια για τον πολιτισμό με μεγάλη διαφορά από την προτελευταία. Αυτό θα πρέπει να μας προβληματίσει, ιδιαίτερα όταν όλοι οι πολιτικοί αναφέρονται στον πολιτισμό σαν τη βαριά μας βιομηχανία, είναι αστείο. Εμείς οι καλλιτέχνες από τη μεριά μας οφείλουμε να επαναπροσδιορίσουμε τις ανάγκες και τις αξίες μας. Αυτό που μου έδωσε μεγάλο κουράγιο και ελπίδα είναι ότι αναδείχθηκαν πολύ ώριμες και ουσιαστικές φωνές αυτήν την περίοδο από πολύ νέους και λιγότερο νέους συναδέλφους και υπήρξαν ουσιαστικές αλλαγές στα συλλογικά όργανα των καλλιτεχνών, που μέχρι πρότινος είχαν απαξιωθεί από μεγάλη μερίδα».

Μαρία Καραδελόγλου

Περί Θεσσαλονίκης ο λόγος | Αθηνοκεντρισμός, έλλειψη στίγματος, ΚΘΒΕ, ανύπαρκτη πολιτιστική δημοσιογραφία

Η Μαρία μιλάει ειλικρινά και με σαφήνεια για την εικόνα που παρουσιάζει το θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Η Αθήνα στο επίκεντρο και μια Θεσσαλονίκη αμήχανος παρατηρητής.

«Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα ένας τόπος που παρήγαγε πολλούς σημαντικούς καλλιτέχνες και πολύ σπάνια κατάφερνε να τους κρατήσει στην πόλη. Ιδιαίτερα για το θέατρο, που έχω πολύ πιο σαφή εικόνα, αυτό είναι πολυπαραγοντικό. Σίγουρα υπάρχει αθηνοκεντρισμός – κρατικές δομές, ενημέρωση, πολιτιστικοί φορείς, μεγάλες επιχειρήσεις, κέντρα λήψης αποφάσεων: είναι όλα στην Αθήνα. Αυτό είναι το ένα σκέλος του προβλήματος, το άλλο είναι ο ετεροπροσδιορισμός της Θεσσαλονίκης σε σχέση με την Αθήνα. Δεν μπορεί συνέχεια να μας φταίει το μεγάλο κέντρο. Πρέπει και εμείς ως καλλιτέχνες της πόλης αυτής να απαιτήσουμε συγκεκριμένα πράγματα και να μην περιμένουμε να καθορίσουν τις τύχες μας κάποιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού ή ο εκάστοτε Υπουργός. Το θέμα ΚΘΒΕ π.χ. δεν το ανοίγει κανείς σε μια δημόσια διαβούλευση. Το ΚΘΒΕ είναι ταυτόχρονα ένα στολίδι και ένα βαρίδι για τη Θεσσαλονίκη. Είναι ένας γιγαντιαίος φορέας για τα δεδομένα της πόλης με 3 τεράστιες σκηνές, 2 μικρές, και καμία αίθουσα μεσαίου μεγέθους, σε μία πόλη μεσαίου μεγέθους. Αυτό από μόνο του δημιουργεί πολλά ζητήματα καλλιτεχνικά και οικονομικά που κανείς δεν έχει θίξει. Ακόμα μεγαλύτερες παθογένειες δημιουργούνται γιατί είναι ο μοναδικός θεατρικός φορέας στην πόλη που μπορεί να εξασφαλίσει εργασία με κανονικό μισθό, οπότε κανείς δεν τολμά να θίξει τα κακώς κείμενα, με φόβο μήπως δεν βρει ποτέ δουλειά εκεί. Σε αυτά ας προσθέσουμε και τη σχεδόν ανύπαρκτη σοβαρή πολιτιστική δημοσιογραφία της πόλης που θα μπορούσε να ασκήσει ουσιαστική κριτική και έχουμε μία εικόνα για τη θεατρική πραγματικότητα που βιώνουμε πολύ προβληματική. Αυτό οφείλουμε κάπως να το αλλάξουμε».

