«Κάθε μέρα κατά τη διάρκεια του lockdown, έβγαινα περίπου την ίδια ώρα -2:30 με 3, το μεσημέρι που δεν είχε πολλούς περιπατητές ο δρόμος- πήγαινα στο σπίτι στην οδό Βρυάξιδος, κολλούσα στον τοίχο ένα χαρτί, και ξεκολλούσα αυτό της προηγούμενης, στο οποίο έβαζα ημερομηνία μόλις επέστρεφα στο εργαστήριο και το τσεκάριζα στο ημερολόγιο της κουζίνας. Ρ.Π».

Αυτες είναι οι λέξεις όπως αποτυπώνονται από την ίδια τη Ρένα Παπασπύρου, τη διεθνή καλλιτέχνιδα από τη γενιά του ’70 και πρώτη γυναίκα καθηγήτρια της ΑΣΚΤ που διεύθυνε Εργαστήριο. Αποτελούν περιγραφή μέρους της διαδικασίας από τη νέα της εικαστική εγκατάσταση που ορθώνεται στο ισόγειο της Στέγης και φέρει τον τίτλο «Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας: Η άγνωστη όψη».

Μπαίνοντας πλέον στη Στέγη, ήδη από μακριά το βλέμμα σου καρφώνεται στο βάθος σε έναν μεγάλο τοίχο που όσο πλησιάζεις σου φανερώνεται σε όλο του το μεγαλείο. Το μεγαλείο της τέχνης από τα χέρια της Ρένας Παπασπύρου, Άπειρες συμπτύξεις χρωμάτων, με διαφορετικές υφές, χρώματα και φθορά που το μόνο που σε (καθ)οδηγούν να κάνεις είναι να πλησιάσεις ακόμα πιο κοντά φτάνοντας ακριβώς μπροστά του.

Στο σημείο αυτό αρχίζεις και καταλαβαίνεις τη σύνθεσή του την ίδια ακριβώς στιγμή που ξεκινούν ή συνεχίζουν αυτόματα οι εικόνες να χτίζονται στον νου σου, εικόνες και συνειρμοί που σχηματίζεις βυθισμένος μέσα στα χρώματα, τα πολύχρωμα μπλεγμένα κομμάτια σοβάδων, τα φθαρμένα ίχνη, τα στοιχεία από graffiti και τα πολλά επιστρώματα, ενώ αρχίζεις κι εντoπίζεις και οικεία σου γνωστά γλωσσικά σύμβολα:

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 27/03, ΠΕΜΠΤΗ 16/4, ΡΕΝΑ ΦΙΛΙΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΝΗ, 1 ΜΑΪΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, αποκόμματα εφημερίδας με φράσεις ξεχωρίζοντας εκείνη που λέει «Είμαι όσα έχω ξεχάσει», 18/4 ΣΑΒΒΑΤΟ, ΔΕΥΤΕΡΑ 16 ΜΑΡΤΙΟΥ…

Την ίδια στιγμή είσαι μπροστά σε ένα ημερολόγιο της εικαστικού, η οποία έχει τοποθετήσει αποτοιχισμένες επιφάνειες που απέσπασε η ίδια από μια ερειπωμένη μονοκατοικία της δεκαετίας του ’30 στο Παγκράτι, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, η οποία μέχρι πρόσφατα βρισκόταν επί των οδών Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας, ενώ σήμερα πια δεν υπάρχει, είναι κατεδαφισμένη.

Τα περισσότερα κομμάτια αποσπάστηκαν την περίοδο του πρώτου lockdown και όπως σημειώνει η ίδια για την εμπειρία δημιουργίας του έργου της:

