Στα 88 της χρόνια την άνοιξη του 2015, η Ζιλιέτ Γκρεκό αποφάσισε να αποχαιρετήσει τον κόσμο που την αποθέωνε για περισσότερο από μισό αιώνα με μια περιοδεία που ήταν ίσως η πιο θριαμβευτική της καριέρας της. Έκανε μια στάση και στην Αθήνα και αποθεώθηκε στο Παλλάς. Κανένας δεν ξέρει με ποιο τρόπο να ξεκινήσει να γράφει για τη γυναίκα που έχει στη φωνή της «εκατομμύρια ποιήματα» όπως είχε πει ο Ζαν Πολ Σαρτρ. Γιατί η Ζιλιέτ Γκρεκό δε συνδέθηκε μόνο με το γαλλικό τραγούδι ως εκπρόσωπός του μέσα στον χρόνο αλλά και σαν μούσα των ποιητών, των υπαρξιστών, των διανοούμενων της αριστερής όχθης, των ανθρώπων της ουτοπικής αριστεράς.

Η Ζιλιέτ Γκρεκό που πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου, στα 93 της χρόνια, γαλήνια, ευλογήθηκε από ένα τέλος αντάξιο μιας ζωής θυελλώδους. Θα συναντήσει τους συνοδοιπόρους της στη μουσική αλλά και στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής γαλλικής κουλτούρας, μιας εποχής που αντάξιά της δεν έχει ξαναυπάρξει, τον Λεό Φερέ, τον Ζακ Πρεβέρ και του Σερζ Γκενσμπούργκ, τον Ιβ Μοντάν και τις φίλες τη Σιμόν ντε Μποβουάρ, την Αν Μαρί Καζαλίς, τη Μαργκερίτ Ντιράς.

Με μια ζωή απίθανη, ζηλευτή, έξω από όρια και συμβάσεις η Γκρεκό που έπαθε εγκεφαλικό το 2016, από λύπη λένε πολλοί, όταν έχασε την κόρη της από καρκίνο, ζούσε μακριά από την πόλη που τραγούδησε, το Παρίσι, στη βίλα της στο Ραματουέλ της νοτιοανατολικής Γαλλίας.

Η προσωπικότητά της χάριζε και θα χαρίζει αίγλη και χάρη στο τραγούδι που όμοιά της δε θα υπάρξει. Το τραγούδι της, η αγγελική φωνή της εμπεριείχε το όλον και κάθε της λειτουργία. Το πνεύμα, το σώμα, το ένστικτο. Κυρίως το ζωντανό σπινθηροβόλο τρόπο με τον οποίο κοίταξε τα γύρω της σε όλη της τη ζωή.

Η Ζιλιέτ Γκρεκό γεννήθηκε το 1927. Ο πατέρας της ήταν αστυνομικός από την Κορσική, η μητέρα της από το Μπορντό. Μετά το διαζύγιο των γονιών της μεγάλωσε με τη μητέρα και τους παππούδες της, αρχικά στο Μπορντό και κατόπιν στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, η 16χρονη τότε Ζιλιέτ συνελήφθη από την Γκεστάπο και βασανίστηκε. Η μητέρα και η μεγαλύτερη αδελφή της, που συμμετείχαν στη γαλλική αντίσταση, εκτοπίστηκαν στο Ράβεσνμπρουκ αλλά η Ζιλιέτ, λόγω του νεαρού της ηλικίας της, αφέθηκε ελεύθερη. Η οικογένεια επανενώθηκε το 1945.

Με προτροπή της φιλολόγου της στο σχολείο, έκανε μαθήματα θεάτρου, κέρδισε κάποιους ρόλους, εργάστηκε στο ραδιόφωνο. Παράλληλα, γνωρίστηκε με τη διανόηση της εποχής, την αφρόκρεμα που σύχναζε στα παρισινά καφέ και στο θρυλικό καμπαρέ Le Tabou. τον Σαρτρ, τον Βιάν, τη Μποβουάρ και ερωτεύεται τον Μάιλς Ντέιβις. Μέσα στο πρωτόγνωρο μεταπολεμικό κλίμα ελευθερίας, νεότητας και τόλμης στο απελευθερωμένο Παρίσι γίνεται σε μια νύχτα η μούσα του σεν Ζερμέν ντε Πρε. Και αφοσιώνεται στο τραγούδι, την πηγή της γοητείας και δύναμής της. Ποιοι υπογράφουν τα πρώτα της τραγούδια; Ο Ρεϊμόν Κενό και ο Σαρτρ, κάτι που σήμερα μοιάζει απίθανο. Η Γκρεκό τραγουδά τα τραγούδια Si tu t’imagines και La Rue des Blancs-Manteaux. Και συνεχίζει με τραγούδια των Πρεβέρ, Μπορίς Βιάν, Σαρλ Αζναβούρ. Εμφανίζεται στο Olympia, για πρώτη φορά, το 1954.

Το παρίσι και το γαλλικό τραγούδι της ανήκουν. Ερμηνεύει, στη δεκαετία του 1960, τραγούδια των μεγαλύτερων στιχουργών και συνθετών της εποχής: Σερζ Γκενσμπούρ, Ζακ Μπρελ, Ζορζ Μπρασένς. «Γνώρισα τους πιο καταπληκτικούς ανθρώπους που υπήρχαν», έλεγε η ίδια.

Για αυτό που ζούσε έλεγε ότι ήταν το αντικείμενο του απόλυτου σκανδάλου χωρίς να το επιδιώξει ποτέ. Από το τραγούδι περνά στον κινηματογράφο, στην ταινία “Καλημέρα θλίψη” (1958) που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Φρανσουάζ Σαγκάν, σε σκηνοθεσία του Ότο Πρέμινγκερ. Θριαμβεύει και στην τηλεόραση, πρωταγωνιστώντας στη μίνι σειρά “Μπελφεγκόρ ή το Φάντασμα του Λούβρου”, το 1965. Η Γκρεκό τραγουδά διαρκώς, περιοδεύει γνωρίζει τον θρίαμβο, πιστεύει στην αριστερά και το 1966 παντρεύεται τον ηθοποιό Μισέλ Πικολί από τον οποίο θα πάρει διαζύγιο έντεκα χρόνια αργότερα. Το 1988 παντρεύεται τον πιανίστα Ζεράρ Ζουανέ, στενό φίλο του Ζακ Μπρελ, ο οποίος την συνόδευε και στη σκηνή.

Μα τι ζωή έχει ζήσει η Γκρεκό και πώς να την περιγράψει κάποιος; Αληθινά δεν μπορεί. Όμως κάθε φορά που θα ακούγεται η βελούδινη χαμηλή φωνή της θα έρχεται για πάντα μπροστά στα μάτια μας, το στυλ των μποέμ, η κουλτούρα της μεταπολεμικής Γαλλίας, μια ανέφελη πόλη μια σκέψη και ένας τρόπος ζωής που δε θα επαναληφθούν ποτέ ξανά και θα φτάνει στα αυτιά μας σαν κύμα με την υπέροχη αθάνατη φωνή της.