Ο προσδιορισμός της καλλιτεχνικής ταυτότητας της πόλης με βάση το τι συμβαίνει στην Αθήνα είναι κάτι που επισημαίνει και η Γλυκερία Καλαϊτζή. Τονίζει την έλλειψη ηλικιακής γκάμας ηθοποιών και επικρίνει την ύπαρξη των αυτόκλητων κριτικών θεάτρου με τις αποθεωτικές κριτικές.

«Η Θεσσαλονίκη έχει μια ιδιομορφία, σε ό,τι αφορά το ελεύθερο θέατρο, που ακόμα και το θεατρόφιλο κοινό δεν είμαι βέβαιη ότι την αντιλαμβάνεται: ότι δεν διαθέτει ηλικιακή γκάμα ηθοποιών. Η θεατρική αγορά της, εξαιρούμε φυσικά το ΚΘΒΕ, συγκροτείται είτε από νεανικούς θιάσους είτε από φιλοξενίες αθηναϊκών θιάσων. Έτσι, μετά από μερικά χρόνια, αν κάποιος νέος ηθοποιός θέλει να συνεχίσει στο επάγγελμα έχει στην ουσία να επιλέξει ανάμεσα στο ΚΘΒΕ και την Αθήνα. Με άλλα λόγια, είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεις ηθοποιούς στην ηλικιακή περιοχή των 40-60 και αυτό, όπως καταλαβαίνετε, δημιουργεί τρομερούς περιορισμούς στο ρεπερτόριο και ιδιαίτερα στο κλασικό ή οδηγεί σε καλλιτεχνικές εκπτώσεις, όταν νέοι ηθοποιοί, με μικρή έως καθόλου πείρα, αναλαμβάνουν κλασικούς ρόλους, που απαιτούν εκτός από ταλέντο και κάποια σκηνική εμπειρία. Το άλλο που ίσως δεν γνωρίζει το θεατρόφιλο κοινό είναι ότι αυτό που ονομάζουμε ελεύθερο θέατρο στη Θεσσαλονίκη δεν έχει καθαρό στίγμα, με την έννοια ότι παραστάσεις με επαγγελματίες ηθοποιούς και συντελεστές αλλά και παραστάσεις ημιερασιτεχνικές ή και αμιγώς ερασιτεχνικές, όπως αυτές, για παράδειγμα, που ανεβάζουν τα πολυάριθμα θεατρικά εργαστήρια, συστεγάζονται συχνά στις ίδιες θεατρικές αίθουσες και με ίδιους όρους εισιτηρίων ή διαφήμισης. Αν προσθέσω σ’ αυτό και τις συνήθως αποθεωτικές κριτικές που γράφονται στα διάφορα sites από αυτόκλητους, κατά κανόνα, κριτικούς, καταλαβαίνετε ότι το τοπίο θολώνει ακόμα περισσότερο».

