Oυπς. Η ανθρωπότητα τα έχει βρει σκούρα ξανά. Κι όπως συμβαίνει κάθε φορά που τα βρίσκει σκούρα η ανθρωπότητα, μια οικογένεια είναι στο επίκεντρο της ιστορίας. Ο παππούς της οικoγένειας, ο Τζον Λίθγκοου, λέει πως όταν ήταν παιδί ήμασταν έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι στη γη, κάθε μέρα φτιαχνόταν από ένα καινούριο γκάτζετ και ο καθένας μας ήθελε να το έχει. Έξι δισεκατομμύρια ήμασταν το 1999, άρα τώρα πρέπει να βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό του 21ου αιώνα. Ο ΜακΚόναχι δεν χωράει σε αυτή την εποχή, έζησε στο μεταίχμιο, ξεκίνησε ως πιλότος της ΝΑΣΑ, μεσολάβησε μια ψιλοαδιευκρίνιστη καταστροφή που εξαφάνισε μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού και τώρα είναι αγρότης. Καλαμπόκι καλλιεργεί, σχεδόν όλα τα άλλα είναι πια μη καλλιεργήσιμα. Δεν υπάρχουν και ζώα. Πείνα γενικά. Και πάρα – πάρα πολλή σκόνη. Στα σχολεία μαθαίνουν ότι οι περισσότερες αποστολές της ΝΑΣΑ δεν ήταν αληθινές, το διάστημα ήταν ένα έξοχο προπαγανδιστικό κόλπο για να παρασυρθεί και να φαλιρίσει οικονομικά η Σοβιετική Ένωση, τώρα συνωμοσιολόγοι είναι όσοι επιμένουν ότι ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι. Όταν ο ΜακΚόναχι ανακαλύψει μαζί με την κόρη του με τρόπο μεταφυσικό κάτι συντεταγμένες, θα δει πως οι συντεταγμένες τους οδηγούν σε μια μυστική τοποθεσία. Είναι όμως στα αλήθεια μεταφυσικός ο τρόπος; Eπιστημονικό, θα παραδεχθεί και ο ίδιος, δεν είναι να απορρίπτουμε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, αλλά να προσπαθούμε με καταγραφή και ανάλυση των δεδομένων να το εξερευνήσουμε. Στη μυστική τοποθεσία που τους οδηγούν οι συντεταγμένες η ΝΑΣΑ ζει, η ΝΑΣΑ είναι ακόμα παρούσα, απλά κρυμμένη από το δημόσιο μάτι, που δεν θα ανεχόταν τέτοιες εξωφρενικές σπατάλες σε εποχές πείνας. Αλλά η ΝΑΣΑ χρειάζεται, χρειάζεται να σώσει την ανθρωπότητα. Για την ακρίβεια, όπως εξηγεί ο -πανταχού παρών στις ταινίες του Νόλαν- Μάικλ Κέιν, όχι να τη σώσει, να την πάρει από εδώ και να την μεταφέρει αλλού, σε πλανήτες κατοικήσιμους, αφού η Γη δεν μας αντέχει πια και μας διώχνει. Και κάπως έτσι, μετά από μια αρκετά εκτεταμένη γήινη και εδαφική αρχή ξεκινά η πολυαναμενόμενη διαστημική περιπέτεια των αδελφών Νόλαν (αρχικά ήταν ο Σπίλμπεργκ που παράγγειλε στον Τζόναθαν Νόλαν να του γράψει ένα σενάριο, κι όταν τελικά δεν προχώρησε στη σκηνοθεσία, ήρθε ο Κρίστοφερ και του ψιλοάλλαξε τα φώτα). Και το «Interstellar» είναι μια περιπέτεια που θα μας ταξιδέψει σε γαλαξίες, πλανήτες, διαστάσεις, θα αποτυπώσει τη θεωρία της σχετικότητας όπως κανείς άλλος πριν και ίσως κανείς άλλος μετά,  θα λυγίσει το χωρόχρονο, θα μας βάλει μέσα σε σκουληκότρυπες και μαύρες τρύπες, θα μας βάλει ξανά μέσα σε λαβυρίνθους, αυτή τη φορά και σε βιβλιοθήκες, κάνοντας τον Μπόρχες να χαμογελάει ίσως απ’ τον τάφο του, είναι μια περιπέτεια που κάνει τη βαρύτητα πρωταγωνιστή, κάνοντας το περσινό, χιλιοτραγουδισμένο και απείρως επιεικότερα κριτικαρισμένο «Gravity» να μοιάζει φτωχός συγγενής, είναι μια ταινία που μέσα σε όλα αυτά θα προσπαθήσει να μιλήσει και για την καθοριστική βαρύτητα της αγάπης.

Όπως και σε άλλες ταινίες του ο Νόλαν θα δείξει ότι τον απασχολεί τo ψέμα, η εξαπάτηση, το μανιπουλάρισμα, ο χειρισμός, κι είναι άλλωστε και ο ίδιος κατεξοχήν χειριστικός σκηνοθέτης. Και όπως και στον «Σκοτεινό Ιππότη» του, υπάρχει μια αμφισημία για το πόσο καλό ή κακό είναι αυτό το μανιπουλάρισμα. Εδώ πάντως θα δείξει επίσης πως η εξαπάτηση είναι μαχαίρι δίκοπο, πως μπορεί άλλοτε να γίνεται για το καλό της ανθρωπότητας κι άλλοτε για το εντελώς προσωπικό καλό. Και παράλληλα ένα ερώτημα που βάζει η ταινία είναι μπορεί ο άνθρωπος να ενδιαφερθεί στα αλήθεια για το γενικό καλό ή το μόνο που τον ενδιαφέρει, ως εκεί που μπορεί να φτάσει η συναισθηματική του εμπλοκή, είναι ο ίδιος και οι δικοί του άνθρωποι; Κι αυτό το ένστικτο της επιβίωσης είναι κακό ή μήπως είναι το κλειδί για να σωθούμε και όλοι μαζί;

Η επιστημονικοποίηση, η μετρησιμότητα, η υλικότητα της αγάπης. Μπορεί η αγάπη να έχει ερμηνεία και δύναμη άλλη από τη συναισθηματική, μπορεί στο σύμπαν που ορίζει η φυσική, η αγάπη να διεκδικήσει το φυσικό της κύρος; Και όσο καλή κι αν είναι η πρόθεση του Νόλαν, το χρειάζεται στα αλήθεια αυτό το κύρος; Αν γίνονται όλα για τη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή, κάτι κάνει πάρα πολύ λάθος ο Νόλαν, αν ο τελικός σκοπός του είναι το συναίσθημα, τότε το έργο του διακρίνεται από πάρα πολλή σπατάλη, θα έπρεπε να πάρει μαθήματα από τον Σπίλμπεργκ των «Στενών Επαφών Τρίτου Τύπου» ή ακόμη κι από τον Ζεμέκις και τον Καρλ Σαγκαν της τόσο πιο λιτής αλλά και τόσο πιο καίριας συναισθηματικά «Επαφής». Αλλά φυσικά και δεν τα κάνει όλα για το συναίσθημα, το συναίσθημα προσπαθεί να το καταλάβει -εξού τελικά και τα περί μετρησιμότητάς του- και να το υποδυθεί, το προσπαθεί φιλότιμα, εδώ το κάνει καλύτερα από κάθε άλλη φορά, το κάνει σαφώς καλύτερα από το «Ιnception», υπάρχουν και σκηνές που μάλλον το έχει πετύχει ακριβώς, αλλά κι αυτές χάνονται στο σύνολο, δεν είναι το κέντρο της ταινίας, δεν είναι η καρδιά της κι ας προσποιείται πως είναι, εδώ υπάρχει ένα όραμα να υπηρετηθεί, ένα όραμα εγκεφαλικό και για να σταματήσω να δίνω ενδεχομένως λάθος εντύπωση, όλα αυτά που τα λέω τα λέω για να πω πως δεν έχει σημασία τι πετυχαίνει συναισθηματικά, σημασία έχει πως ό,τι κι αν γίνεται στο συναισθηματικό πεδίο, μας παραδίδει μια εργάρα. Όταν ζητάς από τον θεατή να μείνει με ανοιχτό το στόμα, όταν βασικά εκεί αποσκοπείς στο να του ανοίξεις το στόμα και να του ανοίξεις και το μυαλό, το στοίχημά του να του ανοίξεις την καρδιά κι αν χάνεται, δεν χάνεται κι ο κόσμος. Δεν χάνεται καν ο κόσμος που δεν ανοίγει και το μάτι ιδιαίτερα, που σαφώς δεν το ανοίγει όπως το άνοιξε το «Gravity» που πριν λίγο κακολόγησα ή η «Οδύσσεια του Διαστήματος» ή ίσως ακόμη και το «Ιnception».

«Explorers, pioneers, not caretakers». Αυτό που λέει ο ΜακΚόναχι για την ανθρωπότητα, εφαρμόζει γάντι σε αυτό που είναι ως δημιουργός ο Νόλαν. Είναι ένας σκηνοθέτης που φτιάχνει ταινίες προορισμένες για να τις κοιτάς με δέος, όχι για να τις αγαπήσεις – αγαπήσεις. Φτιάχνει ταινίες προορισμένες είτε για να σταθείς με δέος μπροστά στην τελειότητα της κατασκευής τους, είτε για να αμφισβητήσεις -άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο βάσιμα- αυτή την αρτιότητα (και είναι επιπλέον μέρος της απόλαυσης να διαβάζεις μετά στο ίντερνετ όλη αυτή την αντιδικία για το πόσο βγάζει ή δεν βγάζει νόημα αυτό που έχει φτιάξει), πάντως το διακύβευμα αυτό είναι: ο λαβύρινθος, η κατασκευή, το παζλ. Κι ανεξάρτητα από τις διαφωνίες για την αρτιότητα της κάθε τελικής κατασκευής πρέπει να είναι κανείς εξαιρετικά κακόπιστος για να διαφωνήσει για το πόσο οραματικό είναι το σινεμά του. Το «Ιnterstellar» καταλαμβάνει επάξια μια θέση στην ταινιοθήκη του Νόλαν. Μια ταινιοθήκη εξερευνητή. Στα όνειρα και στο χωρόχρονο, στη συνείδηση και την αντίληψη, στους λαβυρίνθους και τους μαιάνδρους του, ο Νόλαν είναι ο μάστορας της μεγάλης κλίμακας που μπορεί μια μέρα να καταφέρει να την παντρέψει με την μικρή, μπορεί να καταφέρει να κατεβάσει τα πράγματα στο συναίσθημα, μπορεί και όχι, σημασία έχει πως το σινεμά του φτιάχτηκε ωσάν ο εγκέφαλός μας να είναι ερωτικό όργανο κι ένα τέτοιο εγκεφαλικό σινεμά είναι ταυτόχρονα και ερωτικό σινεμά, είναι ένα σινεμά ερωτευμένο με τα μυστήρια του ανθρώπινου εγκεφάλου και τα μυστήρια του σύμπαντος και ως τέτοιο του αξίζει εκτός από δέος και αγάπη.