Τρεις άντρες – τρεις γυναίκες. Για τις γυναίκες δεν μαθαίνουμε πόσα ξέρουν, για τους άντρες όμως δεν έχουμε καμία αμφιβολία: είναι εγκληματίες, ένας από αυτούς, ο οποίος είναι ο πρεσβευτής στη Γαλλία ενός λατινοαμερικάνικου κράτους, εισάγει κοκαΐνη με τον διπλωματικό του σάκο και την πουλά στους άλλους δύο, οι οποίοι τη διανέμουν.  Ακόμα όμως και όταν βλέπει κανείς την ταινία, πολύ περισσότερο όταν περνάνε χρόνια από τότε που την πρωτοείδε, δεν τους έχει στο μυαλό του ως εμπόρους ναρκωτικών και μεγαλοκακοποιούς. Τους έχει στο μυαλό του ως αστούς και μπουρζουάδες. Είναι σαν η κοινωνική τους τάξη και το στάτους τους να αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους, είναι σαν το ποινικό δίκαιο να αφορά άλλες τάξεις και κοινωνικές κατηγορίες, είναι σαν η άρχουσα τάξη να μην μπορεί να λερωθεί από τέτοιου είδους στίγματα, είναι σαν να περιστοιχίζεται από μια αόρατη ασπίδα πλούτου, κύρους και ευγενικών τρόπων, η οποία την κατατάσσει και τη διατηρεί στην καλή κοινωνία ό,τι κι αν κάνει.

Τρεις άντρες – τρεις γυναίκες. Ανήκουν στην καλή κοινωνία και πρέπει να ζουν ανάλογα. Διαρκή καλέσματα σε δείπνα. Δείπνα όμως που στο σύμπαν που δημιουργεί ο Μπουνιουέλ θα αποδειχθούν εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθούν. Και όχι μόνο αυτά. Στην «Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας» επαναλαμβάνεται διαρκώς το μοτίβο μιας γενικότερης δυστοκίας να συμβούν τα πράγματα με τον προβλεπόμενο και μαζί τον επιθυμητό τρόπο. Ακόμη και έτσι όμως, αυτή η συνεχής ματαίωση δε μοιάζει ικανή να προκαλέσει παρά μικροδυσαρέσκειες. Αν περιστοιχίζεσαι από την αόρατη ασπίδα, ό,τι και να σου συμβαίνει δεν μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας, ό,τι και να σου συμβαίνει παραμένεις ασφαλής και χορτάτος, ό,τι και να σου συμβαίνει δεν μπορεί να σε ταράξει συθέμελα.

Το παράλογο διαπερνάει όλο το έργο. Σουρεαλιστικές καταστάσεις αποδίδονται συχνά σε όνειρα. Αλλά εξίσου συχνά πατάνε πάνω στην πραγματικότητα του κόσμου της ταινίας. Όσα συμβαίνουν στην πραγματικότητα της ταινίας δεν είναι εξ ορισμού πιο εξωπραγματικά ή αναληθοφανή από όσα συμβαίνουν στα διάφορα όνειρα των ηρώων. Ευφορικά, ανατρεπτικά και σαρδόνια ο Μπουνιουέλ μας χαρίζει σκηνές που θα μπορούσαν άνετα να ανήκουν σε κωμωδία του Γούντι Άλεν ή ακόμη και σε σκετσάκι των Μόντι Πάιθον.

Όπως αυτή η αριστουργηματικά σουρεαλιστική σκηνή: μια ομάδα του στρατού διακόπτει ένα ακόμη δείπνο, μόλις αυτό πηγαίνει να ξεκινήσει. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο είναι προγραμματισμένο να κάνει ασκήσεις με πυρά στους μεγάλους κήπους του σπιτιού. Το τραπέζι αναδιοργανώνεται και στήνεται και ένα δεύτερο για να κάτσουν κι οι στρατιώτες. Όταν πάλι πάνε να ξεκινήσουν, καταφθάνουν διαταγές στον επικεφαλής συνταγματάρχη. Δέχονται επίθεση στο πλαίσιο της άσκησης και πρέπει να κινηθούν άμεσα. Ο συνταγματάρχης σηκώνεται, ευχαριστεί, αλλά πρέπει να φύγει. Μα δεν προλάβατε να βάλετε μπουκιά στο στόμα σας. Τι να κάνουμε, οι διαταγές είναι διαταγές. Ένας λοχίας όμως του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί. Ω, μα φυσικά. Ξανακάθεται. Μαζί του και οι στρατιώτες. Ο λοχίας θέλει να διηγηθεί σε ενστόλους και μη ένα όνειρο που είδε την προηγούμενη εβδομάδα. Το διηγείται. Το ακροατήριο ζητά και δεύτερο. Αυτή τη φορά ο συνταγματάρχης θα επιμείνει. Όχι, δεν γίνεται και δεύτερο όνειρο, υπάρχουν διαταγές.

