Επιμέλεια: Σοφία Ευτυχιάδου

Το ελληνικό #ΜeToo είναι εδώ, η στιγμή είναι ιστορική και το θέατρο στο επίκεντρο σε αυτήν την κοινωνική αλλαγή. Σε αυτό το πλαίσιο, πέντε γυναίκες δημιουργοί του θεάτρου μας μάς στέλνουν τη δική τους ανταπόκριση για όσα μας συγκλονίζουν, απαντώντας στο εξής ερώτημα:

«Πώς βιώνετε αυτή τη συνταρακτική περίοδο για το ελληνικό θέατρο και την ελληνική κοινωνία και ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το πιο σημαντικό διακύβευμα της εποχής;»

Μαρία Μαγκανάρη, ηθοποιός-σκηνοθέτις

«Είναι όντως συνταρακτική αυτή η περίοδος. Η γενναία δημόσια κατάθεση των εμπειριών και του πόνου τόσων ανθρώπων-θυμάτων βίας, προκαλεί συλλογική αναταραχή, αγγίζει ολόκληρη την κοινωνία. Είναι σαν ένας ολόκληρος χώρος να καταγράφει και να εκθέτει τις πληγές του προκειμένου να τις επουλώσει. Σαν να έχει μόλις τελειώσει ένας πόλεμος. Όλον αυτόν τον καιρό νιώθω ταραχή, άγχος, στεναχώρια μαζί με ανακούφιση, δύναμη κι ελπίδα.

Σε μια χώρα που έχει παράδοση στο να κουνούν οι μεγάλοι επιδεικτικά το δάχτυλο στους νεότερους,  ήρθε η ώρα όλοι, και κυρίως οι παλαιότερες γενιές ν’ αναλογιστούν τις ευθύνες τους. Τα συνταρακτικά γεγονότα του τελευταίου μήνα είναι μια σπουδαία ευκαιρία, όχι φυσικά για να ενοχοποιήσουμε όσους συνεργάζονταν ή έκαναν παρέα με τους θύτες (αυτό θα ήταν λάθος απ’ όπου κι αν το δει κανείς), αλλά για να συνειδητοποιήσουμε πόσο είχαμε αποδεχτεί μέσα μας, πόσο είχαμε ενσωματώσει το κακό, πόσο το θεωρούσαμε κανονικό. Ώστε να σταματήσουμε να του δίνουμε χώρο.

Τα κοινωνικά αντανακλαστικά απέναντι στην αδικία, τη βία και τον σεξισμό είναι πλέον πιο ευαίσθητα. Τώρα είναι η στιγμή της αλλαγής, πράγματι. Και είμαι περήφανη που η αλλαγή έχει ξεκινήσει απ’ το σπίτι μας, το θέατρο. Στο θέατρο φυσικά αναπαράγεται η δομή και οι σχέσεις εξουσίας ολόκληρης της κοινωνίας. Και αν η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί τις εξελίξεις με κομμένη την ανάσα, αυτό δεν οφείλεται μόνο στο ‘σκανδαλώδες’ των υποθέσεων ή στην αναγνωρισιμότητα των εμπλεκόμενων προσώπων. Η ελληνική κοινωνία βλέπει τον εαυτό της γυμνό– το θέατρο, για άλλη μια φορά αναλαμβάνει ν’ αποτελέσει τον καθρέφτη της.

Βλέπει την πατριαρχική δομή της: τον πατέρα-αφέντη (θιασάρχη/σκηνοθέτη/ ‘θεατράνθρωπο’), που έχει την απόλυτη ελευθερία για χρόνια να ασελγεί πάνω στα παιδιά του, στις κόρες και τους γιους του, ατιμωρητί. Να βιάζει, να βιαιοπραγεί, να παρενοχλεί, να προσβάλλει.

