«Η Νύχτα του Κυνηγού» ξεκινά με ένα τραγούδι που τραγουδά παιδική χορωδία:

Dream/ Dream, my little one, dream / Though the hunter in the night fills your childish heart with fright / Fear is only a dream / So dream little one, dream“.

[Παρόλο που ο κυνηγός μέσα στη νύχτα τρομάζει τελείως την παιδική σου καρδιά, ο φόβος είναι μόνο ένα όνειρο, οπότε ονειρέψου, μικρό μου, ονειρέψου.]

Ο φόβος ως όνειρο, αλλά ως όνειρο μόνο στο τραγούδι. Στην πραγματικότητα ο φόβος ως πραγματικότητα: μια πραγματικότητα ενός τερατώδους κοινωνικού πλαισίου (η Αμερική της μεγάλης ύφεσης και του κραχ, η Αμερική των αρχών της δεκαετίας του 1930, με παιδιά εγκαταλελειμμένα ή ορφανά που τριγυρνούν μόνα τους χωρίς στέγη, ζητιανεύοντας και ψάχνοντας στα σκουπίδια) και ενός ανθρώπινου τέρατος, του κατά συρροή γυναικοκτόνου, που υποδύεται ο Ρόμπερ Μίτσαμ.

Ένας κατά δήλωσή του ιεροκήρυκας, που έχει μια πολύ διεστραμμένη αντίληψη για την αποστολή του. Συνομιλεί με τον Κύριο για το πόσες χήρες έχει σκοτώσει ως τώρα. Ξέρει ότι τον Κύριο δεν τον ενοχλούν οι σκοτωμοί, άλλωστε η Βίβλος είναι γεμάτη από σκοτωμούς. Ξέρει επίσης όμως ότι τον Κύριο τον ενοχλούν αυτά τα αρωματισμένα πλάσματα (ή μάλλον σύμφωνα με τα δικά του λόγια «πράγματα») με τις δαντέλες και τα σγουρά μαλλιά, οι πόρνες της Βαβυλώνας, οι γυναίκες, όλες οι γυναίκες. Ειδικεύεται στις χήρες, γιατί είναι πιο ευάλωτες συναισθηματικά; Πιο εύκολα θύματα; Αναπληρώνει τους απόντες άντρες τους με τον εαυτό του, που είναι επίσης απών στο κρεβάτι τους ως άνδρας; Ο Θεός εκδικητής του, του οποίου το έργο φέρνει σε πέρας, τι εκδικείται άραγε; Τίποτα άλλο από την ίδια τη γυναικεία φύση, το γυναικείο σώμα, τη γυναικεία υπόσταση. O μισογυνισμός ως λόγος του Κυρίου. Από την πρώτη στιγμή ο χαρακτήρας του παρουσιάζεται ως πανηγυρική ενσάρκωση του κακού, του λύκου που έρχεται με την προβιά προβάτου. Μολονότι είναι αναμφίβολα ένα σύμβολο υποκρισίας και του φαίνεσθαι, ειδικά ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζεται από την κοινωνία, θα ήταν μάλλον λάθος να πούμε ότι δεν είναι άνθρωπος του Θεού. Είναι άνθρωπος του Θεού, αλλά με τον τρόπο που έχει φτιάξει έναν Θεό στα μέτρα του, προσαρμόζοντάς τον στην αρρώστιά του και το μίσος του.

Σε μια -από τις απίστευτα πολλές- εντυπωσιακής εικαστικής ομορφιάς σκηνές της ταινίας, ο Μίτσαμ ως εκπρόσωπος του κακού και η Λίλιαν Γκις ως εκπρόσωπος του καλού, ο Μίτσαμ ως ενσάρκωση του μίσους και η Γκις ως ενσάρκωση της αγάπης, ο Μίτσαμ ως κυνηγός μέσα στη νύχτα και η Γκις ως άγρυπνος φύλακας των θηραμάτων του, τραγουδούν τον ίδιο θρησκευτικό ύμνο: Στηρίξου στον Ιησού, αφέσου στα χέρια του. Ένας Θεός αγάπης για την Γκις, ένας Θεός μίσους για τον Μίτσαμ, μάλλον εξίσου Θεός και για τους δύο, μάλλον απλώς διαφέρει η ερμηνεία τους για το τι αντιπροσωπεύει.

«Η Νύχτα του Κυνηγού» είναι μια ταινία που ο βασικός ήρωας είναι ένας ψυχοπαθής ή έστω κοινωνιοπαθής μισογύνης άνδρας που κυνηγάει δυο παιδιά για να μπορέσει να τους αποσπάσει ένα μυστικό, ωστόσο τελικά περισσότερο από τα παιδιά και σίγουρα πολύ περισσότερο από τους άνδρες, τον απασχολούν οι γυναίκες, ο ρόλος τους, η θέση τους, τα θέλω τους, έστω με τα δεδομένα μια ταινίας του 1955 που διαδραματίζεται 25 χρόνια πριν: Η γυναίκα μέσα σε ένα γάμο, η γυναίκα πριν τον γάμο, η γυναίκα κι ο ρομαντισμός.  Η προσφώνηση “Μother” από τον σύζυγο στη σύζυγο, ακόμα κι όταν τα παιδιά κοιμούνται, ο άντρας που βλέπει τη γυναίκα του σαν μάνα και μάνα την αποκαλεί. Το σεξ ανάμεσα σε ένα παντρεμένο ζευγάρι που μπορεί κι αυτό να είναι δεικτικό ερμηνείας, είτε ως ένδειξη αγάπης μεταξύ τους είτε ως ανεπίτρεπτη πηγή ντροπής και ακολασίας.

Τέσσερις γυναικείοι χαρακτήρες. H Σέλεϊ Γουίντερς: εύπιστη, εύπλαστη, ελαφρόμυαλη, έτοιμη να αλλάξει ανά πάσα στιγμή, μόλις μεταβληθούν οι συνθήκες, εσωτερική αφήγηση και ζωτικό ψεύδος. Η εργοδότριά της στο παγωτατζίδικο: από τις γυναίκες που κάνουν απόλυτο κουμάντο σε ένα γάμο και που προσπαθεί να επέμβει και να κάνει κουμάντο και όπου άλλου μπορεί: εξουσιαστική, χειριστική, με ακλόνητες πεποιθήσεις, πραγματίστρια, φουλ αντιρομαντική:

«Οι ρομαντισμοί και οι έρωτες είναι για τους άντρες. Ο καλός Θεός δεν το θέλησε αυτό για τη γυναίκα. Τα του ρομαντισμού είναι παραμύθια κι όνειρα. Η γυναίκα πρέπει να είναι πρακτική. Και να μην πολυθέλει». Ενστάσεις πολλές με τον ρομαντισμό μοιάζει να έχει και ο χαρακτήρας της Λίλιαν Γκις. Μόνο που ακόμη κι αν θεωρεί τον ρομαντισμό ως παγίδα για τις νέες γυναίκες, το δικό της βλέμμα δεν έχει τίποτα το κυνικό. Έτσι όταν η προστατευόμενή της, που έχοντας το έξτρα επιβαρυντικό στοιχείο της πολύ νεαρής ηλικίας και το ότι είναι χωρίς γονείς, επενδύει στον ρομαντισμό με μια απελπισμένη, αδιάκριτη και τυφλή αφέλεια, η Γκις αναγνωρίζει ότι ο ρομαντισμός είναι ο δρόμος της και η προσπάθειά της να βρει αγάπη.

Βλέποντας κανείς τη «Νύχτα του Κυνηγού», δυσκολεύεται να χωνέψει ότι είναι η μοναδική ταινία που γύρισε ο Τσαρλς Λότον κι ότι στην εποχή της θεωρήθηκε αποτυχία. Το ταλέντο του, η ματιά του, η σύνθεση των κάδρων του, ο σκηνοθετικός ενθουσιασμός του, ο λυρισμός του, η ποιητικότητά του, φτιάχνουν ένα έργο κυριολεκτικά γεμάτο από μεγάλες εικόνες. Όσο κρίμα κι αν είναι όμως που δεν είδαμε τίποτα άλλο δικό του στον κινηματογράφο, έχεις την αίσθηση ότι τελικά είδαμε, είτε πρόκειται για τον τρόπο που επηρεάστηκε ο Ντέιβιντ Λιντς είτε ο Τέρενς Μάλικ, είτε όποιος άλλος μπορεί να φανταστεί ο καθένας.