Στο βιβλίο «Η Κληρονομιά του Κοπέρνικου», ο διακεκριμένος αστροφυσικός και συγγραφέας Caleb Scharf μας μυεί σε μια πρωτόγνωρη συμπαντική περιπέτεια, επιβεβαιώνοντας πως η γερασμένη Κοπερνίκεια Αρχή χρειάζεται μια αναθεώρηση.

Όταν ο Κοπέρνικος πρότεινε πως η Γη δεν αποτελούσε το κέντρο του σύμπαντος (και ως εκ τούτου πως δεν είμαστε μοναδικοί), έθεσε σε κίνηση μια κολοσσιαία επιστημονική χιονοστιβάδα, αλλάζοντας για πάντα την εικόνα μας για τη φύση. Όμως η συγκεκριμένη Αρχή, όπως επιχειρηματολογεί ο Scharf,δεν ήταν ποτέ απόλυτα αληθής – για την ακρίβεια, ζούμε σε έναν συγκεκριμένο χρόνο, σε μια ιδιαίτερη τοποθεσία,κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες.

Συγκεντρώνοντας τις τελευταίες ανακαλύψεις από το πεδίο της σύγχρονης αστρονομίας, ο Scharf αναδεικνύει πόσες πτυχές της συμπαντικής μας κατοικίας είναι πραγματικά μοναδικές και πώς μπορούν να μας βοηθήσουν να απαντήσουμε στο ερώτημα του αν είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν:

«Σ’ ένα όμορφο σημείο του Αιγαίου, τον 3ο αιώνα π.Χ,στο γεμάτο αμπέλια νησί της Σάμου, κοντά στα δυτικά παράλια της σημερινής Τουρκίας, ο Έλληνας φιλόσοφος Αρίσταρχος είχε μια καταπληκτική ιδέα. Πρότεινε πως η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο, τοποθετώντας τη φλεγόμενη αυτή ηλιακή σφαίρα στο κέντρο των Ουρανών. Ήταν, αν μη τι άλλο, μια πολύ τολμηρή σκέψη – η ιδέα του Αρίσταρχου περί “ηλιοκεντρισμού” ήταν τόσο εξωφρενική στην εποχή του όσο θα ήταν και η αναβίωσή του από τον Κοπέρνικο στο μακρινό μέλλον. […]

Λίγο πριν ο Αρίσταρχος κοινοποιήσει τις ιδέες του, ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης είχε ήδη απορρίψει την πιθανότητα τα άστρα να βρίσκονται πιο μακριά από τους πλανήτες, κάνοντας μεταξύ άλλων επίκληση στην ίδια την απουσία παράλλαξης. Η κοσμολογία που πρότασσε ο Αριστοτέλης (χτίζοντας πάνω στις ιδέες του δασκάλου του, Πλάτωνα), αποτελούνταν από πενήντα-πέντε ακριβώς κρυστάλλινες, διαφανείς σφαίρες, τοποθετημένες ομόκεντρα γύρω από την ακίνητη Γη, οι οποίες και μετέφεραν τους πλανήτες και τα άστρα περιμετρικά της. Σε αυτό το γεωκεντρικό σύμπαν βρισκόμασταν στο επίκεντρο όλων των φυσικών κινήσεων, με τα άστρα και τους πλανήτες να ακολουθούν απλά ατέρμονες κυκλικές ατραπούς, καθώς οι κρυστάλλινες σφαίρες γλιστρούσαν και περιστρεφόντουσαν. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς γιατί χρειάστηκαν πενήντα-πέντε σφαίρες κρυστάλλινων στρωμάτων για να μπορέσει ο Αριστοτέλης να δομήσει την κοσμολογία του.

