Βία / Violence είναι ο τίτλος της παράστασης της σημαντικής Καναδής δημιουργού Μαρί Μπρασάρ που έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260 (24/09 & 25/09/2021). Η Μαρί Μπρασάρ, επί χρόνια συνεργάτις του μάγου της σκηνής Ρομπέρ Λεπάζ, έχει διαγράψει πια τη δική της πορεία με την ομάδα Infrarouge, αναμφίβολα όμως φέρει πολλά ως καλλιτέχνις από την αντίληψη του κορυφαίου Καναδού δημιουργού για το θέατρο.

Στις παραστάσεις της δίνει χώρο σε όσα δεν είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού, σε όσα δεν υπάρχουν πια ή δεν υπήρξαν ίσως και ποτέ. Το θέατρό της επενδύει στη σκηνική μαγεία μέσα και από πειραματική χρήση του ήχου, του βίντεο, των φωτισμών, ενώ η ίδια συνεργάζεται συχνά με καλλιτέχνες που δεν προέρχονται από τον θεατρικό χώρο. Λίγο πριν την άφιξή της στην Αθήνα, είχαμε τη δυνατότητα να συνομιλήσουμε μαζί της για την άκρως ενδιαφέρουσα δουλειά που θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε.

Είναι μεγάλη χαρά που επιτέλους θα δούμε στην Ελλάδα δουλειά σας. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την παράσταση Βία / Violence;

Το αρχικό ερέθισμα ήταν ένα μια φράση της βαφτισιμιάς μου, ήταν μόλις 2,5 χρονών. Είχα γυρίσει από την Ιαπωνία και της είχα φέρει ένα βιβλίο με εικόνες και έδειξε με το δάχτυλό της σε μια ζωγραφιά του βιβλίου, σε μια τελεία σαν σημάδι πάνω στον ουρανό και μου είπε «κοίτα! εδώ είναι ένα πολύ μικρό λουλούδι που δεν έχει γεννηθεί ακόμη». Έμεινα άφωνη από την ομορφιά αλλά και την ουσία αυτής της φράσης. Βεβαίως, τα παιδιά έχουν μια φαντασία που λειτουργεί διαφορετικά και λένε τέτοια φοβερά πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, η φράση κινητοποίησε το ενδιαφέρον μου. Και σκέφτηκα ότι τα παιδιά μοιάζει να έρχονται στον δικό μας κόσμο, σαν να έχουν ζήσει σε έναν άλλο κόσμο πιο πριν, σαν να είναι ήδη γεμάτα με γνώση και σοφία και ένστικτο για το πώς να βλέπουν τον δικό μας κόσμο. Έτσι, αποφάσισα να πάρω αυτή τη φράση της βαφτισιμιάς μου, τη φράση ενός παιδιού και να την τιμήσω μέσα από τη δημιουργία μιας παράστασης.

Η αρχική μου ιδέα λοιπόν για τη δουλειά αυτή προέκυψε από την εξής παρατήρηση: ότι τα παιδιά έχουν εικόνες και σκέψεις με μια φρεσκάδα και μια αθωότητα και σταδιακά οι ενήλικες επιχειρούν να «εκπαιδεύσουν» τα παιδιά -γελάνε συχνά με όσα λένε- και τα «προγραμματίζουν» για έναν κόσμο πολύ συγκεκριμένο, συμπαγή, πολύ διαφορετικό από τον κόσμο της φαντασίας τους και αυτή η «εκπαίδευση» κάπως έχει να κάνει με το πώς θα γίνουν …αληθινοί άνθρωποι. Και σκεφτόμουν ότι ίσως αυτή είναι μια πρώτη μορφή βίας που δέχεται ένα άτομο. Και ότι καθώς μεγαλώνουμε ίσως πρέπει να πενθήσουμε για το παιδί μέσα μας που …χάθηκε. Και έχω την αίσθηση ότι σε όλη μας τη ζωή προσπαθούμε να επιστρέψουμε σε αυτή τη σοφία του παιδικού μας βλέμματος. Αυτή ήταν η εκκίνηση της παράστασης.

Βεβαίως, μετά μπήκαμε οι συντελεστές της παράστασης σε ένα ερευνητικό πλαίσιο με εργαστήρια, με ερωτήσεις προς εξερεύνηση και ένα από τα πράγματα που σκεφτόμουν είχε να κάνει ακόμη και με την κλιματική αλλαγή που ζούμε πια στην καθημερινότητά μας, πρόκειται για ένα είδος αόρατης βίας που δεν την αναγνωρίζουμε με καθαρότητα, αλλά νιώθω ότι πάντα ζούσαμε σε έναν κόσμο όπου υπήρχε αυτός ο ήχος της βίας, κάτι σαν επικείμενος σεισμός.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον αυτό που επισημαίνετε για την αορατότητα της βίας, για το πόσο έχουμε συνηθίσει στη βία και δεν την αναγνωρίζουμε πολλές φορές ως τέτοια. Και αναρωτιέμαι: υπάρχει διέξοδος; Η φαντασία ή η τέχνη θα μπορούσαν να είναι πύλες εξόδου από αυτήν την επώδυνη κατάσταση;

Δεν ξέρω εάν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως διέξοδοι, είμαι βέβαιη όμως ότι βοηθούν στο να «διαβάσουμε» τη βία και να τη μεταφράσουμε σε κάτι που αναγνωρίζουμε ή νιώθουμε. Στην παράσταση που θα δείτε, για παράδειγμα, η αφήγηση έχει κάτι αλλόκοτο. Δεν υπάρχει γραμμικότητα. Προσπάθησα να εμπιστευτώ το ένστικτό μου. Και να αφήσω τα πράγματα να φανερωθούν από μόνα τους, χωρίς να χρησιμοποιήσω μια λογική, εγκεφαλική δομή. Και με αυτόν τον τρόπο επιχειρώ να συνδεθώ με το κοινό μέσα από το ανεξήγητο, μέσα, δηλαδή, από κάτι που δεν μπορείς εύκολα να το βάλεις σε λέξεις αλλά το αναγνωρίζεις και το αισθάνεσαι. Πιστεύω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ένας κοινός τόπος που συνδέει όλα τα ανθρώπινα πλάσματα και που έχει κάτι ανεξήγητο, σκέφτομαι δέντρα με τεράστιους κορμούς και βαθιές ρίζες, το εσωτερικό μας σώμα, τις φλέβες μας, το αίμα, τα κύτταρα, ό,τι μας δονεί εσωτερικά, τα σήματα που εκπέμπει το κάθε σώμα.

Είστε μια συνολική δημιουργός, παίζετε, σκηνοθετείτε και έχετε γράψει και το κείμενο της παράστασης, σωστά;

Ναι, και ξέρετε, αυτή είναι μια παγκόσμια πρεμιέρα για μένα στο Φεστιβάλ Αθηνών, γιατί θα είναι η πρώτη φορά που θα παρουσιάσουμε αυτήν την παράσταση στην αγγλική γλώσσα -έχει δημιουργηθεί στα γαλλικά που είναι και η μητρική μου γλώσσα.

Και πώς αποφασίσατε να παρουσιάσετε την παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών στα αγγλικά; Είναι και αυτή μια επιλογή ερευνητική με έναν τρόπο;

Μου αρέσει πολύ να παίζω σε άλλες γλώσσες τις παραστάσεις μου. Όλες οι δουλειές μου έχουν παρουσιαστεί στα αγγλικά και στα γαλλικά. Συνήθως αυτό έχει να κάνει με τον τόπο παρουσίασης. Για παράδειγμα, σκέφτηκα ότι στην Ελλάδα είναι πιο πιθανό η πλειοψηφία των ανθρώπων να γνωρίζουν αγγλικά (και όχι τόσο καλά γαλλικά), γι’ αυτό και επέλεξα να παρουσιάσω την παράσταση στα αγγλικά, για να είναι η δουλειά όσο γίνεται πιο προσβάσιμη. Δεν με τρελαίνει η ιδέα των υπέρτιτλων, σαφώς και είναι ένα εργαλείο, αλλά πάντα κάτι χάνεις. Οπότε ήθελα να μειώσω αυτήν την απώλεια και να μπορεί όσο γίνεται περισσότερος κόσμος να επικοινωνήσει απευθείας με το σκηνικό σύμπαν της παράστασης.

Υπάρχουν όμως και δυσκολίες στην προσαρμογή σε μια άλλη γλώσσα.