Βλέπει τον σεξισμό της, την κυρίαρχη αισθητική και ηθική της: η γυναίκα ανατρέφεται κι εκπαιδεύεται να ντρέπεται, να λογοκρίνεται, να υπακούει, να υφίσταται, να σιωπά. Στην καλύτερη περίπτωση, να γίνει η μούσα ενός άντρα. Ο άντρας, εφόσον συνεπικουρούν η καταγωγή ή η οικονομική του επιφάνεια, οι διασυνδέσεις ή ακόμα και το ταλέντο του είναι προορισμένος να διακριθεί, ν’ αποφασίζει, να κατέχει εξουσία. Το αφεντικό δικαιούται ν’ απλώνει το χέρι στην ή στον αδύναμο υφιστάμενο που είναι παντελώς ανυπεράσπιστος/-η εργασιακά και προσωπικά. Κι αν οι τωρινές καταγγελίες αφορούν εξολοκλήρου άντρες, ας μην τα ρίχνουμε στη φύση: η βία τους τόσα χρόνια τρεφόταν από την εξουσία που κατείχαν και από τη σιγουριά τους ότι θα μείνουν ατιμώρητοι.

Κι αυτό είναι εξίσου ενδιαφέρον και τρομακτικό: η σιωπή όλα αυτά τα χρόνια. Όσο όλοι εμείς ‘κάτι ξέραμε, κάτι είχαμε ακούσει’, οι θύτες συνέχιζαν την παραβιαστική- εγκληματική τους δράση και ταυτόχρονα αποθεώνονταν από μίντια και εξουσία–στην πιο κραυγαλέα και εγκληματική περίπτωση επιβραβεύονταν με ακόμα περισσότερη εξουσία. Και μετά ήρθε η συγκάλυψη.

Για άλλη μια φορά αποκαλύπτονται οι αρμοί που συνέχουν την κοινωνία μας: εξουσία και μίντια– διασυνδέσεις, μυστικά και ψέματα. Όσο πιο εξέχον (ταξικά ή κοινωνικά) είναι ένα μέλος της, τόσο πιο δύσκολα η εξουσία το θυσιάζει.

Ιώ Βουλγαράκη, σκηνοθέτις

Αυτές τις μέρες, μέρες της έντασης και των εξελίξεων, είναι σφιχταγκαλιασμένες μέσα μου φρίκη και αισιοδοξία. Διαβάζω πράγματα που με σοκάρουν, που ξεπερνούν τη φαντασία μου, ίσως γιατί εγώ συνήθως επιδιώκω, όσα χρόνια δουλεύω, να είμαι αρκετά προστατευμένη, πλαισιωμένη από αγαπημένους συνεργάτες και απ’ ό,τι ονομάζω, κατά τη δική μου αντίληψη, «υγεία». Αυτό που παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα είναι η κτηνωδία της εξουσίας και γι’ αυτό στην πραγματικότητα είναι, για μένα, τελικά πολιτικό θέμα κι όχι θέμα μόνο της τάδε ή της δείνα περίπτωσης.

Η χειραγώγηση, η επιβολή, η άσκηση βίας, σεξουαλικής, λεκτικής, ψυχολογικής, δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο πέρα απ’ το τι κάνει κάποιος την ισχύ που του έχει δοθεί ή που νιώθει πως κατέχει λόγω θέσης, ηλικίας, φύλου, τίτλου, αναγνώρισης, οικογενειακής καταγωγής ή χρημάτων. Από ένα τέτοιο πρίσμα, υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά στους καταγγελλόμενους των ημερών. Χιλιάδες μύθοι και έργα μάς μιλούν για την κατάχρηση εξουσίας – τι πιστεύαμε δηλαδή, πως αφορούν κάποιες άλλες κοινωνίες, κάπου αλλού, πολύ μακριά; Το θέατρο έχει συγκεντρώσει την προσοχή όλων, δυστυχώς για λόγους κατανάλωσης, αλλά καθρεφτίζει μηχανισμούς μιας ολόκληρης κοινωνίας. Είμαι σίγουρη πως και στον μικρόκοσμο των νοσοκομείων, των εταιρειών ή των πανεπιστημίων υπάρχει κακοποίηση, επιβολή και βία, που συχνά επιβραβεύονται και παρελαύνουν στην πρώτη γραμμή. Με εξοργίζει αυτό.

Συγχρόνως, όμως, πιστεύω πως αν μέσα από καθημερινές ζυμώσεις παλέψουμε να απεμπλακούμε από πατριαρχικούς μηχανισμούς που όλα τα φύλα έχουμε βαθιά χωνεμένους, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, αν αρχίσουμε να σπάμε την κουλτούρα σιωπής που χρόνια τώρα ενοχοποιεί όσους υφίστανται τη βία και όχι όσους την ασκούν, αν εμπιστευτούμε τη συλλογικότητα περισσότερο από την αυθεντία, χωρίς να εξαφανίσουμε τη μοναδικότητα, χωρίς να χάσουμε τον θαυμασμό για τον Άλλο, τότε έχουμε ελπίδα. Και η ελπίδα για την αλλαγή είναι η μόνη ικανή αφετηρία για να φέρεις την αλλαγή. Αν τη θεωρείς την αλλαγή μια αβάσιμη ουτοπία, δεν θα έρθει ποτέ. Ιδίως όταν ο φόβος καλλιεργείται με όλους τους πιθανούς μηχανισμούς. Κι εγώ έρχομαι αντιμέτωπη μαζί του καθημερινά. Δεν λέω πως θα γίνουν αύριο όλα αυτά. Αλλά σε μια δεκαετία από σήμερα μπορούμε να έχουμε ένα άλλο τοπίο, θεατρικό και κοινωνικό, υγιέστερο. Εύχομαι να πάμε προς τα ‘κει, χωρίς να χάσουμε την ανθρωπιά και την ευαισθησία μας. Αυτό κι αν είναι διακύβευμα.

Γλυκερία Καλαϊτζή, σκηνοθέτις, λέκτορας στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.

«Κανείς νομίζω δεν μπορούσε να προβλέψει, όταν άρχισαν οι πρώτες δημόσιες καταγγελίες, τις διαστάσεις που θα έπαιρνε το ελληνικό #MeToo. Και αυτό το οφείλουμε στο θέατρο και στους ανθρώπους του. Γιατί μπορεί η Σοφία Μπεκατώρου να έκανε την αρχή, αλλά δεν νομίζω ότι το θέμα θα έπαιρνε τις διαστάσεις που πήρε, αν οι αποκαλύψεις της Ζέτας Δούκα, δεν άνοιγαν, κατά κάποιο τρόπο, την αυλαία, ώστε να δούμε, πάνω στη σκηνή και κάτω από το φως των προβολέων, όχι πια τους ρόλους, αλλά τους ανθρώπους του θεάτρου. Ανθρώπους που για χρόνια υπέμειναν και ανέχονταν κακοποιητικές συμπεριφορές, είτε από δική τους αδυναμία να αντιδράσουν, για λόγους ψυχολογικούς, οικονομικούς κ.ά., είτε από μια λίγο πολύ ριζωμένη πεποίθηση ότι, ακόμα κι αν αντιδράσουν, τίποτα δεν επρόκειτο να αλλάξει. Κι εδώ που τα λέμε δεν είχαν κι άδικο. Κι εμείς που βρισκόμαστε κάτω από τη σκηνή κάπως έτσι αισθανόμασταν. Κι εμάς πολλά μας ενοχλούν, στη ζωή μας, στη δουλειά μας, στη σχέση μας με το κράτος και τόσα άλλα. Κι αυτό που κάνουμε είναι να προσωποποιούμε τα προβλήματά μας, επειδή κι εμείς πιστεύουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Κι έτσι ο καθένας μας χαράζει τον δικό του δρόμο, βιώνοντας μοναχικά τις ήττες του και απολαμβάνοντας, επίσης μοναχικά, τις μικρές του νίκες. Στο ίδιο έργο θεατές ήμασταν, μ’ άλλα λόγια, όλοι.

Και ξαφνικά, μέσα σε λίγες εβδομάδες, μοιάζει να άλλαξαν όλα! Επειδή κάποιοι ύψωσαν ανάστημα και, με προσωπικό τους κόστος, απαίτησαν —για να παραμείνουμε στη θεατρική ορολογία— να αλλάξει πια το ρεπερτόριο. Και το έκαναν τώρα, γιατί τώρα τους δόθηκε ο χώρος και ο χρόνος. Γιατί πριν δεν μπορούσαν, για λόγους υποκειμενικούς αλλά και αντικειμενικούς. Δεν είναι εύκολο να φύγεις από μια παράσταση. Το θέατρο δεν είναι μια οποιαδήποτε δουλειά, από την οποία μπορείς απλώς να παραιτηθείς. Είναι μια μικρή κοινωνία, όπου πάρα πολλοί άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους κι όπου δεν έχεις μόνο την ευθύνη του εαυτού σου αλλά και όλων των άλλων.

Η συγκυρία των κλειστών θεάτρων σίγουρα ευνόησε και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο να ανοίξουν, όπως λέμε, τα στόματα. Η μαζικότητα όπως και η ένταση του ελληνικού #MeToo στο θέατρο, έχει να κάνει και με κάτι άλλο, πέρα από το γεγονός ότι αφορά σε έναν χώρο, που βρίσκεται διαρκώς κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας. Έχει να κάνει με την ταύτισή μας μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Όλες αυτές οι γυναίκες και οι άντρες, που βρήκαν το κουράγιο και το θάρρος να μιλήσουν, έγιναν με έναν τρόπο ο καθρέφτης μας. Είδαμε σε αυτούς, σε ανθρώπους που τους έχουμε γνωρίσει κυρίως μέσα από ρόλους και με τους οποίους κατά καιρούς έχουμε ταυτιστεί, τους εαυτούς μας. Είδαμε σ’ αυτούς και τη δική μας ανοχή απέναντι σε φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας, κακοποιητικών συμπεριφορών και σεξουαλικών παρενοχλήσεων. Είδαμε, αν θέλετε, και την ανημπόρια μας να αντιδράσουμε ως κοινωνία απέναντι σε πολιτικές επιλογές που λαμβάνονται ερήμην μας. Όπως είδαμε και τη σκοτεινή πλευρά ενός συστήματος αξιών, που μοιάζει να το έχουμε αποδεχτεί ως αναπότρεπτο. Ενός συστήματος που θεωρεί την ηθική ανεπιθύμητο βαρίδιο στον δρόμο για την κατάκτηση της επιτυχίας. Μιας επιτυχίας που συνδέεται αποκλειστικά με τη δόξα, το χρήμα και την εξουσία. Τα είδαμε όλα αυτά και τρομάξαμε.

Είδαμε όμως και ανθρώπους, που μέχρι χτες έμοιαζαν άτρωτοι, να κατρακυλούν από το βάθρο τους. Είδαμε ότι μαζί μπορούμε. Κι αυτό είναι το αισιόδοξο. Το ότι ο αγώνας του ΣΕΗ και των ηθοποιών μας ξανάδωσε πίστη στη συλλογικότητα. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να προβλέψει τη συνέχεια. Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που, μετά τη Mεταπολίτευση, νιώθω να διαμορφώνεται ένα κοινωνικό αίτημα που ξεκινάει από την ίδια την κοινωνία, όχι για επιστροφή σε κεκτημένα, αλλά για ένα αλλιώτικο, καλύτερο μέλλον, με αιχμή τον σεβασμό και την προστασία της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Και είναι κρίμα που αυτή τη διάσταση επιμένει να την αγνοεί το πολιτικό μας προσωπικό επενδύοντας, όπως πρόσφατα έδειξε και η συζήτηση στη Bουλή, στις δοκιμασμένες αλλά άνευ πραγματικής ουσίας, αντιπαραθέσεις».

