Πιτσιρίκα ακόμα, θυμάμαι τον πατέρα μου να μας πηγαίνει βόλτα στο Λυκαβηττό. Εγώ να στέκομαι με δέος μπροστά στο Τελεφερίκ, στο τρενάκι που θα διέσχιζε σχεδόν κατακόρυφα τα έγκατα του βράχου, για να βγούμε στο απόλυτο ύψος, εκεί απ’ όπου αρκούσε ένας στροβιλισμός για να κάνεις την Αθήνα δικιά σου. Αργότερα, στα χρόνια της Νομικής με τη φίλη μου την Ερατώ μπαίναμε εύκολα στον πειρασμό να εγκαταλείψουμε ένα αμφιθέατρο για να ανέβουμε στο «Βράχο» και να «διαλέξουμε» σε ποια ταράτσα με πισίνα θα κάναμε τη μαγική μας βουτιά. Ειδικά, όταν έπιαναν οι ζέστες  η μεγάλη ανηφόρα μας ζόριζε, αλλά η fanta στο μπαλκονάκι της Πράσινης Tέντας  ξεδιψούσε μαζί με το λαιμό και το μάτι. Μαζί με αυτήν ήρθαν οι συναυλίες στο Θέατρο, οι φίλοι στα βραχάκια, τα συνωμοτικά ραντεβού και τα ατελείωτα βιβλία που φυλλομετρούσα πάνω στο «δικό» μου παγκάκι. Χρόνια μετά, όταν έγινα πια κάτοικος της περιοχής, η αγάπη μου για το βράχο μεγάλωσε, αλλά η εικόνα του είχε αλλάξει.

Στην πορεία αυτού του ρεπορτάζ διαπίστωσα ότι μαζί με εμένα, ο Λυκαβηττός έχει σχεδόν ερωτική σχέση με πολλούς από τους  κατοίκους του. Ο Άκης Μαρτζάβας, κάτοικος Λυκαβηττού 52 συναπτά χρόνια, μου διηγείται περιπέτειες από το λόφο, τότε που παίζανε στο εγκαταλελειμμένο θέατρο και έκαναν τσουλήθρες στους μεγάλους γκρεμούς. «Είναι ο ωραιότερος λόφος που έχω δει σε οποιαδήποτε πόλη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στα 250 τετραγωνικά της κορυφής του λόφου έχεις σφαιρική άποψη της Αθήνας 360 μοίρες. Τα παλιά χρόνια εδώ δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Αντίθετα ήταν γεμάτος ζευγαράκια… καθόμασταν στην Πράσινη Τέντα». Εκεί που σύχναζαν όπως λένε «τα γραπτά» ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο Μάνος Κατράκης, ο Ξυλούρης και ο Μαρκόπουλος.

Στο πάρκινγκ έξω από το θέατρο η Cantina De Lycabetto είναι από τα λίγα ορόσημα που εξακολουθούν να παραμένουν ίδια από το 1976. Πέρασε από τους γονείς του στον Γιάννη Λαπατσάνη. Ο ίδιος, μέσα από το ορθογώνιο παράθυρο του τροχοκίνητου, έχει ζήσει την επί δεκαετιών πρόσφατη ιστορία του λόφου. «Από τότε που έβγαλαν τις τέσσερις μπασκέτες από το Λυκαβηττό έχει αλλάξει η ποιότητα του κόσμου. Παλιότερα ερχόντουσαν ζευγαράκια, άνθρωποι να χαζέψουν τη θέα, σχολεία εκδρομές, κόσμος που αθλούνταν… Οι μπασκέτες εμπόδιζαν τα αυτοκίνητα. Τώρα πια τα βράδια εδώ μαζεύονται κυρίως  αλλοδαποί, μάξιμουμ είκοσι πέντε ετών, κάνουν κόντρες, σούζες και βασικά διώχνουν τον κόσμο. Δεν υπάρχει ούτε αστυνομία, ούτε φύλακες. Συνήθως, οι τουρίστες κατεβαίνουν από τον Αϊ Γιώργη εδώ και ψάχνουν να βρουν ταξί. Το καλοκαίρι γίνονται ελάχιστες συναυλίες, λες και το θέατρο είναι ασφαλές για λίγες και όχι για πολλές. Αν με άκουγε κάποιος ιθύνων το μόνο που θα ζητούσα είναι αστυνόμευση, γιατί εδώ πάνω επικρατεί ασυδοσία. Επίσης, τον τελευταίο καιρό γίνονται τα πάρτι τα οποία είναι επικίνδυνα και για φωτιά, ενώ τα λιγοστά άτομα του Δήμου παλεύουν με την καθαριότητα. Εγώ πληρώνω ενοίκιο στον ΕΟΤ, αλλά η σχέση μας είναι τελείως απρόσωπη. Η αναβάθμιση του Λυκαβηττού έγινε με την Ολυμπιάδα. Μετά τον άφησαν στη μοίρα του».

