H εξοχική κατοικία της οικογένειας Μελά στην Κηφισιά, που αποτελούσε δημοφιλές παραθεριστικό κέντρο της μεγαλοαστικής κοινωνίας των Αθηνών, τον 19ο αιώνα αποκαθίσταται και έτσι το κοινό θα έχει την ευκαιρία να θαυμάσει ένα υπέροχο κτίριο.

Φιλοξένησε από το 1895 -τα τελευταία εννέα χρόνια της ζωή του- τον Παύλο Μελά, τη σύζυγό του Ναταλία –το γένος Δραγούμη- και τα δύο παιδιά τους, τον Μιχαήλ και τη Ζωή -μητέρα της κ. Ναταλίας Ιωαννίδη. Φωτογραφίες της εποχής, δείχνουν τον Παύλο Μελά να παίζει με τα παιδιά του, στην πίσω αυλή. Τα σχέδια της εξοχικής κατοικίας είχε κάνει ο ίδιος ο Παύλος Μελάς γράφοντας πάνω τους και ποιος θα έμενε σε κάθε δωμάτιο.

Πορτρέτα του Ίωνα Δραγούμη, της κ. Ναταλίας Ιωαννίδη και του Παύλου Μελά, στην οικία της κ. Ναταλίας Ιωαννίδη

Πρόκειται για μικρής κλίμακας κτήριο με σαφείς αναφορές στο γραφικό στιλ της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής εξοχικών κατοικιών των μέσων του 19ου αι. Το κτήριο με μικτό εμβαδόν 198 τ.μ., είναι μονώροφο, κεραμοσκεπές και ελαφρά υπερυψωμένο από το έδαφος. Αποτελείται από ένα μεγάλο καθιστικό με τζάκι και σε διάταξη -αριστερά και δεξιά- βρίσκονται τέσσερα μεγάλα, ψηλοτάβανα δωμάτια, στα οποία διατηρούνται τα αρχικά χρώματα και οροφοδιακόσμηση. Υπάρχουν οι βοηθητικοί χώροι.

Η οικία είναι υπερυψωμένη κατά ένα μέτρο από το έδαφος, πράγμα που της εξασφάλιζε στεγανότητα. Οι κορμοί -αγιορείτικη καστανιά- πάνω στους οποίους εδράζεται το οικοδόμημα παραμένουν άθικτοι. Το στυλ αυτό διαδόθηκε μέσω πολλών έντυπων εκδόσεων, οι οποίες κυκλοφόρησαν ευρέως στην Ευρώπη και την Αμερική. Ειδικότερα, στο συγκεκριμένο αρχιτεκτόνημα διακρίνουμε τις επιρροές αυτές με βάση τόσο την πολύπλοκη διαμόρφωση της κάτοψης όσο και τις επιμέρους διακοσμητικές μορφές, που βασίζονται κυρίως στη χρήση διάτρητων ξύλινων στοιχείων, τα οποία κοσμούν ως δαντέλα την κύρια όψη της οικίας, ενώ περιβάλλεται από μεγάλο κήπο.

Η εξοχική οικία εγκαταλείφθηκε στη δεκαετία του ’80. Το 1982 κηρύχτηκε από το υπουργείο Πολιτισμού μνημείο και αφέθηκε στον χρόνο.

Η οικία του Π. Μελά στην Κηφισιά. Δημοσιευμένη στο: Athens 1839-1900, A Photographic Record, Benaki Museum Athens 1985, αρ.551

Τον Αύγουστο 1904, με παρέμβαση του πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη, ο Παύλος Μελάς διορίστηκε αρχηγός των σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή του Μοναστηρίου και της Καστοριάς. Αναχώρησε από αυτό το σπίτι, με πάσα μυστικότητα, αποχαιρετώντας μόνο τα παιδιά του. Ήταν βέβαιος ότι δεν θα επέστρεφε.

Η αποκατάσταση, σύμφωνα με το ΥΠΠΟΑ, γίνεται με απόλυτη ακρίβεια χάρη στα σχέδια που υπήρχαν, το πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αλλά και τη ζωντανή μαρτυρία της Ναταλίας Ιωαννίδη, που περνούσε τα καλοκαίρια της σ’ αυτό το σπίτι της γιαγιάς, με τον αδελφό της. Η κ. Ιωαννίδη δώρισε την οικία Παύλου Μελά στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Η αποκατάστασή της, μετά από τις κατά νόμον εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, υλοποιείται χάρη στη γενναία χορηγία του Δραμινού, Άρη Θεοδωρίδη.

Φωτορεαλιστική απεικόνιση αρχιτεκτονικής μελέτης Μ. Μαγνήσαλη

Παύλος Μελάς: Ο αξιωματικός-σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα 

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία στις 29 Μαρτίου 1870, αλλά η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τέσσερα χρόνια αργότερα. Γιος του μεγαλέμπορου Μιχαήλ Μελά, που ενστερνιζόταν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων και παντρεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού Στέφανου Δραγούμη. Ήταν ένας από τους αξιωματικούς που το 1894 επέδραμαν στα γραφεία της εφημερίδας Ακρόπολις και λίγο αργότερα οργανώθηκαν στην Εθνική Εταιρεία, της οποίας ήταν δραστήριο μέλος. Συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Μετά την αυτοδιάλυση της Εθνικής Εταιρείας αναμείχθηκε στις μακεδονικές υποθέσεις σε συνεργασία με το γυναικαδελφό του Ίωνα Δραγούμη και στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού αγώνα, συνεργαζόμενος με το Μακεδονικό Κομιτάτο.

Τον Μάρτιο του 1904 ήταν ένας από τέσσερις Έλληνες αξιωματικούς που στάλθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση να πραγματοποιήσουν μια αναγνωριστική περιοδεία στη δυτική Μακεδονία, η οποία κατέληξε σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Τον Ιούλιο επισκέφθηκε ιδιωτικά την Κοζάνη και τη Σιάτιστα και αποφάσισε να αναλάβει αντάρτικη δράση στην περιοχή. Τον Αύγουστο διορίστηκε αρχηγός των ελληνικών ομάδων στην περιοχή Καστοριάς και Μοναστηρίου και εισήλθε για τρίτη φορά στην τουρκοκρατούμενη τότε περιοχή της Μακεδονίας, αυτή τη φορά επικεφαλής ένοπλου σώματος. Με τους άνδρες του περιηγήθηκε σε χωριά της περιοχής δρώντας εναντίον εξαρχικών σλαβοφώνων. Ενώ βρισκόταν στο χωριό Στάτιστα της Καστοριάς, το σώμα του δέχτηκε επίθεση από ένα απόσπασμα του τουρκικού στρατού, που παραπλανημένο από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο νόμιζε ότι επιτίθεται σε ομάδα της ΕΜΕΟ, και πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.