[…] Παρά τη σπουδαιότητα του γεωκεντρισμού, στους δεκατέσσερις αιώνες ανάμεσα στον Πτολεμαίο και τον Κοπέρνικο δεν υπήρχε στην πραγματικότητα καμία γενικά αποδεκτή εικόνα για τις ακριβείς λεπτομέρειες της διάταξης του σύμπαντος. Αυτή η ασυνεννοησία αποτελεί μια απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ανάπτυξης της «κοσμολογίας» – ή τουλάχιστον της ανάπτυξης ενός μοντέλου για το ηλιακό μας σύστημα. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, κομμάτια και πτυχές ιδεών και κοσμοεικόνων μπαλώνονταν μεταξύ τους χάριν ευκολίας, όταν και όπως ήταν απαραίτητο. Όλα εξαρτώνταν από το αν κανείς προτιμούσε ένα μαθηματικά υποκινούμενο σύμπαν ή ένα πιο αφαιρετικά φιλοσοφικό. Και το σύνολο αυτών των ιδεών με τη σειρά του βρισκόταν στην άκρη ενός νήματος, η αφετηρία του οποίου μπορούσε να εντοπιστεί στις πολλαπλές υποθέσεις και στις προτάσεις των αρχαίων Ελλήνων στοχαστών.

Εξίσου σημαντική γι’ αυτήν την κοσμολογική ιστορία ήταν το γεγονός ότι ένα τόσο μεγάλο μέρος της φύσης της εξαρτιόταν από τη διαθέσιμη ακρίβεια των μετρήσεων. Ο Αριστοτέλης και ο Αρίσταρχος μπορεί να μην ήταν μεν καθόλου αδέξιοι, όσον αφορά την πραγματοποίηση προσεκτικών αστρονομικών παρατηρήσεων, ήταν όμως αρκετά περιορισμένοι, έχοντας στη διάθεσή τους μόνο την ανθρώπινη όραση και ορισμένα στοιχειώδη εργαλεία για την εκτίμηση γωνιών και αποστάσεων. Αυτός ο περιορισμός σήμαινε πως δεν είχαν στην πραγματικότητα καμία ιδέα για το πώς ήταν η πραγματική παράλλαξη των άστρων· απλά υπέθεταν πως ήταν μηδενική. Τα δεδομένα πάνω στην κίνηση των ίδιων των πλανητών αποτελούσαν επίσης προϊόντα περιορισμένης ακρίβειας, δημιουργώντας κενά γνώσης, τα οποία επέτρεψαν στον Αριστοτέλη και τον Πτολεμαίο να καταφέρουν να ταιριάξουν γεωκεντρικά μοντέλα, με ολοένα και περιπλοκότερες γεωμετρικές διατάξεις, στην εικόνα για τον κόσμο. Τα μοντέλα αυτά μπορεί να μην ήταν απόλυτα επιτυχή, όμως οι παρατηρήσεις των ουρανών δεν ήταν αρκετά καλές για να τα διαψεύσουν.

Έτσι, γύρω στα τέλη του 15ου αιώνα, δεν είχε σημειωθεί παρά ελάχιστη πραγματική πρόοδος προς την ανάπτυξη ενός καλύτερου μοντέλου για τις κινήσεις της Γης, των πλανητών και των άστρων – ειδικά υπό το πρίσμα των ευρέως αποδεκτών προϋποθέσεων συμμόρφωσής με τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά δόγματα του Δυτικού κόσμου. Στην πραγματικότητα, θεωρώ πως δε θα ήταν άδικο να πούμε ότι στα σύγχρονα επιστημονικά μας μάτια, τα μεσαιωνικά κοσμολογικά μοντέλα βρίσκονταν σε πλήρη σύγχυση. ‘Ήταν πλέον καιρός για την έλευση ορισμένων δραστικών βελτιώσεων. Ο Κοπέρνικος έμελλε να είναι ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη στιγμή.».

Το βιβλίο του Caleb Scharf «Η Κληρονομιά του Κοπέρνικου: Η κοσμική μας σημασία σε ένα πλήθος πλανητών και πιθανοτήτων» (μτφ. Γρηγόρης Πανουτσόπουλος και Θεμιστοκλής Χαλικιάς) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροπή.