Ποια μυστικά προσπαθεί να διαφυλάξει με τόσο ζήλο ο Χάρι Κολ; Γιατί έχει πέντε κλειδαριές στο σπίτι του και συναγερμό που εξακολουθεί να χτυπά ακόμη και όταν μπαίνει ο ίδιος μέσα; Τι κρύβει; Γιατί φρικάρει όταν του κάνουν ερωτήσεις για τη ζωή του;

Το μυστικό του Χάρι Κολ είναι ότι δεν έχει προσωπικά μυστικά. Η δική του ιδιωτική ζωή είναι στεγνή, γυμνή, αδιάφορη. Δεν κάνει στην ιδιωτική του ζωή οτιδήποτε που θα έπρεπε να μείνει κρυφό. Ή μάλλον, για να το διατυπώσουμε ορθότερα, είναι απαραβίαστο δικαίωμα του καθενός να μη δίνει σε κανέναν λογαριασμό για το τι κάνει στην ιδιωτική του ζωή και να το κρατάει κρυφό (ή για να το διατυπώσουμε ξανά ορθότερα, ιδιωτικό), απλά ο Χάρι δεν κάνει ιδιωτικά οτιδήποτε το οποίο αν μαθαινόταν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. Παίζει σαξόφωνο ακούγοντας τζαζ δίσκους στο πικάπ και επισκέπτεται που και που στο διαμέρισμά της μια φίλη του, μια γυναίκα για την οποία έχει συναισθήματα αλλά δεν τα εξωτερικεύει, παραμένοντας και απέναντί της κλειστός, κρυπτικός, μυστηριώδης και φυσικά καχύποπτος. Την παρακολουθεί που και που, παρακολουθεί να δει αν του είναι πιστή ή βλέπει εκτός από τον ίδιο και άλλους.

Αυτή είναι και η μοναδική παρακολούθηση που κάνει και στην οποία ενδιαφέρεται για το περιεχόμενο των ευρημάτων του. Γιατί ο Χάρι είναι επαγγελματίας παρακολουθητής, επαγγελματίας παραβιαστής της ιδιωτικότητας των άλλων και μάλιστα κορυφή στον τομέα του. Ο Χάρι είναι καθαρόαιμος τεχνοκράτης της παρακολούθησης. Δεν τον αφορά η ανθρώπινη φύση, δεν έχει καμία περιέργεια για όσα λαθρακούει και λαθροκοιτά, τον αφορά και τον παθιάζει αποκλειστικά η ποιότητα της δουλειάς του, η τεχνική πλευρά της δουλειάς του. Να καθαρίσει ο ήχος. Να καταφέρει να μετατρέψει σε λόγια τον θόρυβο και τη βοή ανάμεσα στο πλήθος. Να καταγράψει καθαρά τα λόγια εκείνων που παρακολουθεί. Ο Χάρι είναι καταγραφέας, όχι ερμηνευτής. Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια δεν τον ενδιαφέρει. Δεν είναι δουλειά του η αποκρυπτογράφησή τους, αλλά η αποκρυστάλλωσή τους σε λόγια, η απομόνωση των δικών τους ήχων από όλους τους ήχους γύρω τους.

Ο Χάρι δεν είναι αποξενωμένος από το περιεχόμενο της δουλειάς του. Κάθε άλλο. Τον γεμίζει η δουλειά του, τον φτιάχνει η δουλειά του. Δεν πάσχει από οποιαδήποτε αλλοτρίωση σε σχέση με το περιεχόμενο της εργασίας του. Από τέτοια μπορεί να πάσχει η φίλη της μιας βραδιάς που γνωρίζει σε ένα συνέδριο κι η οποία του λέει πως «Κανείς δεν ζητάει να νιώθουμε κάτι για τη δουλειά που κάνουμε, απλά να την κάνουμε χρειάζεται». Τη γουστάρει τη δουλειά του, απλά η δουλειά του είναι του καταγραφέα. Η δουλειά του είναι να είναι μια μηχανή.

Αλλά δεν είναι μηχανή. Και τίποτα στα ανθρώπινα δεν μπορεί τελικά να παραμείνει σκέτα τεχνικό. Εσένα ως επαγγελματία μπορεί να μην σε νοιάζει και να μην εξετάζεις τι παρακολουθείς και καταγράφεις, τον εκάστοτε πελάτη σου όμως τον ενδιαφέρει εξ ορισμού. Ο Χάρι δεν είναι μηχανή, αλλά άνθρωπος. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι άνθρωπος με ενοχές, αλλά οι ενοχές είναι και αμφίσημη έννοια, οι ενοχές πολλές φορές νοούνται και ως αχρείαστο βάρος. Οπότε είναι σωστότερο να πούμε ότι είναι άνθρωπος με συνείδηση.

Τρεις άνθρωποι έχουν δολοφονηθεί με άγριο τρόπο στο παρελθόν, επειδή ακριβώς έκανε εξαιρετικά τη δουλειά του. Και αυτό τον τρώει. Έφταιξε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο; Όχι. Για την ακρίβεια ήταν και παρακολούθηση που είχε και ηθικό πρόσημο, ήταν παρακολούθηση υπόπτων για ποινικά αδικήματα. Αλλά αν την πρώτη φορά μπορούσε τουλάχιστον να πει ότι δεν πήγε ο νους του, τώρα οφείλει να πηγαίνει ο νους του, τώρα οφείλει να θορυβηθεί. Καταφέρνει επιτέλους να καθαρίσει τον ήχο, καταφέρνει επιτέλους να ακούσει τι λέει το ζευγάρι που παρακολουθεί: He ‘d kill us if he had the chance. Αν δεν ήταν τόσο άριστος στη δουλειά του, δεν θα είχε φτάσει να ακούσει κι αυτόν τον σχεδόν ψίθυρο. Από τη στιγμή που φτάνει εκεί, πώς να ξεφύγει από το περιεχόμενό του; Ο καταγραφέας οφείλει να γίνει ερμηνευτής. Η μηχανή οφείλει να γίνει άνθρωπος. Ανησυχεί, θορυβείται, θεωρεί ότι οι λέξεις έχουν ένα συγκεκριμένο νόημα. Πρέπει να δράσει.

Πρώτα χρόνια δεκαετίας του ’70, σχεδόν μισός αιώνας πια πριν. Ένας κόσμος ακόμη αναλογικός. Ένας κόσμος ακόμη μη ψηφιακός. Ένας κόσμος που για να παρακολουθήσεις τον άλλο έπρεπε να τον ψάξεις εσύ, έπρεπε να πλησιάσεις το σώμα του, τη φυσική του παρουσία. Ένας κόσμος που ακόμη δεν ήμασταν όλοι συνδεδεμένοι με όλους, ένας κόσμος που ακόμη δεν μπορούσαμε να εντοπιστούμε από μακριά, ένας κόσμος που ακόμη δεν δίναμε εκούσια στοιχεία για μας στο ίντερνετ και τα σόσιαλ μίντια.

Το αμερικάνικο σινεμά της δεκαετίας του ’70, αυτό το μεγάλο δώρο, ένα δώρο που δυστυχώς έχει μείνει ως τώρα στις δεκαετίες που ακολούθησαν ανεπανάληπτο, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα κορυφαία μορφή του, ο Κόπολα που πάει και γυρίζει τη «Συνομιλία» ανάμεσα στον πρώτο και τον δεύτερο «Νονό», ο Κόπολα που βλέπει το 1974 τη «Συνομιλία» να είναι υποψήφια για όσκαρ καλύτερης ταινίας μαζί με τον «Νονό 2». Ζαλίζεσαι στη σκέψη της δημιουργικής φρενίτιδας, του αποτυπώματος και του βεληνεκούς του έργου του εκείνων των ετών, εκείνης της δεκαετίας, που θα την τελείωνε με την πολυετή περιπέτεια του «Αποκάλυψη Τώρα». Ζαλίζεσαι.

Ο Τζον Καζάλ στον λιγότερο αβανταδόρικο ρόλο της τόσο μικρής και τόσο πάρα πολύ μεγάλης καριέρας του, της συντομότατης και μαζί αθάνατης κινηματογραφικής του καριέρας, θα βρει τον τρόπο, έστω περπατώντας μη ευθυτενώς σε ένα πλάνο, να καταθέσει κάτι εντελώς δικό του. Ο Χάρισον Φορντ και ο Ρόμπερτ Ντιβάλ θα βρεθούν μαζί με τον Τζιν Χάκμαν στην ίδια σκηνή, σε μια κρίσιμη μάλιστα στιγμή της «Συνομιλίας» ο Χάρισον Φορντ και ο Ρόμπερτ Ντιβάλ που σχεδόν δεν θυμάσαι ότι παίζουν στη «Συνομιλία», σε αυτήν την ταινία που θα έχει πάντα το πρόσωπο, τα κοκάλινα γυαλιά και το σαξόφωνο του Τζιν Χάκμαν, σε αυτήν την ταινία που όσο κι αν η εξέλιξη της τεχνολογίας της παρακολούθησης θα την κάνει να μοιάζει προϊστορική, τόσο θα παραμένει εντελώς καίρια, εντελώς σύγχρονη σε κάθε εποχή, σε αυτήν την ταινία, στην οποία μπορείς ενδεχομένως να διακρίνεις και κάποια αδύναμα σεναριακά σημεία, αλλά μεγάλη ταινία δεν είναι αυτή που δεν έχει το παραμικρό ψεγάδι, μεγάλη ταινία είναι εκείνη που λέει κάτι που δεν μπορεί να ξεχαστεί, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ξεχαστεί.

Και αυτό που ο Φράνσις Φορντ Κόπολα είπε με τη «Συνομιλία» και ο τρόπος με τον οποίο το είπε, θα μνημονεύονται πάντα, όσο οι άνθρωποι ακόμη ασχολούνται με το σινεμά, όσο το σινεμά θα έχει ακόμη εκτόπισμα στη ζωή, την καρδιά και τις κοινές αναφορές των ανθρώπων.