«Ακόμα είμαι κολλημένη περισσότερο στους ανθρώπους από όσο στα αντικείμενα που φωτογραφίζω, αν και δεν περπατάω πια αρκετά στην πόλη όσο παλιά. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί οι αγωνίες της ζωής σε εμποδίζουν από το να κάνεις αυτό που πραγματικά πιστεύεις ότι πρέπει»,

έλεγε στα τελευταία της χρόνια η Ιμογκέν Κάνινγκχαμ, μία από τις πιο σημαντικές Αμερικανίδες φωτογράφους και αυτή που έκανε ίσως το ωραιότερο πορτρέτο της Φρίντα Κάλο.

Η Κάνινγκχαμ φωτογράφιζε φυτά, ανθρώπους και σκηνές της πόλης και κράτησε στα χέρια της την πρώτη φωτογραφική της μηχανή με το γύρισμα του 20ου αιώνα, το 1901, όταν ήταν 18 ετών. Η αποφασιστική γνωριμία για να ασχοληθεί με τη φωτογραφία και τα μυστικά της ήταν αυτή με την ήδη διάσημη φωτογράφο της εποχής της Gertrude Käsebier, ενώ σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον στο Σιάτλ. Η Κάνινγκχαμ αποφάσισε ότι θέλει να μάθει τα πάντα που υπάρχουν μέσα και πίσω από μια εικόνα και άρχισε να δουλεύει με τον καθηγητή της στη χημεία Dr. Horace Byers τραβώντας και τις πρώτες της φωτογραφίες φυτών που την έκαναν διάσημη.

Η νεαρή φωτογράφος μαθαίνει τα πάντα για την πρακτική πλευρά της φωτογραφίας κάτι που θα επηρεάσει καταλυτικά την καριέρα της. Συνεχίζει τις σπουδές της με υποτροφία στη Δρέσδη και επιστρέφει στο Σιάτλ για να ξεκινήσει τη σειρά με τις φωτογραφίες της που την έκαναν σύντομα διάσημη. Το 1913 ήταν ήδη μια περιζήτητη φωτογράφος, η οποία παρουσίαζε τα έργα της στην “Brooklyn Academy of Arts and Sciences”.  Συνεχίζει την καριέρα της στο Σαν Φρανσίσκο δίνοντας  έναν πιο εκλεπτυσμένο τόνο στο στιλ της, με μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο σχέδιο και τη λεπτομέρεια, όπως φαίνεται σε έργα της με την υφή του φλοιού, τα δέντρα, τις ζέβρες. Παράλληλα αρχίζει να ενδιαφέρεται για τη βοτανική φωτογραφία και τα λουλούδια και μεταξύ 1923 και 1925 έκανε μία σε βάθος μελέτη της μανόλιας. Λίγα χρόνια αργότερα παθιάζεται με τα χέρια ειδικά των καλλιτεχνών και των μουσικών και το ενδιαφέρον αυτό της άνοιξε τον δρόμο για να συνεργαστεί με το Vanity Fair και να φωτογραφίσει σταρς χωρίς μακιγιάζ. Η Κάνινγκχαμ ανήκε πάντα στις ομάδες των πιο ανήσυχων φωτογράφων που δημιούργησαν ισχυρά και νέα ρεύματα στη φωτογραφία και την καθόρισαν ως μια μορφή τέχνης με απλή και ξεκάθαρη παρουσίαση των φωτογραφικών μεθόδων που άλλαζαν αλματωδώς.

Τη δεκαετία του ’40 ασχολήθηκε με τη documentary street photography και φωτογράφισε χιλιάδες σκηνές καθημερινότητας της Νέας Υόρκης και των πόλεων στις οποίες ταξίδευε. Μέχρι το τέλος της ζωής της συνέχισε να φωτογραφίζει ενώ δίδαξε για πολλά χρόνια στο τμήμα της fine art photography στη Σχολή Καλών τεχνών της Καλιφόρνια. Εκεί έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της, το 1976 σε ηλικία 93 ετών.