Σε άλλη σκηνή σε ένα μπιστρό, ένας άλλος αξιωματικός παίρνει πρωτοβουλία να κάτσει μαζί με τις τρεις κυρίες, αρχίζοντας να τους αφηγείται στην ψύχρα πόσο τραυματικά παιδικά χρόνια έχει περάσει. Και όσο κωμικά αναληθοφανής και κι αν είναι η σκηνή, μπορούμε ίσως να σκεφτούμε τις αναλογίες της με την πραγματικότητα: πόσες και πόσες φορές δηλαδή σε ένα τραπέζι, αφού έχουν τηρηθεί πρώτα κάποια προσχήματα χρόνου που έχει περάσει, συναναστροφής, διαλόγου, ανταλλαγής τυπικοτήτων, οι άνθρωποι αρχίζουν να αναλύουν τα τραύματά τους σε ανθρώπους που δεν έχουν ξανασυναντήσει ποτέ; Και αν τα τραύματα είναι μια ειδικότερη πίστα, πάντως μια πολύ πιο γενική ως και οικουμενική πίστα, είναι ότι οι άνθρωποι θέλουν να μιλάνε στους άλλους για τα δικά τους, θέλουν να λένε αυτά που τους απασχολούν, κάθονται απέναντι στον άλλο με πρώτο μέλημα να μιλήσουν και όχι να ακούσουν.

H γυναίκα έχει πάει στο σπίτι του εραστή της. Χτυπάει το κουδούνι και είναι ο σύζυγός της. Έχει έρθει να φέρει την πρόσκληση για ένα ακόμη δείπνο. Ποιος είναι, ακούγεται η φωνή της γυναίκας του από το υπνοδωμάτιο. Ο άντρας σου, της απαντάει. Η γυναίκα βγαίνει. Ο σύζυγος εκπλήσσεται όσο να ‘ναι, αλλά η γυναίκα του λέει ότι μόλις είχε έρθει κι εκείνη για τον ίδιο ακριβώς λίγο. Πάνε να φύγουν. Ο εραστής ζητάει από τον σύζυγο να φύγει μόνος και να να αφήσει τη γυναίκα να μείνει λίγο ακόμα. Γιατί; Γιατί πρέπει να της δείξω τα σουρσίκια. Τα ποια; Τα σουρσίκια. Ο σύζυγος φεύγει ακόμη πιο απορημένος. Τι είναι τα σουρσίκια, ρωτάει η γυναίκα τον εραστή, όταν μένουν πάλι μόνοι. Δεν ξέρω και δεν με νοιάζει, της απαντά. Δεν χρειάζεται να επινοηθεί μια γελοία δικαιολογία. Είναι τόσο προφανές και γελοίο το σκηνικό, που είναι πιο τίμιο να επινοηθεί στη θέση της δικαιολογίας μια λέξη. Φύγε κι άσε με με τη γυναίκα σου. Γιατί; Ρωτώντας τον γιατί, δεν του ζητά μια εξήγηση, ρωτώντας τον γιατί, του ζητά να του απαντήσει κάτι. Απάντηση ζητάει, όχι εξήγηση. Και απάντηση του δίνει. Θα μπορούσε αντί για σουρσίκια να του είχε απαντήσει σε άλλη γλώσσα. Να είχε εφεύρει ολόκληρη γλώσσα αντί για λέξη. Αρκεί να του απαντούσε με ήχους που θα θύμιζαν λέξεις, προτάσεις, σύνταξη. Όχι γαβγίζοντας. Αν γάβγιζε δεν θα μπορούσε να την αφήσει δίπλα του, αφού θα είχε εξέλθει ταυτόχρονα από τη γλώσσα και από το πρόσχημα. Πώς να άφηνε τη γυναίκα του με ένα τρελό σκυλί; Ο εραστής παραμένει μέσα στη γλώσσα, χρησιμοποιεί τη γλώσσα, εκφράζει την επιθυμία του μέσα από τη γλώσσα, δίνει στον σύζυγο μια απάντηση, σέβεται τον σύζυγο και τα προσχήματα, δεν γαβγίζει, δεν τον πετάει έξω με τις κλωτσιές, δεν χυμάει στη γυναίκα μπροστά του, απαντάει με λέξεις, λέει ουσιαστικά πως ό,τι κι αν θέλω από τη γυναίκα σου, μεταξύ μας θα υπάρχει και θα μας ορίζει πάντα η γλώσσα.

Οι έξι άνθρωποι θα κάτσουν ξανά και ξανά και ξανά σε τραπέζια προσπαθώντας να δειπνήσουν. Και αν το δείπνο τους είναι μια παράσταση; Και αν τα σαλόνια τους είναι μια σκηνή; Και αν μέρος του τρόπου που λειτουργούν οι κοινωνίες, είναι οι κατώτερες τάξεις να βλέπουν τη χλιδάτη ζωή των ανωτέρων τάξεων ως θέαμα; Ως κάτι που ζηλεύουν και λαχταρούν. Ως κάτι που θα ήθελαν να κάνουν κι αυτοί μια μέρα και που αν δεν μπορέσουν ποτέ να κάνουν, πάντως το βλέπουν και το χαίρονται μέσω άλλων. Τους χαίρονται τους άλλους που μπορούν να έχουν τη ζωή που δεν έχουν οι ίδιοι, δεν οργίζονται με τη διαφορά στις ζωές τους. Πώς πέρασε τις διακοπές του ο τάδε διάσημος και ο δείνα μεγαλοαστός πού πήγε, τι φόρεσε, δείτε φωτογραφίες από τη δεξίωση, δείτε εικόνες του κόσμου που ζει τη ζωάρα του μέσα απ’ την ασπίδα.