Η εσωστρέφεια, οι νομάδες του θεάτρου, οι ματαιοδοξίες και η κρίση

«Δεν μπορώ να διανοηθώ εξυπηρετήσεις σε έναν χώρο όπου τα οικονομικά οφέλη είναι από ελάχιστα έως καθόλου. Εκτός αν μιλάμε για ματαιοδοξίες, που κι αυτές όμως στο θέατρο είναι περιορισμένης εμβέλειας. Θέλω να πω, δύσκολα γίνεται κανείς σταρ, παίζοντας μόνο στο θέατρο, πόσο μάλλον στο θέατρο της Θεσσαλονίκης. Η αλήθεια είναι ότι η θεατρική αγορά της Θεσσαλονίκης χαρακτηρίζεται από μια εσωστρέφεια. Ιδιαίτερα στα χρόνια πριν την οικονομική κρίση, όταν υπήρχαν αρκετοί θίασοι με κάποια διάρκεια στο χρόνο, δεν υπήρχε κανενός είδους ώσμωση ανάμεσά τους. Ο κάθε θίασος είχε λίγο πολύ τους δικούς του ηθοποιούς, ακόμα και συντελεστές, που πιθανότατα δεν θα τους έβλεπες ποτέ στις διανομές κάποιου άλλου θιάσου. Αυτό νομίζω ότι η κρίση το άλλαξε. Αλλά η κρίση έφερε άλλα: το κλείσιμο πολλών χώρων, το τέλος των επιχορηγήσεων, τη μείωση των εισιτηρίων και κατά συνέπεια του μπάτζετ των παραστάσεων και τα ολιγοπρόσωπα έργα. Δεν είναι, επομένως, ότι δεν υπάρχει χώρος για νέες φωνές. Ειδικά μέσα στα χρόνια της κρίσης οι παραστάσεις πολλαπλασιάστηκαν τόσο, που πια δεν προλαβαίνεις να τις δεις. Εκείνο που πραγματικά λείπει είναι οι χώροι. Σχεδόν όλοι οι τοπικοί θίασοι είναι ανέστιοι και πλάνητες, παίζοντας πότε εδώ και πότε εκεί, στα λιγοστά θέατρα της πόλης, που λειτουργούν κυρίως ως αίθουσες, με την έννοια ότι δεν ανεβάζουν δικές τους παραγωγές και δεν διαθέτουν μόνιμο θίασο, εκτός ίσως από την παιδική τους σκηνή. Και φυσικά, όταν η ζήτηση είναι πολύ μεγάλη – η Θεσσαλονίκη διαθέτει τέσσερις δραματικές σχολές –  και η προσφορά τόσο μικρή, γκρίνιες του τύπου “αυτός συνεργάζεται μόνο με τους δικούς του” ή “δεν μου δίνεται η ευκαιρία, ενώ δόθηκε σε κάποιον άλλον, που κατά τη γνώμη μου δεν την αξίζει”  κτλ. θα ακούγονται πολύ συχνά».

Γλυκερία Καλαϊτζή

Ο νεοφασισμός των νταήδων

Με αφορμή το «Χειμερινό Ηλιοστάσιο», το οποίο ετοιμάζεται από πέρυσι για να ανέβει στη σκηνή του Θεάτρου Τ δράττομαι της ευκαιρίας να συζητήσω με τη Γλυκερία σχετικά με τον φασισμό. Μου μιλάει για την καθολικότητα του φασισμού, από την καθημερινή του παρουσία στη διαφήμιση και τα παιδικά παιχνίδια μέχρι τα εγκλήματα των νταήδων της Χρυσής Αυγής.

«Δεν νομίζω ότι το φαινόμενο του νεοφασισμού, που παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις στις μέρες μας, είναι ένα θέμα που αφορά μόνο τους καλλιτέχνες. Μας αφορά όλους, καλλιτέχνες και μη. Αυτό ωστόσο που συμβαίνει σήμερα είναι ότι οι περισσότεροι στεκόμαστε στην επιφάνεια των πραγμάτων. Ασφαλώς και είναι κακός ο φασισμός. Ποιος φασισμός όμως; Αυτός των νταήδων που απειλούν και σκοτώνουν μειονότητες και μετανάστες; Ασφαλώς και αυτός. Αλλά αυτή είναι μόνο η έκφραση του νεοφασισμού σήμερα; Τι γίνεται με τις ιδέες που γεννούν τη βία; Που μπορεί να κρύβονται παντού, από τα παιδικά παιχνίδια και τη διαφήμιση ως την πανεπιστημιακή έδρα. Κι εκεί το πρόβλημα αρχίζει να γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο και πολύπλοκο και για την ίδια την τέχνη, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες, με τις θεωρίες της πρόσληψης, που αποδεσμεύουν τον δημιουργό από κάθε είδους πρόθεση, ή το δόγμα ότι «όλα είναι αισθητική», έχει αρχίσει να θέτει εαυτόν εκτός πολιτικών ανησυχιών και κοινωνικών προβλημάτων. Το παράδειγμα που δίνει ο Schimmelpfennig στο Χειμερινό ηλιοστάσιο, το έργο που ετοιμάζαμε για το Θέατρο Τ, πριν μας κλείσει ο COVID, είναι πολύ χαρακτηριστικό. Οι ήρωες του έργου, ένας προοδευτικός διανοούμενος και συγγραφέας πολλών αντιφασιστικών βιβλίων, και η σύζυγός του, σκηνοθέτις ταινιών ποιοτικού κινηματογράφου έρχονται αντιμέτωποι μέσα στο ίδιο τους το σαλόνι, με  έναν ευγενή και καλλιεργημένο μεσήλικα, λάτρη της μουσικής και θαυμαστή των ναζιστικών ιδεών. Και παρότι οι ήρωές τους έχουν και την ικανότητα να το αντιληφθούν και τα εφόδια για να του αντιπαρατεθούν και να τον αποκρούσουν, δεν το κάνουν. Τους εμποδίζει άραγε η αστική τους ευγένεια; Ή μήπως η υποτίμηση του προβλήματος, που στο έργο συνδυάζεται με μια εντελώς απολιτίκ στάση από τη μεριά του καλλιτέχνη;»