Αλεξάνδρα Καζάζου, ηθοποιός-σκηνοθέτις

«Στην Πολωνία λέμε πως γέμισε ο βόθρος και βγήκε το σκατό στην επιφάνεια». Αυτό έγινε με τις αποκαλύψεις για τη βία, την κακοποίηση και την κατάχρηση εξουσίας στον χώρο του θεάτρου. Και το ότι έφτασε να λιώσει το παγόβουνο Δημήτρης Λιγνάδης είναι πολύ σημαντικό. Δεν κρύβω πως καθώς διάβαζα τη συνέντευξη του Ν.Σ. πριν λίγο καιρό δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω από οργή και θλίψη αλλά και πόνο σαν… να βιάζουν εμένα, το θέατρο και την έννοια του καλλιτέχνη και ηθοποιού. Και αυτό όχι μόνο επειδή είναι ηθοποιός ο Δημήτρης Λιγνάδης, αλλά επειδή του δόθηκε αυτή η τόσο σημαντική θεσμική θέση.

Μα πραγματικά τίθεται ερώτηση για το αν θα παραιτηθεί η Υπουργός ή όχι; Αυτή είναι η συμφορά μας. Ότι τίθεται. Όλη αυτή η κτηνωδία που αρχίζει και αποκαλύπτεται φέρνει την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με ένα βαθιά σάπιο πολιτικό σύστημα που δεν έχει να κάνει μόνο με την παρούσα κυβέρνηση δυστυχώς. Προσωπικά δεν θυμάμαι ποτέ να ζω στην Ελλάδα και να πιστεύω στους εκπροσώπους της. Και αυτό είναι δυστύχημα αλλά είναι και η αλήθεια. Ε, λοιπόν, τώρα που η κατάσταση εξαίρεσης μας έχει απομακρύνει από οποιαδήποτε συνάθροιση, τώρα που ο θάνατος είναι στατιστική και ο ιός είναι ο υποτιθέμενος εχθρός μας που θα μας βάλει σιγά-σιγά σε εμφύλιες διαμάχες, εγώ βλέπω φως στο τούνελ. Ναι, νιώθω πως η ανάγκη μας έφερε κάπως μαζί. Σχεδόν όλους μαζί. Και παίρνουμε θέση στα πράγματα. Και η θέση μας είναι πολιτική, γιατί το θέμα είναι πολιτικό. Είναι καιρός να ξανα-συστηθούμε. Είναι καιρός να ξανα-ονειρευτούμε. Και, όπως λέει και ο αγαπημένος Γκροτόφσκι «Εισερχόμαστε στον κόσμο για να τον διαβούμε. Διαβαίνουμε την πρόβα του κόσμου και ο κόσμος είναι ο τόπος της αλήθειας. Είτε πιο σωστά, ο κόσμος θα έπρεπε να είναι ο τόπος της αλήθειας». Και είμαι πολύ περήφανη για τους ανθρώπους που βρίσκουν το θάρρος και την τόλμη να μιλήσουν και να επικοινωνήσουν το τραύμα τους. Μας δείχνουν τον δρόμο μέσα από τα σκοτάδια που έζησαν προς το φως και την αξιοπρέπεια. Και είμαστε υπεύθυνοι να τους υπερασπιστούμε και να τους προστατεύσουμε. Και επειδή υπάρχουν και κάποιοι ανάμεσά μας που για χρόνια προμοτάρουν τους εαυτούς τους σαν κινητές θρησκείες και τώρα σιωπούν τόσο ηχηρά με όλο αυτό που συντελείται σαν να μην τους αφορά, τους αφιερώνω το μανιφέστο του Domenico από τη Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι και κάποιες προτάσεις punctum από τον λόγο του:

«-Δεν έμειναν πια μεγάλοι δάσκαλοι. Αυτό είναι το κακό της εποχής μας. Ο δρόμος της καρδιάς μας είναι σκεπασμένος με σκιές.

