Η Λυρική Σκηνή έχει πρόσφατα γίνει πιο εξωστρεφής: Μετά το λυρικό λεωφορείο, τις λυρικές βραδιές και τις βραδιές χορού ήρθε η Όπερα της Βαλίτσας: Τον περασμένο Νοέμβριο με την Τραβιάτα και τώρα με την θρυλική Μποέμ του Τζάκομο Πουτσίνι που ανεβαίνει με ελεύθερη είσοδο στην Τεχνόπολις του Δήμου Αθηναίων (21 & 27 Μαρτίου) και στο πολιτιστικό κέντρο Γκράβας (29 Μαρτίου). Οι συντελεστές στήνουν τις 14 βαλίτσες τους, που αποτελούν ταυτόχρονα και το σκηνικό, και ανεβάζουν την παράσταση σε απόσταση αναπνοής από το κοινό. Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα, εναλλακτική πρόταση για την οποία μας μιλά ο σκηνοθέτης της παράστασης, Ισίδωρος Σιδέρης.

ελc: Πόσο διαφορετική ήταν η αντιμετώπιση της συγκεκριμένης παράστασης;
Ι.Σ.:
Είναι η πρώτη φορά που δούλεψα την Μποέμ και το έργο με γοητεύει. Δεν την αντιμετώπισα όμως διαφορετικά, απλά είναι διαφορετικός ο τρόπος που ανεβαίνει – χωρίς σκηνικά, χωρίς ορχήστρα… Η όπερα της βαλίτσας δεν μπορεί και ούτε πρέπει να ανταγωνιστεί την όπερα της σκηνής, αλλά αποτελεί μια εναλλακτική πρόταση, προσεγγίζοντας και διαφορετικό κοινό ώστε να γνωρίσει την όπερα. Η βαλίτσα με βοήθησε σαν σκηνοθετικό εύρημα: Χρησιμοποιώ τις 14 βαλίτσες που κουβαλούν οι ηθοποιοί και τραγουδιστές ως μοναδικό σκηνικό. Κεριά, μαχαιροπίρουνα, πιάτα, όλα τα αντικείμενα βγαίνουν από εκεί, με εξαίρεση μια σκάλα και ένα χαλί. Οι ηθοποιοί επίσης παίζουν κυκλικά, δεν υπάρχει μαέστρος για να κοιτάνε μόνο μπροστά. Πρόσθεσα επίσης και μια «παρατυπία» στο έργο, ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει. Είναι ένας performer που ενσαρκώνει τον θάνατο και που λειτουργεί και ως θιασάρχης, αλλάζει το σκηνικό, φέρνει αντικείμενα… Χρησιμοποιούμε δηλαδή λιτά μέσα, προσπαθώντας να δώσουμε την ουσία της ίδιας της παράστασης.

ελc: Όλα αυτά πάντως είναι πολύ διαφορετικά από ό,τι έχουμε συνηθίσει μέχρι τώρα στην όπερα.
Ι.Σ.:.
Τώρα που δοκίμασα αυτή την εκδοχή, νομίζω θα την ανέβαζα και σε κανονική σκηνή! Αν έχεις πολλές δυνατότητες, αναπόφευκτα θα κατευθυνθείς σε λύσεις που έχουν την γκλαμουριά τους, ενώ η ανάγκη σε οδηγεί σε σκέψεις. Αυτό εδώ είναι πιο ενδιαφέρον και με ιντριγκάρισε, γιατί από τότε που ξεκίνησα είμαι καλομαθημένος σε κρατικές σκηνές και έρχεται και η στιγμή που θες να πειραματιστείς και σε κάτι άλλο. Δουλέψαμε πάντως πολύ την υποκριτική και νομίζω πως έχουμε καταφέρει να αγγίξουμε ευαίσθητες χορδές. Με την υπερκινητικότητα που διακρίνει τις δουλειές μου, δεν θα λείπει το θέαμα!

