«Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου» της Μυριέλ Μπαρμπερύ αποτέλεσε εκδοτικό γεγονός στη Γαλλία όταν κυκλοφόρησε το 2006, πουλώντας σχεδόν ένα εκατομμύριο αντίτυπα και ακολούθως μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Με δεδομένη την υπερβολική εμπορική επιτυχία του μυθιστορήματος, όταν διάβασα ότι το θέμα του άπτεται της φιλοσοφίας (η Μπαρμπερύ είναι καθηγήτρια φιλοσοφίας άλλωστε), μου προξένησε μεν το ενδιαφέρον αλλά ταυτόχρονα αμφισβήτησα το αν θα μπορούσε να διαφύγει του προφανούς κινδύνου να υποπέσει στην ευκολία της ισοπεδωτικής υπεραπλούστευσης ή, ακόμα χειρότερα, να καταλήξει σε ένα είδος ανώδυνης αμπελοφιλοσοφίας σε στιλ Πάολο Κοέλιο.

Δεν υπάρχει το παραμικρό πρόβλημα ένα έργο να βρει ένα ευρύ κοινό, ακόμα και ένα μαζικά ευρύ κοινό όπως στην προκειμένη περίπτωση, άλλωστε η εμπορική επιτυχία σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο αμφισβήτησης ή κριτικής. Το πρόβλημα όμως είναι ότι σπάνια ένα μυθιστόρημα συναντάει τέτοια απήχηση χωρίς να θυσιάσει ή έστω συμβιβάσει ένα πιο σύνθετο όραμα, χωρίς να στρογγυλέψει τις γωνίες, να κολακεύσει τον αναγνώστη. Διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες, γεμάτες καυστικό χιούμορ και όμορφη γλώσσα, προς στιγμήν σκέφτηκα ότι το εν λόγω μυθιστόρημα θα είναι μια τέτοια σπάνια εξαίρεση. Όμως τελικά οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν και η Μπαρμπερύ, παρά τις αναμφισβήτητες αρετές της, ακολούθησε τον ίδιο, εύκολο δρόμο.

Το μυθιστόρημα αποτελείται από τις εναλλάξ πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις δύο κατοίκων ενός αριστοκρατικού κτιρίου διαμερισμάτων στο Παρίσι: Αφ’ ενός η 54χρονη, Ρενέ (ο εν λόγω σκαντζόχοιρος) η θυρωρός της πολυκατοικίας. Η Ρενέ είναι μια κοντή, υπέρβαρη, άσχημη, (φαινομενικά) αμόρφωτη γυναίκα που σαν τον σκαντζόχοιρο είναι γεμάτη αγκάθια εξωτερικά αλλά κρύβει μια κομψότητα, έναν πλούτο εσωτερικά. Αν και αόρατη στους υπερόπτες και πλούσιους ενοίκους του κτιρίου, η Ρενέ είναι μια ευφυέστατη γυναίκα που καταναλώνει ακόρεστα βιβλία φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, κλασική μουσική και σινεφίλ ταινίες, έχοντας διαμορφώσει βαθύτατη κριτική σκέψη, την οποία όμως και κρύβει επιμελώς από το περιβάλλον της.

Ο έτερος αφηγητής είναι η δωδεκάχρονη Παλόμα, η ευφυέστατη κόρη μιας εύπορης οικογένειας που μένει στον πέμπτο όροφο του κτιρίου, και η οποία έχοντας σιχαθεί την ηλιθιότητα των ανθρώπων που την περιβάλλουν και την απουσία νοήματος στη ζωή έχει αποφασίσει να αυτοκτονήσει στα 13α γενέθλιά της. Και οι δύο έχουν μια παρόμοια προσέγγιση προς τη ζωή και τους ανθρώπους, η οποία σύντομα καταντάει εξυπνακίστικη και εκνευριστική. Όσο έξυπνη κι αν νομίζει ότι είναι η Ρενέ, το να ξεμπερδεύει με ολόκληρες φιλοσοφικές σχολές μέσα σε δύο σελίδες είναι επιεικώς γελοίο. Αντίστοιχα, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, όσο ευφυές κι αν είναι, από πού βρήκε την εμπειρία ζωής για δοκίμια περί αισθητικής και περιφρονητικές και μοραλιστικές εξάρσεις;

Αυτό που έχουμε εδώ βεβαίως είναι λιγότερο αληθοφανές, ολοκληρωμένους χαρακτήρες και περισσότερο τη φωνή μιας τριανταπεντάρας λέκτορα φιλοσοφίας που επιδεικνύει την καλλιέργεια και τη δήθεν καυστική της κριτική ματιά έναντι ενός σαθρού κατεστημένου. Μόνο που αυτή η προσέγγιση ενέχει άπειρα κλισέ που την τοποθετούν βαθιά εντός του κατεστημένου που δήθεν καυτηριάζει. Ο εξυπνακισμός και η δοκιμιογραφία α λα Μονταίν γύρω από διάφορες εκφάνσεις της καθημερινότητας καταδεικνύουν μια συγγραφική ανωριμότητα.

Η Ρενέ συχνά αναφέρεται στον αγαπημένο της Τολστόι, ενώ καταφέρεται εναντίον των δήθεν διανοούμενων που αδυνατούν να αντιληφθούν την πραγματική φύση των εννοιών για τις οποίες μιλάνε. Αυτό που φαντάζει ειρωνικό γιατί ακριβώς αυτή είναι και η χτυπητή αδυναμία της Μπαρμπερύ. Αδυνατεί να συλλάβει αληθινούς χαρακτήρες, να δημιουργήσει αληθινές εντάσεις και διλήμματα. Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες είναι προφανείς προεκτάσεις του εαυτού της, οι υπόλοιποι δε μάλλον χοντροκομμένες καρικατούρες.

Συμφωνώ σε γενικές γραμμές με τη βασική θέση της Μπαρμπερύ ότι η φιλοσοφία δεν πρέπει να εξαντλείται σε ένα κλειστό σολιψιστικό σύστημα, ένα είδος άγονου διανοητικού αυτισμού, αλλά να έχει εφαρμογή στη ζωή των ανθρώπων. Όμως από εκεί μέχρι το σημείο να ισοπεδώνονται τα πάντα προς όφελος μιας βολικής απλοποίησης, η απόσταση είναι μεγάλη. Το γεμάτο από μελοδραματικά κλισέ δεύτερο μισό του μυθιστορήματος προδίδει τις περιορισμένες δυνατότητες της Μπαρμπερύ ως συγγραφέα αξιώσεων.

«Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου» της Μυριέλ Μπαρμπερύ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη