Η “Ιλιάδα” του Ομήρου παραμένει λαμπρό και αδιάβρωτο σημείο αναφοράς στον παγκόσμιο πολιτισμό. Σύμφωνα με τον Τσαρλς Μπράιαν Ρόουζ, καθηγητή κλασικών σπουδών και επιμελητή του τμήματος Μεσογείου του Μουσείου στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, είναι σαφές ότι η “Ιλιάδα” είναι ένα αμάλγαμα από προφορικές παραδόσεις που επικεντρώνονται σε συγκρούσεις στην βορειοδυτική Ανατολία και φτάνουν στο 13ο αιώνα π.Χ. Εντούτοις, το εν λόγω ομηρικό έπος, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, φαίνεται να οριστικοποιήθηκε από τον θρυλικό τυφλό ραψωδό Όμηρο τον 8ο π.Χ. αιώνα και να καταγράφηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα επί Πεισιστράτου. Η αξία της «Ιλιάδας» έγκειται στο γεγονός ότι αποφαίνεται με άριστη λογοτεχνία αλλά και στοχασμό για τα ήθη και έθιμα με αφορμή τις επι μακρόν πολεμικές συρράξεις στο Ίλιον.

Η “Ιλιάδα η εμή” του Γιώργου Κούμουρου είναι ένα πολύτιμο έργο, γιατί λειτουργεί ως γέφυρα που συνδέει το αρχαίο έπος με το σήμερα. Τα έργα του αφορμώνται μεν από την κλασική δομή της “Ιλιάδας”, αποδίδουν δε τα πρόσωπα και τα πράγματα δια μέσω ενός ιδιαιτέρου προσωπικού ύφους. Μάλιστα η αξία της “Ιλιάδας” του Κούμουρου έγκειται στην αντίληψή του περί αναπαράστασης, που τελείται όχι με διάθεση πιστότητας αλλά με υψηλό υποκειμενισμό. Αυτό που ανάγει τη συγκεκριμένη αναπαράσταση σε υψηλή τέχνη είναι η μετουσιώση ενός βιωμένου προσωπικού ανθρώπινου άλγους σε φιλοσοφημένο εικαστικό κώδικα. Τα 35 έργα της “Ιλιάδας της εμής” αναφέρονται σε ισάριθμα επεισόδια του Ομηρικού έπους. Ο καλλιτέχνης τα φιλοτέχνησε αριστοτεχνικά σε ασπρόμαυρους τόνους με μολύβι σε χαρτί το 2008. Το σχήμα τους είναι τετράγωνο και το μέγεθός τους είναι μόλις 18 εκατοστά. Κάθε σύνθεση χαρακτηρίζεται από απαράμιλλη πρωτοτυπία, που προδίδει την πηγή έμπνευσής της στο κίνημα του σουρεαλισμού, όπου το χέρι κατευθύνεται με προγενέστερη εμπειρία από το υποσυνείδητο, τον πιο βαθύ, απόκρυφο και ουσιαστικά άγνωστο εαυτό.

Η σημερινή εποχή βρίσκει τον άνθρωπο ευάλωτο σε διάφορες καταστάσεις που αμφισβητούν την αξία και την υπόστασή του. Ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να προστατέψει το δικαίωμα της ύπαρξής του. Με τον αφηρημένο τρόπο αναπαράστασης ο Κούμουρος συνδέει πρόσωπα και πράγματα όχι με πρότυπα αλλά με αρχέτυπα που είναι διαχρονικά και συνάδουν με το σήμερα. Επομένως, το ιδιαίτερο ύφος των έργων του προβληματίζει τον σύχρονο θεατή σαν γρίφος που του προξενεί το ενδιαφέρον και τον προκαλεί να εξιχνιάσει την σχέση του μαζί τους. Έτσι, τα έργα του Κούμουρου αγγίζουν εσωτερικές χορδές που αφορούν τον σύγχρονο άνθρωπο και ανταποκρίνονται στις ανησυχίες του. Με αναφορά στους αρχαίους πρωταγωνιστές και με βάση την ομηρική δομή, η “Ιλιάδα η Εμή” παραπέμπει στις υπαρξιακές περιπέτειες που αναποφεύκτως υφίστανται οι άνθρωποι στον καθημερινό βίο τους, καταστάσεις όπου τα τραύματα διαδέχονται θεραπείες. Τέτοια ήταν η σημασία που ενέπνευσε εικονοκλάστες όπως οι Γκιγιόμ Απολινέρ («Οι Μαστοί του Τειρεσία», 1917), Τζέιμς Τζόις («Οδυσσέας», 1922), Τ. Σ. Έλιοτ («Έρημη Χώρα», 1922) να δημιουργήσουν εκ νέου λογοτεχνία με ακλόνητη αναφορά στα ομηρικά έπη.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών είναι ένα σημείο αναφοράς και θεσμός διαφύλαξης και παρουσίασης του γεωγραφικού χώρου που έχει εννοιολογικά θεωρηθεί ως ομφαλός της γης. Ο κοινός παρανομαστής των Δελφών και της “Ιλιάδας της Εμής” είναι η αρχαιότητα δια μέσω του σήμερα. Είναι πολύ σημαντικό και υγιές να γίνονται τέτοιοι φορείς αρωγοί του σύγχρονου καλλιτεχνικού γίγνεσθαι.

Η έκθεση “Ιλιάδα η Εμή” του Γιώργου Κούμουρου παρουσιάζεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών από τις 15 Ιουνίου έως τις 21 Ιουλίου 2013. Ένα ομότιτλο πλήρως εικονογραφημένο λεύκωμα συνοδεύει την έκθεση. Το κείμενό του είναι δίγλωσσο στην ελληνική και αγγλική με επεξηγηματικές λεζάντες από την Αγγέλα Λύρα, πραγματολογικά στοιχεία από τον φιλόλογο Μιχαήλ Αλεξανδρή με την επιστημονική επιμέλεια και μετάφραση του Αντώνη Μακρινού, λέκτορα στο τμήμα κλασικής φιλολογίας του University College London (UCL), και σχόλιο στο έργο του ζωγράφου από τον ακαδημαϊκό και καθηγητή της ιστορίας της τέχνης, Χρύσανθο Χρήστου.