1386, Γαλλία, στα μέσα του εκατονταετούς πολέμου. Η σύζυγος ενός ιππότη καταγγέλλει τον βιασμό της από έναν πρώην συμπολεμιστή του και πρώην φίλο του. Εκείνος αρνείται σθεναρά την ενοχή του. Η διαφορά θα λυθεί με μονομαχία των δύο ανδρών, για την οποία δίνεται ειδική άδεια από τον Βασιλιά, και η έκβαση της οποίας, βάσει του τότε δικαιϊκού συστήματος στη Γαλλία, θα αποτελεί απόδειξη για το αν όντως η γυναίκα βιάστηκε ή όχι. Αν δηλαδή ο σύζυγός της ηττηθεί στη μονομαχία, θα χάσει κι αυτή τη ζωή της, γιατί θα έχει αποδειχθεί ότι είπε ψέματα. Και θα χάσει τη ζωή της καιγόμενη στην πυρά.

Βασισμένη σε ένα ιστορικό γεγονός, στην τελευταία «δικαστική μονομαχία» που έλαβε χώρα στη Γαλλία, και σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2004 και το οποίο είχε ως βάση του την ιστορική έρευνα αλλά χωρίς να είναι αμιγώς ιστορικό, η τελευταία ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ δεν είναι μία ακόμη περιπέτεια εποχής, από τις πολλές που έχει γυρίσει, καθώς μολονότι και μάχες πολεμικές έχει και μονομαχίες έχει, διαφοροποιείται καίρια ως προς το φόκους της: όπως εύστοχα ειπώθηκε, έχουμε να κάνουμε με ένα μεσαιωνικό #MeToo. Αλλά και γενικότερα με την ανάδειξη του ρόλου και της θέσης της γυναίκας, σε έναν κόσμο και μια εποχή εντελώς ανδροκρατούμενη και εντελώς πατριαρχική. Και τελικά με την επισήμανση ομοιοτήτων και διαφορών αυτής της τόσο μακρινής εποχής με τη δική μας, ως προς τις αντιλήψεις της κοινωνίας και των ανδρών για τον βιασμό: κάτι του στυλ ας δούμε τι γινόταν τότε, μήπως και καταλάβουμε με λίγο μεγαλύτερη διαύγεια τι γίνεται τώρα.

Jodie Comer as Marguerite de Carrouges in 20th Century Studios’ THE LAST DUEL. Photo credit: Patrick Redmond. © 2021 20th Century Studios. All Rights Reserved.

Ένα ερώτημα βέβαια είναι πόσο αφορούν τελικά όλα αυτά τον Ρίντλεϊ Σκοτ. Ένα δεύτερο συναφές ερώτημα είναι πόσο θα έπρεπε ως θεατές να μας αφορά το πόσο τον αφορούν. Mια ένσταση στο πρώτο ερώτημα θα ήταν το γιατί να μην τον αφορούν δηλαδή; Δεν έχει στην τελική σκηνοθετήσει το «Θέλμα και Λουίζ;»; Μπορεί και να κάνω μεγάλο λάθος εδώ, αλλά νομίζω πως όποιος γράφει για σινεμά ή όποιος ασχολείται περισσότερο του συνήθους με το σινεμά, είτε το παραδέχεται είτε όχι σκαλώνει απέναντι στον Ρίντλεϊ Σκοτ, γιατί η καριέρα του είναι εντελώς πλούσια και μαζί εντελώς ακατάτακτη. Έχει αφήσει πίσω του τεράστιες ταινίες που θα μείνουν κλασικές, αλλά δεν μοιάζει να διακατέχεται από κάποιο άλλο κίνητρο, αγωνία ή θεματική εμμονή, πέραν απ’ το να κάνει συνεχώς σινεμά. Υπ’ αυτήν την έννοια και η «Τελευταία Μονομαχία» θα μπορούσε να είναι πολύ πιο συμβατική ταινία είδους. Το ότι δεν είναι και ότι εστιάζει αλλού, δεν μπορεί να πιστωθεί στον Σκοτ, αλλά στο σενάριο. Σου δίνει δηλαδή τη -σωστή ή εσφαλμένη, ποιος ξέρει- εντύπωση πως αυτό είναι το σενάριο, αυτό θα σκηνοθετήσει. Και δεν είναι μάλλον τυχαίο ότι ο Σκοτ λάμπει σκηνοθετικά, όταν καλείται να σκηνοθετήσει τη μονομαχία μεταξύ των δύο ηρώων. Εκεί δείχνει και την ακόμη ακμαία σκηνοθετική του δύναμη, εκεί δείχνει γιατί είναι αυτός που είναι. Όχι ότι η υπόλοιπη ταινία πάσχει – κάθε άλλο. Αλλά δεν μπορείς να διακρίνεις και κάποια ιδιαίτερη ματιά στην υπόλοιπη ταινία.

Η σεναριακή δομή λοιπόν: τρεις διαφορετικές «αλήθειες», τρεις διαφορετικές εκδοχές για μια ιστορία και μάλιστα μια ιστορία με βιασμό και μονομαχία μετά. Δεν γίνεται άρα να μην πάει το μυαλό στο «Ρασομόν» του Κουροσάβα. Μολονότι καταλογίζεται ως μειονέκτημα της ταινίας ότι στο «Ρασομόν» παρέμενε εντελώς σχετική η αλήθεια, ενώ στην «Τελευταία Μονομαχία» είναι πολύ πιο σαφές τι έγινε, προσωπική μου γνώμη είναι ούτε το «Ρασομόν» μιλά για τη σχετικότητα της αλήθειας, καθώς δεν μας παρουσιάζει ισοδύναμες υποκειμενικές εκδοχές της πραγματικότητας και δεν συγκρούονται υποκειμενικότητες, αλλά η πραγματικότητα με τρεις μυθοποιημένες – εξωραϊσμένες εκδοχές της.

Τρεις διαφορετικές αλήθειες, μέσα από τα μάτια των δύο ανδρών και της γυναίκας (γραμμένες απ’ τον Ματ Ντέιμον, τον Μπέν Άφλεκ και τη Νικόλ Χολοφσένερ), που καμιά δεν αναιρεί ευθέως σε επίπεδο γεγονότων την άλλη, υπάρχουν μόνο κάποιες αποσιωπήσεις ή κάποιες εμφάσεις και η βασική διαφοροποίηση έχει να κάνει με το πόσο αλλιώς ερμηνεύουν τα ίδια γεγονότα.

Matt Damon as Jean de Carrouges in 20th Century Studios’ THE LAST DUEL. Photo by Patrick Redmond. © 2021 20th Century Studios. All Rights Reserved.

Ακόμη και στην περιγραφή των γεγονότων του βιασμού, έχουμε να κάνουμε ξεκάθαρα με βιασμό ακόμη και από την οπτική που υιοθετεί ο βιαστής. Με ποια βασικότατη διαφορά όμως; Με τη διαφορά ότι αποτελεί ξεκάθαρα βιασμό, όπως το βλέπουμε εμείς ως θεατές τώρα. Για τον ίδιο δεν ήταν σε καμία περίπτωση βιασμός -και δεν το λέει για να αποποιηθεί ευθύνες, το λέει γιατί το πιστεύει ακράδαντα- για δύο βασικούς λόγους, έναν «τεχνικό» κι ας τον πούμε αντικειμενικό κι έναν υποκειμενικό. Ο τεχνικός είναι ότι θεωρεί πως τα συνεχή «Όχι» και «Μη» της γυναίκας δεν συνιστούν στα αλήθεια άρνηση, γιατί θα ήταν αντίθετο στην τιμή της να μην πει όχι. Λέει και ξαναλέει όχι, προσπαθεί να ξεφύγει και παλεύει, επειδή είναι κυρία και ευγενής και όχι καμιά χωριάτισσα. Το ότι με αυτήν ακριβώς τη συλλογιστική δεν υπήρχε τρόπος να είναι στα δικά του μάτια του βιαστής, γιατί όπως και αν αντιδρούσε η γυναίκα, εκείνος θα έκανε αυτό που είχε έρθει να κάνει, μας οδηγεί στον υποκειμενικό λόγο: η πράξη του δεν έχει στο μυαλό του οποιαδήποτε απαξία -έστω και την απαξία που θα είχε εκείνη την εποχή- γιατί δεν τον οδηγεί ένας σκέτος σαρκικός πόθος, γιατί έχει ξελογιαστεί μαζί της, γιατί έχει κολλήσει μαζί της, γιατί την έχει ερωτευτεί. «Σε αγαπάω», της λέει και της ξαναλέει. Άρα αφού αυτός νιώθει έτσι, είναι όλα εντάξει. Άρα αφού αυτός την αγαπάει, τον αγαπάει κι αυτή. Το δικό του θέλω είναι το κρίσιμο κι η δική του διαφοροποίηση ως προς το πώς βλέπει αυτή σε σχέση με τις άλλες γυναίκες. Υπό αυτή την έννοια, ακόμη πιο προβληματικό από το κάνω εν γνώσει μου κάτι που απαγορεύεται, είναι το ότι δεν θεωρώ ότι απαγορεύεται, θεωρώ ότι το δικαιούμαι. Σε «αγαπάω», άρα δεν σε βιάζω.

Και ο βιασμός δεν είναι έγκλημα εναντίον της. Είναι έγκλημα εναντίον του συζύγου της. Η δική του τιμή έχει προσβληθεί, η δική του πρέπει να αποκατασταθεί. Οι δυο άντρες δεν θα μονομαχήσουν για τα μάτια μιας γυναίκας και την τιμή μιας γυναίκας. Θα μονομαχήσουν για τη δική τους τιμή. Ο ένας γιατί τον κατηγορούν -όπως ακράδαντα πιστεύει- αδίκως για βιαστή, ο άλλος γιατί δεν σεβάστηκε τα δικαιώματά του επάνω της. Εκείνη από τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο θα στέκεται μάρτυρας όχι ως τιμώμενο πρόσωπο, αλλά ως πρόσωπο του οποίου θα κριθεί η τύχη και η ζωή. Θα καεί στην πυρά ή όχι, δεν εξαρτάται από την ίδια, εξαρτάται από τη μονομαχία δύο ανδρών.

Κι ανεξάρτητα απ’ τον βιασμό, η γυναίκα λογίζεται συνολικά ως κτήμα. Πρέπει να έχει και προίκα και ικανότητα να φέρει στον κόσμο απογόνους. Κι είναι αρκετά ειρωνικό το ότι δίνεται σημασία στον οργασμό των γυναικών, στον «μικρό θάνατο» τους, ως -σύμφωνα με την τότε αντίληψη- καταλυτικό παράγοντα σύλληψης και ικανότητας να φέρουν στον κόσμο παιδιά. Αυτή η απόλαυση είναι υποχρέωση, είναι καθήκον συζυγικό της γυναίκας. Οφείλει να νιώσει μικρό θάνατο, για να δώσει στον άντρα της απογόνους.

Ο Ματ Ντέιμον συνεχίζει την εξέλιξή του σε έναν χαμηλόφωνο, διακριτικό, εσωτερικό, ερμηνευτικό χαμαιλέοντα. Είναι θαυμάσιος κι εδώ, κουβαλώντας όλη την ένταση του ανθρώπου που έχει πάρα πολύ θυμό μέσα του εξαιτίας και της κάπως περιορισμένης αντίληψης του, όλη την ένταση του ανθρώπου που νιώθει συνεχώς αδικημένος, που είναι μπουνταλάς και αγροίκος, αλλά όχι απαραίτητα κακοπροαίρετος. Ο Μπεν Άφλεκ με άθλιο χρώμα μαλλιών και υπερβολή στο παίξιμό του είναι η μόνη παράταιρη φιγούρα από τους πρωταγωνιστές,. Η Τζόντι Κόμερ είναι εξαιρετική και παίζει με τις αποχρώσεις του βλέμματός της. Ωστόσο απ’ όλους είναι ο Άνταμ Ντράιβερ που μοιάζει να κερδίζει την παράσταση, καθώς έχει όλο και περισσότερη ακτινοβολία, καθώς όλο και περισσότερο όσο περνούν τα χρόνια εκπέμπει αυτή την περίεργα γοητευτική αστρόσκονη των σταρ.

Adam Driver as Jacques LeGris in 20th Century Studios’ THE LAST DUEL. Photo by Jessica Forde. © 2021 20th Century Studios. All Rights Reserved.