Και από εδώ και πέρα, τι;

Η Μαρία μου εξηγεί τι σημαίνει για αυτήν και για την ομάδα του Τ η φράση «κάνω θέατρο» και θέτει ως μεγάλο στοίχημα το να φέρει η ομάδα τους νέους στο θέατρο!

«Πιστεύω ότι το μεγάλο στοίχημα για την Θεσσαλονίκη είναι να φέρει τους φοιτητές στο θέατρο, αυτό το τόσο ζωντανό και ανήσυχο κομμάτι της πόλης. Το ότι δεν προσελκύονται από το θέατρο οι νέοι της πόλης, μάλλον είναι ένα ακόμη δείγμα ότι κάτι δεν κάνουμε καλά όσοι κάνουμε θέατρο στην πόλη.

Για εμάς στο Τ και εννοείται και για μένα προσωπικά, κάνω θέατρο σημαίνει έχω συνέπεια και πορεύομαι. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που αποφασίσαμε μέσα στην κρίση να φτιάξουμε από το μηδέν ένα θέατρο. Γιατί θέλαμε ένα δικό μας χώρο για να κάνουμε τα πράγματα που ονειρευόμαστε και είμαστε χαρούμενες που έστω σε ένα ποσοστό το πετύχαμε. Το πετύχαμε με πάρα πολύ προσωπική δουλειά, αλλά και χάρη στους εξαιρετικούς συνεργάτες μας, τη Λία, τον Αλέξανδρο, τους Κωνσταντίνους, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το θέατρο είναι πάνω από όλα ομαδική δουλειά. Είμαστε πια στον έκτο μας χρόνο. Πιστεύουμε ότι έχουμε καταφέρει να φτιάξουμε ένα όνομα στην πόλη. Ο κόσμος γνωρίζει ότι στο Τ θα έρθει να δει καλό θέατρο ρεπερτορίου, όχι διασημότητες της τηλεόρασης ούτε και ερευνητικές παραστάσεις που αφορούν ένα μικρό κοινό. Είμαστε πολύ περήφανες γιατί καταφέραμε να συνεργαστούμε με καλλιτέχνες της πόλης που εκτιμάμε ιδιαίτερα. Πάντα πιστεύαμε ότι η εσωστρέφεια που είχαν οι θεατρικές ομάδες της πόλης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει, γιατί δεν κερδίζαμε ούτε εμείς οι καλλιτέχνες, ούτε το κοινό. Από πέρυσι ξεκινήσαμε ένα άνοιγμα σε πολύ νέους καλλιτέχνες της πόλης που συνομιλούμε καλλιτεχνικά και πιστεύουμε ότι θα προκύψει κάτι πολύ ενδιαφέρον».

Φωτογραφίες: ©Χρήστος Κυριαζίδης