Ο ιδιοκτήτης της περίφημης καντίνας του Λυκαβηττού (δεξιά), Γιάννης Λαπατσάνης και η ταμίας του Τελεφερίκ, Ιωάννα Κωσταντέλλου (αριστερά)

Ο Λυκαβηττός εκτός από την αισθητική και οικολογική αξία του στον αστικό ιστό της πόλης αποτελεί και  κατεξοχήν τουριστικό προορισμό. Η Ιωάννα Κωσταντέλλου, ταμίας του Τελεφερίκ, μου μιλάει για την αυξημένη τουριστική κίνηση τη σεζόν που πέρασε. «Η περίοδος ξεκινάει από το Πάσχα και οι τουρίστες ποικίλουν,  πολλοί Κινέζοι , Ρώσοι, Αμερικάνοι,  Γερμανοί και αρκετοί Έλληνες αν και οι τελευταίοι διαμαρτύρονται για το ακριβό εισιτήριο των επτά ευρώ. Συνήθως όμως γονείς και  άνθρωποι με κινητικά προβλήματα το χρησιμοποιούν για να ανέβουν.

Βγαίνοντας από το τελεφερίκ στον Αϊ Γιώργη, η θέα  είναι απεριόριστη. Τα χρώματα του Αττικού ουρανού μπλέκονται  στο τέλος του ορίζοντα με τη θάλασσα και όταν έχει καθαρό ουρανό χαζεύεις τα πλοία μέχρι την Αίγινα. Από το 2001 το Τουριστικό συγκρότημα Λυκαβηττού πέρασε στην «Καστελόριζο Α.Ε»  η οποία και λειτουργεί το εστιατόριο  «Ορίζοντες», όπως επίσης και καφέ μπαρ δίπλα. Επικοινωνώ με την  υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του χώρου Μαρία Σταύρου και τη ρωτάω αν αντιμετωπίζουν δυσκολίες σήμερα στη λειτουργία του χώρου. «Υπάρχουν κάποια προβλήματα με το φωτισμό και γενικότερα με την περιποίηση των εξωτερικών χώρων, από τις σκάλες μέχρι την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου,  τα οποία προσπαθούμε να επιλύσουμε σε συνεργασία με το Δήμο Αθήνας. Με τις κινήσεις που ακολουθούμε θεωρούμε πως κάνουμε ότι είναι δυνατό για να προσελκύσουμε περισσότερους επισκέπτες. Όμως τα λειτουργικά κόστη είναι δυσβάστακτα.

Ο λόφος του Λυκαβηττού, όμως, δεν είναι μόνο η κορυφή του αφού όλο του το «σώμα» έχει οργανική σχέση με το κέντρο της πόλης. Περιστοιχισμένο από περιοχές όπως το Κολωνάκι, η Νεάπολη Εξαρχείων, η περιοχή της Αλεξάνδρας, οι Αμπελόκηποι και η Πλατεία Μαβίλη συνδέει  κομβικά μέσω του Περιφερειακού  τις περιοχές αυτές. Στους πρόποδες του υψώνονται κάποιες από τις πιο όμορφες γειτονιές της Αθήνας που ακόμα και σήμερα διατηρούν την αστική τους καταγωγή.

Τα νεοκλασικά σπίτια στις παρυφές του Λόφου μαζί με τα σκαλάκια θυμίζουν μια πανέμορφη Αθήνα / Θέα και φωτογραφία από το εστιατόριο «Ορίζοντες»

Από άποψη κατοίκων, ο λόφος προσελκύει σε μεγάλο βαθμό καλλιτέχνες, κόσμο της διανόησης, παλιούς αστούς  αρκετούς νεόπλουτους Κολωνακιώτες αλλά και μποέμ τριαντάρηδες σαραντάρηδες  που όταν άρχισαν να πέφτουν τα ενοίκια και να δυσχεραίνει η κατάσταση στα Εξάρχεια μετακινήθηκαν μαζικά πάνω από την Ασκληπιού.

Οι κάτοικοι της περιοχής γίνονται καθημερινά μάρτυρες της σταδιακής εγκατάλειψης του. Τα μονοπάτια του λόφου είναι ιδανική λύση για όσους θέλουν να αθληθούν ή να διατηρήσουν την επαφή τους με τη φύση. Τα ίχνη όμως από σκουπίδια, ξεκολλημένους κάδους και παγκάκια, σπασμένα προστατευτικά αλλά και οι ακαθαρσίες των σκύλων που βγάζουν οι ιδιοκτήτες βόλτα πολλαπλασιάζονται. Ειδικά για το θέμα των σκύλων αναρωτιέμαι αν οι ταμπέλες  των πολιτισμένων πάρκων του κόσμου, που προειδοποιούν για πρόστιμο τους παραβάτες, θεωρούνται απλά πολυτέλεια για εμάς τους Αθηναίους, αφού εν τέλει γνωρίζουμε πολύ καλά ποιά είναι η χρήση του δημόσιου χώρου.

Τρανό παράδειγμα αυτής της γνώσης είναι τα κινητά πολυπληθή πάρτι τα οποία γίνονται τον τελευταίο καιρό μέσα στο λόφο από  ομάδες ατόμων που την επόμενη μέρα αφήνουν πίσω τους σκουπίδια και ζημιές ενώ θεωρούν ότι είναι αυτονόητο δικαίωμα τους η εκμετάλλευση του λόφου με αυτόν τον τρόπο. Μετά τους κατοίκους των Εξαρχείων και του Λόφου του Στρέφη ήρθε η σειρά των κατοίκων του Λυκαβηττού να θορυβηθούν για το τι μέλλει γενέσθαι με την κατάσταση αυτή. Επιπρόσθετα στις τοποθεσίες που λειτουργούσαν σαν καφέ-αναψυκτήρια και  τροφοδοτούσαν με ζωή και ασφάλεια το λόφο στις παρυφές του,  στην Πράσινη Τέντα (Μπαλκονάκι) και στον Αποσπερίτη βασιλεύει η απόλυτη εγκατάλειψη και τα ερείπια τα κοιτάζουν οι τουρίστες με απορία, ενώ  χρησιμεύουν στις μεταμεσονύκτιες αυτές εκδηλώσεις.

Η αποκαρδιωτική εικόνα που αντικρίζουν οι επισκέπτες σήμερα στην Πράσινη Τέντα

Ο κατεστραμμένος Αποσπερίτης χρησιμεύει πια στο να γίνονται παράνομα πάρτι

Απευθύνομαι στον αντιδήμαρχο καθαριότητας και ανακύκλωσης, κύριο Ανδρέα Βαρελά, για να  κατανοήσω το πρόβλημα εν τη γενέσει του. Ποιος έχει τελικά την ευθύνη της διαχείρισης του Λυκαβηττού; Και ενώ το μυαλό ενός πολίτη θα πήγαινε αυτόματα στον Δήμο Αθηναίων, ο Δήμος μέχρι σήμερα έχει την μόνο την ευθύνη της καθαριότητας, του πρασίνου και της αδειοδότησης κάθε χρόνο του συναυλιακού χώρου. «Ο λόφος ανήκει στην Κρατική Εταιρεία του Δημοσίου και από το 2011, που αναλάβαμε, προσπαθούμε να περάσει με προγραμματική σύμβαση στον Δήμο. Έτσι θα λύναμε πολλά θέματα και θα μπορούσαμε και να απολογούμαστε στους πολίτες. Για τα θέματα της αδειοδότησης χώρων, όπως η Πράσινη Τέντα θεωρώ ότι έχουμε φάει τον γάιδαρο και είμαστε στην ουρά. Η προγραμματική σύμβαση που υπογράφηκε το 2003, ας είμαστε ειλικρινείς δεν μιλούσε για χώρους αδειοδοτημένους και τυπικά νόμιμους. Σήμερα με τη νομοθεσία περί αυθαιρέτων μπορούμε να κάνουμε κάποια πράγματα, αλλά θα πρέπει ως ιδιοκτήτες του χώρου. Πρέπει να σταματήσει τον πινγκ πονγκ που ο ένας πετάει το μπαλάκι στον άλλο. Από τη στιγμή που υπάρχει η πρόθεση να αναλάβει ο Δήμος όλη τη φροντίδα του Λυκαβηττού  πρέπει να προχωρήσουμε.»

Σημερινή εικόνα πυροσβεστικής αντλίας στο λόφο / Τσιμεντωμένος κάδος από το πάλαι ποτέ, ένας από τους πολλούς

Στα παράπονα μου για την έλλειψη φύλαξης του χώρου αλλά και για την κακή εικόνα των κάδων ο κος Βαρελάς μου απαντάει. «Όσον αφορά στην καθαριότητα ο αστικός εξοπλισμός είναι παλαιός, εμείς έχουμε την πρόθεση εφόσον περάσει στην ευθύνη μας ο Λυκαβηττός, να τον ανανεώσουμε. Χωρίς να είναι η υποχρέωση μας κάναμε κάποιες αλλαγές με κάποια καλαθάκια για παράδειγμα. Το θέμα της φύλαξης δεν είναι στην αρμοδιότητα του Δήμου. Το μεγάλο πρόβλημα  είναι μια μετακίνηση κόσμου από άλλα σημεία της πόλης στο λόφο. Έχουμε εκτιμήσει ότι ήταν μια κίνηση από κόσμο που είχε ανάλογη παρουσία και δράση στον λόφο του Στρέφη και η έντονη αστυνομική παρουσία τους μετακίνησε στο Λυκαβηττό. Συχνά δεχόμαστε οχλήσεις από κατοίκους για τα  παράνομα αυτά πάρτι. Το τραγικό είναι ότι ο κόσμος πιστεύει ότι ο Δήμος είναι υπεύθυνος για πολλούς δημόσιους χώρους χωρίς να είναι. Τρανά παραδείγματα το πεδίον του Άρεως και ο Λουμπαδιάρης στου Φιλοπάππου. Στη Δεξαμενή που είμαστε προχωρήσαμε τις διαδικασίες και πλέον λειτουργεί πολύ όμορφα για την περιοχή. Για τη φύλαξη ζητάμε τη συνδρομή της αστυνομίας. Τα προβλήματα παραβατικότητας και εγκληματικότητας στην πόλη έχουν επιδεινωθεί μετά την κατάργηση της δημοτικής αστυνομίας. Σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό έπαιζε ένα αποτρεπτικό ρόλο. Εμείς θα θέλαμε πάρα πολύ να επαναλειτουργήσει και η Πράσινη τέντα και ο Αποσπερίτης».

Ο αντιδήμαρχος καταλήγει με το ότι είναι πολύ κοντά οι διαδικασίες παραχώρησης του Λυκαβηττού στο Δήμο και ότι μετά από αυτό θα γίνει  μελέτη για ολοκληρωτική παρέμβαση στο λόφο. Συμφωνούμε στο ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα ξεκινάει από την προσωπική τοποθέτηση μας στο χώρο. Η σκέψη ότι ο δημόσιος χώρος ταυτίζεται με το ότι «μπορώ να κάνω ό,τι θέλω» οδηγεί στην απόλυτη απαξίωση του.

Ανατρέχω στα ιστορικά βιβλία που μιλάνε για την περιοχή και διαβάζω «1850: Η περιοχή της σημερινής σφριγηλής  συνοικίας, καθώς και ο λόφος ολόγυρα είναι, γεμάτη από βραχάκια και μικρά ρεύματα, ασφόδελα και θυμάρια, σπουργίτια και όρνεα. Λίγοι χωρικοί μετακινούνται από ελάχιστα δρομάκια. Μικρή κίνηση παρατηρείται προς τα εξωκκλήσια των αγίων Ισιδώρων, του Αγίου Γεωργίου και προς τη Μ. Πετράκη. Την ημέρα, κοπάδια από γιδοπρόβατα δίνουν μια γραφική  εικόνα και το βράδυ σταλιάζουν στην σημερινή πλατεία της Δεξαμενής και στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, όπου δροσίζονται από λίγες συστάδες δένδρων και δύο,τρεις πηγές…» Το ανάγλυφο του Λυκαβηττού  δίνει τροφή για να ζωηρέψει η φαντασία έτσι όπως τον παρατηρώ από μακριά. Περιγράφει ο Χρ. Ενισλείδης «γηρασμένος από τα χρόνια ο λόφος φαίνεται γυρμένος και καθισμένος στα πόδια σαν ένα μεγάλο λεοντάρι». Ο αρχαίοι έλεγαν για αυτόν: λύκη και βαίνω, ήτοι φως και κίνηση, το επί τροχιάς κινούμενο φως ή αλλιώς εκεί που κάποτε περπατούσαν οι λύκοι

Ίσως χρειάζεται να βοηθήσει και το «πνεύμα» του Λυκαβηττού

 Σημειώσεις: Ευχαριστώ τον δικηγόρο Στέλιο Βούλγαρη  και τον μουσικό Ιάκωβο Παυλόπουλο για τη βοήθεια τους στην πραγματοποίηση αυτού του ρεπορτάζ. Οι ιστορικές αναφορές είναι από το σημαντικό βιβλίο του Αναστάσιου Αθ. Παππά «Κολωνάκι-Λυκαβηττός, ένας σύντομος Ιστορικός περίπατος στο Παρελθόν/ Σύλλογος των Αθηναίων 1991»

Φωτογραφίες: Νάντια Δρακούλα