ελc: Σημειώνετε ότι υπάρχει και χιούμορ στο έργο
Ι.Σ.:
Ναι, έχουμε δώσει και χιούμορ στην παράσταση, είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε αυτά που λέγονται. Είναι σημαντικό για έναν σκηνοθέτη να ανακαλύπτει το χιούμορ μέσα από το δράμα. Έχει νόημα να μπορείς να ανατρέψεις τα πράγματα. Στο έργο από την πρώτη στιγμή ελλοχεύει η παγωνιά και το ρίγος του θανάτου. Εγώ προσωποποίησα, όπως σας είπα, τον θάνατο με έναν performer, ο οποίος υποτίθεται ότι είναι αόρατος στους υπόλοιπους εκτός από την πρωταγωνίστρια. Εκείνη μόνο ερωτοτροπεί με τον Θάνατο, όπως και με τον έρωτα. Και επιδίωξα αυτό το πρόσωπο, ο θάνατος, να έχει χιούμορ, να είναι γλυκός, ανθρώπινος. Άλλωστε είναι αυτός που έχουμε μέσα μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Ήθελα όμως να δώσω και μια αισιοδοξία, ότι δεν είναι όλα μαύρα στη ζωή μας.

ελc: Πρόκειται τελικά για ένα σύγχρονο θέαμα;
Ι.Σ.:
Σίγουρα δεν με ενδιαφέρουν εδώ τα κοστούμια εποχής, πρόκειται για πιο σύγχρονη εκδοχή απ’ ό,τι στη σκηνική όπερα. Πήγα λοιπόν στη σημερινή εποχή, αλλά με έναν συνδυασμό, κάποιες λεπτομέρειες που να θυμίζουν άλλη εποχή. Πιστεύω άλλωστε στη διαχρονικότητα της όπερας, ένα είδος που κρατάει εδώ και 200 χρόνια, χτίστηκε μια άλλη εποχή και διαρκεί ως σήμερα. Και όπως παρατηρώ, καλά κρατεί: Η προσέλευση του κοινού στις πρόσφατες παραστάσεις όπερας είναι μεγάλη και ο κόσμος ετερόκλητος. Βλέπω μάλιστα τελευταία και αρκετό θεατρικό κοινό, που μέχρι τώρα δεν προτιμούσε την όπερα κι αυτό με πλήγωνε πολύ, καθώς κι εγώ ως ηθοποιός ξεκίνησα!

ελc: Η επιλογή των χώρων για την Όπερα της Βαλίτσας είναι πάντως ενδιαφέρουσα σαν προσπάθεια προσέγγισης ευρύτερου κοινού
Ι.Σ.:
Διατηρώντας αυτή την ευελιξία, μπορείς να μεταφέρεις το μήνυμα της όπερας σε όλη την Ελλάδα, στην επαρχία, σε καφενεία, όπως παλιά τα θεατρικά μπουλούκια. Για την Μποέμ ήθελα να ξεκινήσουμε με έναν βιομηχανικό χώρο, όπως η Τεχνόπολη, που είναι μεν εναλλακτικός αλλά καλλιτεχνικός χώρος. Μετά πάμε στο πολιτιστικό κέντρο της Γκράβας στην Κυψέλη. Το θεωρώ ένα καλό βήμα να πάμε στην περιοχή. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που μένουν εκεί – και θέλουμε να παραμείνουν – και που ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Βέβαια, τα πολιτιστικά κέντρα στις διάφορες γειτονιές της Αθήνας έχουν μεγάλη μιζέρια, αλλά στο συγκεκριμένο ενόψει της παράστασης θα δώσουμε μια άλλη ατμόσφαιρα. Το πείραμα πάντως αυτό πάει καλά. Είναι υπό συζήτηση και η πραγματοποίηση παραστάσεων σε ανοικτούς χώρους της Ελλάδας.

ελc: Παρεμπιπτόντως, προχωράει το θέμα της στέγης της Λυρικής Σκηνής;
Ι.Σ.:
Το θέμα της στέγασης της λυρικής σκηνής φαίνεται να είναι λυμένο, καθώς ετοιμάζεται το σύμπλεγμα των κτιρίων στο φαληρικό δέλτα. Και θα υλοποιηθεί, φαντάζομαι, αφού εμπλέκεται ιδιώτης. Το θέμα είναι από κει και πέρα πώς θα λειτουργήσει, γιατί τα μεγέθη θα είναι πολλαπλάσια από τα σημερινά. Χρειάζονται λειτουργικά έξοδα για το κτίριο, το προσωπικό, κλπ. Θα μπορεί άραγε το κράτος να τα παράσχει αυτά; Και βέβαια ελπίζω να μη μείνουν απέξω οι ελληνικές παραγωγές, όπως έχει συμβεί κατά καιρούς…

Διαβάστε περισσότερα για τη Μποέμ, τη δεύτερη παραγωγή της όπερας της βαλίτσας.