«Εγώ πέρασα πολύ καλά έχοντας αυτό το έργο να εκτυλίσσεται, κάθε μεσημέρι είχα τη συγκεκριμένη ώρα μια “στρωμένη” δουλειά που με κράτησε σε μία πολύ καλή φόρμα …κουβαλούσα κομμάτια σοβά πάνω στα οποία κολλήθηκε κομμάτι χαρτί, το οποίο το ξεκολλούσα και το έφερνα κάθε φορά στο σπίτι. Το έργο δημιουργήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος κατά τη διάρκεια του πρώτου lockdown- κάθε μέρα ξεκολλούσα ένα κομμάτι, αυτό που είχα κολλήσει την προηγούμενη και κολλούσα κάποιο άλλο, γι’ αυτο υπάρχουν και ημερομηνίες στα κομμάτια που αποσπάστηκαν, ενώ υπήρχαν και μηνύματα που μου άφηναν φίλοι.». Κάτι σαν παιχνίδι, με το ενδιαφέρον της αόριστης αυτής επικοινωνίας – κάτι σαν ημερολόγιο για τη Ρένα Παπασπύρου το νέο της έργο αφού αποτέλεσε για εκείνη έναν «τρόπο μέτρησης του χρόνου, μια κλεψύδρα με άγνωστη ποσότητα άμμου».

Από την Κυριακή 8 Μαρτίου έως την Παρασκευή 15 Μαΐου 2020 η εικαστικός είχε έναν σκοπό πολύ σημαντικό για εκείνη την περίοδο. Μέσα από την αποκόλληση, τη συλλογή, την καινούρια επικόλληση ανασυγκρότησε μια άλλη επιφάνεια, έναν γωνιακό τοίχο, που δεν υπήρξε ποτέ με αυτή τη σύσταση και τη συμπαράθεση.

Συνεχίζοντας το εικαστικό «προφητικό» για τη δεκαετία του ’70 έργο της «με προσήλωση», όπως σημειώνει ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης, ένας εκ των τριών επιμελητών της έκθεσης (Χριστόφορος Μαρίνος, Αφροδίτη Παναγιωτάκου):

«Η Παπασπύρου κάνει άνοιγμα στη φθορά, στην αποσύνθεση και στην εντροπία της σύγχρονης πόλης…Η προφητική της δουλειά με προσήλωση συνεχή είναι ένα γεγονός πολύ σημαντικό για την κουλτούρα μας, που δεν αποτελεί ένα τοπικό φαινόμενο».

Ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης μιλώντας για το έργο της Ρένας Παπασπύρου τη δεκαετία του ‘70, την παρομοιάζει, παρότι στην ίδια δεν αρέσουν τα «αρχαιολογικά», σαν μία αρχαιολόγος με τη σύγχρονη έννοια, μία αρχαιολόγος του παρόντος που εργάζεται και δημιουργεί «με τον πιο διεισδυτικό τρόπο που μπορεί να φανταστεί κανείς».

Η καλλιτέχνις της αμφισβήτησης με το πλούσιο διδακτικό παρελθόν στην ΑΣΚΤ, μέσα από τη νέα της ξεχωριστή εικαστική εγκατάσταση συνεχίζει να δουλεύει αποκλειστικά για το αστικό τοπίο, το οποίο όπως η ίδια μοιράζεται, αποτελεί τον αποκλειστικό σκοπό για τον οποίο δημιουργεί εδώ και τουλάχιστον 50 χρόνια: «Επομένως περνώντας και βλέποντας έναν τοίχο που πραγματικά είναι φορέας οπτικών καταστάσεων, που για μένα έχει μεγάλο ενδιαφέρον, άρχισα να τον ιδιοποιούμαι, δηλαδή να τον ξεκολλάω».

Το στοιχείο που ξεχωρίζει και είναι το πιο σημαντικό για εκείνη στη νέα εικαστική εγκατάσταση «Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας: Η άγνωστη όψη» είναι ότι για πρώτη φορά είδε την πίσω όψη των επιφανειών, την άγνωστη πλευρά του τοίχου, την αθέατη, δηλαδή όπως αναφέρει:

«Αποκολλώντας το και βλέποντας την πίσω όψη και μετά συνεχίζοντας τα στρώματα που πήγαιναν στο βάθος, έβγαιναν στρώματα και καταστάσεις που αντιπροσώπευαν πολλές εποχές, πολλές χειρονομίες, τις γενικότερες φάσεις που είχε περάσει η πόλη κι αυτό αποτυπωνόταν πάνω στους τοίχους». Η ύλη άλλωστε για την καλλιτέχνιδα είναι φορέας μνήμης από μόνη της, και με την εμπειρία της μπορούσε να αντιληφθεί το πώς δουλεύτηκε, το πώς χειρίστηκε το εργαλείο πάνω της, το πώς έγινε η φθορά, τα σημάδια, το τι έχει προέλθει από graffiti και τι έχει περάσει από πίσω της.