Βεβαίως, καταρχάς ο ρυθμός της γλώσσας, η μουσική της γλώσσας είναι διαφορετικά. Αυτό όμως που έχει ενδιαφέρον είναι ότι μέσα από αυτή τη δημιουργική άσκηση -γιατί είναι μια δημιουργική άσκηση- σου φανερώνονται πτυχές της παράστασης που δεν ήταν ορατές, σου φανερώνονται και άλλα νοήματα όταν μπαίνεις στη διαδικασία να μεταφράσεις κάτι. Και αυτό σε τροφοδοτεί. Και συνήθως αυτό που συμβαίνει είναι ότι, όταν επιστρέφω στη γαλλική εκδοχή, διορθώνω, αλλάζω πράγματα σύμφωνα με όσα ανακάλυψα για το έργο, παίζοντάς το σε μετάφραση.

Ο γιαπωνέζικος πολιτισμός είναι μια φανερή επιρροή στη δουλειά σας. Τι είναι αυτό που σας ελκύει σε αυτόν τον πολιτισμό;

Ναι, αγαπώ πολύ την Ιαπωνία. Όταν σπούδαζα θέατρο, συνειδητοποίησα ότι είχε κάτι περίεργο ο τρόπος μου να φτιάχνω παραστάσεις και αναζητούσα ερεθίσματα ή γλώσσες σκηνικές που θα μπορούσαν να ταιριάξουν στον τρόπο μου. Μια μέρα λοιπόν έπεσα πάνω σε ένα ντοκιμαντέρ για το Butoh και γοητεύτηκα πάρα πολύ από το παράξενο, το αλλόκοτο, την ελευθερία δημιουργίας και την αφαίρεση που έχει αυτός ο χορός και όλο αυτό είχε μια μεγάλη επίδραση πάνω μου. Μετά άρχισα να ανακαλύπτω τα μάνγκα, Ιάπωνες εικαστικούς καλλιτέχνες και έναν ολόκληρο πολιτισμό που με σαγήνευσε. Και έτσι έλεγα ότι, όταν τελειώσω τη σχολή υποκριτικής, θα πάω στην Ιαπωνία να μάθω Butoh πλάι στον Min Tanaka. Αυτό ήταν το όνειρό μου τότε.

Μετά βέβαια γνώρισα τον Ρομπέρ (Λεπάζ) και αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί και τελικά πήγα στην Ιαπωνία μετά από 7 χρόνια, με δύο παραστάσεις του Ρομπέρ, το Shakespeare Trilogy και το The Seven Streams of the River Ota. Και με το που πήγα άρχισα να έχω κάποιες συνεργασίες αρχικά ως ηθοποιός και πιο μετά ως σκηνοθέτρια. Στη Βία συνεργάζομαι με δημιουργούς από την Ιαπωνία, αλλά έχω εμπνευστεί και από τους θρύλους που έχουν, τα πνεύματα Γιόκαϊ, που μπορούν να αλλάξουν μορφή ή σχήμα, μπορεί να γίνουν άνθρωποι, αντικείμενα, ζώα και έχουν έναν διαφορετικό τρόπο να επικοινωνούν με τον άνθρωπο. Επομένως, είναι μεγάλη χαρά να εξερευνώ ακόμη και σήμερα τον γιαπωνέζικο πολιτισμό και βεβαίως να συνεργάζομαι με Ιάπωνες καλλιτέχνες.

Στις παραστάσεις σας ο ήχος, η εικόνα, το φως έχουν ιδιαίτερη λειτουργία. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για τα στοιχεία αυτά στο έργο σας;

Στη δουλειά μου πράγματι ο ήχος, η εικόνα, το φως συνθέτουν ένα λεξιλόγιο, μια γλώσσα χωρίς λόγια, το ίδιο ισχυρή όμως με τον λόγο. Και σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό νομίζω ότι συνεργάζομαι με καλλιτέχνες που συνήθως δεν δουλεύουν στο θέατρο, εργάζονται δηλαδή κατά κανόνα μόνοι τους σε προσωπικά τους πρότζεκτ. Και αυτά τα διαφορετικά στοιχεία της παράστασης διαμορφώνουν ένα σκηνικό τοπίο, λειτουργώντας ανεξάρτητα σε μεγάλο βαθμό για να αποκαλύψουν παράξενες πτυχές της πραγματικότητας και της φαντασίας.

Παρουσιάζετε για πρώτη φορά δουλειά σας στην Ελλάδα. Πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας καλλιτεχνικά στο ελληνικό κοινό; Πώς θα περιγράφατε τις δημιουργίες σας;

Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Δύο λέξεις μου έρχονται τώρα στον νου που θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν το έργο μου: «παράξενα οικείο».

Info παράστασης:

“Violence/Βία” στην Πειραιώς 260 | 24, 25 Σεπτεμβρίου 2021 | Πειραιώς 260