Το θέατρο δεν είναι ποτέ προβλέψιμο. Κανόνες και τεχνικές φυσικά και υπάρχουν – αλλά υπάρχουν για να παραβιάζονται. Αρκεί αυτοί που τους παραβιάζουν να το κάνουν με γνώση, όχι στην τύχη ή από άγνοια. Ο Γκοντάρ ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά πώς λειτουργεί το κλασικό, χολιγουντιανό σινεμά πριν να το τινάξει στον αέρα με το «Με κομμένη την ανάσα» ή το «Ο Τρελός Πιερό». Για να μην αναφερθώ στις μεγαλοφυΐες που στις αρχές του περασμένου αιώνα δημιούργησαν αυτό που σήμερα ονομάζεται μοντέρνα τέχνη: δεν φαντάζομαι να υπάρχει κανείς που πιστεύει πως τα έργα τους προέκυψαν από το γεγονός πως …δεν ήξεραν να ζωγραφίζουν.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με μια θεατρική παράσταση –και πιο συγκεκριμένα με το «Η Τριλογία των Λήμαν Μπράδερς»; Ας περιγράψω εν συντομία τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της εν λόγω παράστασης και θα καταλάβετε: Είναι μια αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, που ενίοτε διακόπτεται από διαλόγους σε ευθύ λόγο, όπου όμως και πάλι οι ηθοποιοί δεν υποδύονται ολοκληρωμένους χαρακτήρες, αλλά περιγράφουν, μαρκάρουν αδρά τύπους σχεδόν γελοιογραφικούς. Η αφήγηση αυτή μιλά για τρία αδέλφια και τους απογόνους τους, ιδρυτές και αφεντικά της γνωστής χρηματοπιστωτικής αυτοκρατορίας της οποίας η κατάρρευση το 2008 πυροδότησε παγκόσμια οικονομική κρίση. Διαρκεί γύρω στις δυόμιση ώρες.

Η λιτή σκηνογραφία αποτελείται από τους κύβους/παραλληλεπίπεδα/τελάρα/καφάσια που τόσο αγαπά ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος και συνηθίζει να χρησιμοποιεί σε διάφορες παραλλαγές (και που –πρώτη φορά το γράφω ή το λέω- προσωπικά απεχθάνομαι), πάνω στους οποίους γίνονται προβολές ή χρησιμοποιούνται ως διαφορετικά αντικείμενα.

Photo: Domniki Mitropoulou

Αν αυτά τα χαρακτηριστικά περιγράφουν ένα θέαμα που δεν θα σας ενδιέφερε να δείτε, οι πρώτες εντυπώσεις σάς εξαπάτησαν όπως κι εμένα. Γιατί το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό, εξαιρετικά ενδιαφέρον, διασκεδαστικό και σε στιγμές δαιμονικά αστείο. Το κείμενο είναι γραμμένο μαεστρικά, με διεισδυτικότητα, χιούμορ και αμφισβήτηση χωρίς ευκολίες και γραφικότητες, και η σκηνοθετική λιτότητα αναδεικνύει όλα του τα χαρίσματα. Ο χρόνος κυλάει σαν νερό, χωρίς την παραμικρή αίσθηση κόπωσης για τον θεατή.

Το έργο του Στέφανο Μασσίνι διατηρεί μια ισορροπία θαυμαστή: εκθέτει το σύστημα ως ένα παιχνίδι άπληστων, συμπλεγματικών, υπερφιλόδοξων παιδιών, χωρίς να πέφτει στην εύκολη πολιτική καταγγελία, στη στράτευση που θα έπειθε μόνο τους πεπεισμένους. Καταγράφει την (ψευδο;)ιστορία της οικογένειας Λήμαν και αυτών που ανέλαβαν το χρηματοπιστωτικό τους ίδρυμα μέχρι τη γνωστή κατάρρευση, σκιτσάροντας ανθρώπινους τύπους αναγνωρίσιμους, αλλά και κατορθώνοντας να τους καταστήσει συμπαθείς ακόμα και μέσα στη γελοιότητά τους με τρόπο σχεδόν τσεχωφικό.

Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το πόσο ενδιαφέρουσες είναι οι παραστάσεις του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου μετά τη λήξη της θητείας του στο Φεστιβάλ Αθηνών –μαζί με το «Ο Γιος» του Φλοριάν Ζελέρ, έχει δύο στα δύο! Ίσως απαλλαγμένος από το βάρος της ευθύνης της λειτουργίας ενός τέτοιου θεσμού, να απολαμβάνει ξανά τη δουλειά του. Ίσως πάλι η επαφή με ρεύματα και τάσεις του εξωτερικού με τα οποία ήρθε σε επαφή λόγω του Φεστιβάλ να τον απελευθέρωσε ακόμα περισσότερο. Πάντως φαίνεται να διανύει μια δημιουργική άνοιξη.

Photo: Domniki Mitropoulou

Photo: Domniki Mitropoulou

Επιβάλλεται όμως να υπογραμμιστεί με κάθε δυνατό τρόπο, πως δεν θα είχε ποτέ επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα αν δεν είχε ευτυχήσει τόσο πολύ στους συνεργάτες του. Ευτύχησε σε μια ιδανική διανομή τριών ηθοποιών τόσο κατάλληλων για το εγχείρημα, που το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γραφτεί γι’ αυτούς. Άλλαζαν ρόλους με άνεση, χωρίς ποτέ να υπογραμμίζουν το γεγονός αλλά και χωρίς να αφήνουν στο κοινό περιθώρια παρανόησης.

Ο Μάκης Παπαδημητρίου αποτελεί υπόδειγμα μέτρου και ακρίβειας. Κανένα κλείσιμο ματιού προς το κοινό, απίστευτα υπαινικτικό χιούμορ, καμία υπερβολή για να βγάλει εύκολο γέλιο. Ο Αργύρης Ξάφης, σε μεγάλα κέφια, με δυναμισμό που μας κάνει να ξεχνάμε πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που τον βλέπαμε στο Αμόρε στο Shopping & Fucking και σχολιάζαμε «πόσο καλό είναι αυτό το παιδί»… Ο Μιχάλης Οικονόμου ωριμάζει υπέροχα, προσθέτοντας διαρκώς χρώματα στην παλέτα του και εντυπωσιάζοντας κάθε φορά. Ειδικά στον ρόλο του τελευταίου των Λήμαν, η ερμηνεία του αποτυπώνεται στη μνήμη για καιρό. Σίγουρα ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του.

«Η Τριλογία των Λήμαν Μπράδερς» ανήκει στις παραστάσεις που συνδυάζουν αυτά που δύσκολα συνδυάζονται: την αποδοχή του πιο ανήσυχου θεατή με την ικανοποίηση αυτού που αορίστως ονομάζουμε «το ευρύ κοινό». Την οξεία πολιτική και κοινωνική κριτική με την κομψότητα και την ελαφρότητα. Ίσως κάτι τέτοιο να εννοούν τελικά όταν λένε «να πολεμήσουμε το σύστημα από μέσα».

Photo: Domniki Mitropoulou

Info παράστασης:

Η τριλογία των Λήμαν Μπράδερς | Θέατρο Ιλίσια