Για τη Ρένα Παπασπύρου η γλώσσα της ύλης είναι μια γλώσσα διαχρονική, πιστεύοντας ότι ένα έργο με ύλη μπορεί να το καταλάβει οποιοσδήποτε, είτε μιλάει την ίδια γλώσσα είτε διαφορετική. «Η οπτική γλώσσα της ύλης», σημειώνει «είναι παντού, το ίδιο σημαίνει για όλους ένας τοίχος…».

Για τα «αποτοιχισμένα σπαράγματα» του έργου όπως τα αποκαλεί ο επιμελητής Χριστόφορος Μαρίνος αναφέρει ότι «το νόημα του νέου έργου της Παπασπύρου κρύβεται στους γοητευτικούς αστερισμούς που δημιουργούν πάνω στην επιφάνεια του μεγάλου γωνιακού τοίχου». Εκεί που το τυχαίο ενεργοποιείται στον κάθε θεατή, οι συνειρμικές εικόνες που σχηματίζονται μπροστά στη θέαση ενός τοίχου, ενός μωσαϊκού. Ένα παιχνίδι που έκανε από μικρή η Παπασπύρου ως παιδί κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, όταν καθόταν στο πάτωμα του διαδρόμου του σπιτιού της, όπου είχε μωσαϊκό:

«…τόνιζα όποια φιγούρα του μωσαϊκού ξεχώριζα με την μπλε μεριά του μολυβιού του πατέρα μου. Με την κόκκινη έβαφα τα νύχια μου. Οπότε πράγματι, μπορείς να πεις ότι συνέχισα αυτό που έκανα μικρή παίζοντας».

Η νέα εικαστική εγκατάσταση «Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας: Η άγνωστη όψη» – ένας τοίχος που μπροστά μας γίνεται αμέσως οικείος, με την πρώτη εγγύτητα, με την πρώτη παρατήρηση του ενός σημείου ενώ αστραπιαία η ματιά έχει οδηγηθεί στο επόμενο. Τα επιστρώματα μπλέκονται, τα χρώματά τους δημιουργούν χάρτες, χώρες, γραμμές, λέξεις, γαλαξίες, ένα ολόκληρο σύμπαν που μία σε πετάει σε λέξεις, με τα αποκόμματα των εφημερίδων να σε φέρνουν σε ένα χρονικό παρόν, μία σου γεννά εικόνες μοναδικές που αμέσως διαδέχονται η μία την άλλη.

Χρόνο πολύ μπορείς να περάσεις μπροστά στον τοίχο της Παπασπύρου, σ’ ένα χρόνο άχρονο, ταυτόχρονα. Όσο συνεχίζεις κυματίζεις στις υφές, τα στρώματα, ενώ τα ίχνη της χαμένης ταγκιάς από graffiti σε φέρνουν μέσα στον αστικό χώρο, πιο μέσα παράλληλα σε ένα άγνωστο, ανοιχτό με άπειρες ερμηνείες, κόσμο. Τον ολοδικό μας κόσμο, τον εντελώς μοναδικό και διαφορετικό για τον καθένα μας. Κάθε βλέμμα, κάθε διαστολή της κόρης των ματιών και νέες συνδέσεις του νου.

«Δείχνω τον τρόπο στον θεατή ώστε να επιτρέψει στον εαυτό του να προβάλει ιστορίες πάνω σε μια επιφάνεια. Γιατί όλοι κάνουμε ιστορίες πάνω στις επιφάνειες». Ρ.Π.

Πλήρως αντιληπτό… ενώ αναζητώ ξανά το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» συναντώντας κι άλλες ιστορίες στις «εικόνες της ύλης». Ευχαριστούμε για τις ιστορίες, τον ξεχωριστό χειροπιαστό χρόνο και για όλα κυρία Ρένα Παπασπύρου.

Info έκθεσης:

Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας: Η άγνωστη όψη | 18 Δεκεμβρίου 2021 – 27 Φεβρουαρίου 2022 | Φουαγιέ Ισογείου Στέγης