-Αν θέλετε να προχωρήσει ο κόσμος… πρέπει να πιαστούμε από τα χέρια. Και ν’ αναμείξουμε τους “υγιείς” με τους “ασθενείς”… Εσείς, οι υγιείς! Τι σημαίνει λοιπόν η υγεία σας; Τα μάτια της ανθρωπότητας κοιτάζουν το βάραθρο μέσα στο οποίο πέφτουμε».

Βασιλική Τρουφάκου, ηθοποιός

Μου φαίνεται αδιανόητο ότι φτάσαμε στον έναν χρόνο κοινωνικής αποστασιοποίησης και καταστολής των επιθυμιών και των κινήσεών μας. Μέσα σε αυτό, βλέπω -ίσως και ελλείψει άλλων ερεθισμάτων- πως μπαίνουμε σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης και αποκατάστασης πολλών πραγμάτων σε ό,τι αφορά τον χώρο μας.

Κατα την άποψή μου, υπάρχουν πολλά πράγματα που ζητούσαν εδώ και πολλά χρόνια δικαίωση. Τώρα, που δεν έχουμε πολλά πράγματα να χάσουμε νομίζω πως ίσως είναι ο καιρός για ρίσκα. Και βλέπω πως τα παίρνουμε ένα-ένα. Πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι γίνονται μέρος αυτής της αλυσίδας αλληλεγγύης και βγαίνουν και εμπιστεύονται και μιλούν και δίνουν τη δυνατότητα η δουλειά και η κοινωνία να αλλάξει για όλους μας.

Στα καθ’ ημάς τώρα, για πάρα πολύ καιρό στη συλλογική μας συνείδηση ως καλλιτεχνών, κυριαρχούσε το γνωστό πρότυπο του δύστροπου, κακοποιητικού, πλην πεφωτισμένου Δασκάλου-Θεατρανθρώπου, που τίμημα για τη γνώση και τη δημιουργία ήταν η κακοποιητική συναναστροφή και συνεργασία με Εκείνον και η συνακόλουθη ταπείνωση. Αυτά υπήρξαν αδιαμφισβήτητα πρότυπά μας συλλογικά για πάρα πολύ καιρό. Εγώ, ας πούμε, έτσι το ‘παρέλαβα’. Έτσι, ακριβώς, το θυμάμαι. Ε, αυτό τωρα μοιάζει να τελειώνει. Και αυτό δεν είναι λίγο. Είναι τεράστιο. Προχωράμε νιώθω και με κάνει να αισιοδοξώ όλο αυτό.

Γνωρίζω καλά την ευάλωτη θέση του ηθοποιού, αλλα και της γυναίκας, και χαίρομαι απίστευτα που δημιουργειται σιγά-σιγά κάποιο πλαίσιο λειτουργίας στον χώρο. Το έχουμε μεγάλη ανάγκη. Πώς το λένε; Να αλλάξουμε Θεό. Να περάσουμε από την Παλαιά Διαθήκη στη Νέα και από τον Θεο-Τιμωρό σε έναν άλλο πιο ευσπλαχνικό και σε ένα σύστημα που θα χωράει όχι μόνο τους μαχητές της αρένας και τις Αμαζόνες, αλλά και τους ‘κανονικούς’ ανθρώπους, αυτούς με τις κανονικές αντοχές, τις πεπερασμένες, τις ανθρώπινες. Προχωράμε, ίσως, πιο κοντά σε μια καλοσύνη που μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να ανθίζουν και σε μια Τέχνη αληθινό καταφύγιο.