Ο Άρης Μπινιάρης ανήκει στους ελάχιστους εκείνους δημιουργούς που κάνουν τέχνη γιατί θέλουν αληθινά κάτι να πουν. Με υλικά από τον κόσμο της ποίησης και της μουσικής και με μια ηλεκτροφόρα δύναμη που πηγάζει κατευθείαν απ’ τα σπλάχνα και αντιτάσσεται σε κάθε μορφή δόγματος, ύβρεως, άρνησης της ζωής. Τα ηλεκτροφόρα σύμπαντα που δημιουργεί, που διακρίνονται για την εντυπωσιακή αισθητική τους και που αντιστέκονται σε ορισμούς και ταξινομήσεις, ενσωματώνουν κάτι διονυσιακό, διεκδικώντας μαχητικά την ελευθερία, την κάθαρση, την αναγέννηση. Γι’ αυτό του πάει και η τραγωδία –είναι από τους λίγους Έλληνες σκηνοθέτες που προσέγγισαν την αρχαία τραγωδία αιρετικά εξάγοντας την ουσία της–, γι’ αυτό και οι παραστάσεις του έχουν κάτι άκρως φεστιβαλικό.

Το Ύψωμα 731 σε κείμενο και σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη στο Θέατρο Πορεία είναι μια σπονδή στις νίκες όλων των αδύναμων αυτού του κόσμου, μια ιαχή βγαλμένη μέσα από τον Άδη, αλλά και μια βαθιά αντιπολεμική παράσταση. Μέσα από την ιδιότυπη συνθήκη μιας ροκ συναυλίας μεταφέρεται μοναδικά στη σκηνή η καθοριστική για την εξέλιξη του ελληνοϊταλικού πολέμου μάχη το 1941, στο Ύψωμα 731, στην Κλεισούρα. Εκεί όπου οι ολιγάριθμες ελληνικές δυνάμεις που απαρτίζονταν από 19χρονους τσοπαναραίους, βοσκούς και αγρότες –«μόνο κατσίκια έχω σφάξει Κωνσταντή» αναφωνεί ένας εξ αυτών– κι όχι εκπαιδευμένους στρατιώτες κατάφεραν με ευφυή στρατηγική να αμυνθούν και να κρατήσουν τις θέσεις τους, αναχαιτίζοντας την επιχείρηση «Primavera» (Άνοιξη) του Μουσολίνι.

Ο σκηνοθέτης αντλώντας υλικό από ντοκουμέντα συνθέτει ένα πρωτότυπο ποιητικό κείμενο που λειτουργεί δραματουργικά με όρους τραγωδίας. «Το χώμα τους μας ανήκει. Το αίμα τους μας ανήκει. Η χώρα τους μας ανήκει. Η άνοιξη μας ανήκει»: αυτά είναι τα συνθήματα που εκτοξεύει ο αρχηγός των Ιταλών, οι λέξεις-ύβρεις που φτιάχνουν το δόγμα της ιμπεριαλιστικής δύναμης. Που θα ηττηθεί από μια χούφτα ζωντανών-νεκρών, από ανθρώπους που για να σωθούν και να νικήσουν σκέφτηκαν ένα τέχνασμα: άνοιξαν αλεπότρυπες και θάφτηκαν μέσα στο χώμα για να γλιτώσουν τα ανηλεή πυρά κι όσοι επέζησαν κατάφεραν μετά να συντρίψουν την άγρια ιταλική επίθεση. Αυτή η εικόνα των ζωντανών-νεκρών που αντίκρισαν τον θάνατο κατάματα, αυτή η στιγμή των «σκελετών» που αναγεννιούνται, αναδυόμενοι μέσα από τη γη, είναι το πυρηνικό κύτταρο της παράστασης. Είναι η στιγμή που σκάει σαν πύον η ύβρις, πετώντας πτώματα στον αέρα. Φέρνοντας κάθαρση. Δίνοντας τη νίκη σε αυτούς που δεν υπερεκτίμησαν τις δυνάμεις τους. Σε αυτούς που είχαν τη «μάνα γη» με το μέρος τους. Σε αυτούς που αμύνονταν «μαστιγώνοντας το έρεβος …με πένθιμη γαλήνη». Στη σιωπή μετά τη μάχη, σε αυτήν την ησυχία εκεί, σιγοκαίει όμως μια πληγή.

Ο Άρης Μπινιάρης και ο Κωνσταντίνος Σεβδαλής σε ρόλο frontmen της μπάντας –αλλά και μπροστάρηδες της μάχης που λέγεται παράσταση– μοιάζει να έχουν μόλις γυρίσει μετά από ένα τετ α τετ με τον Χάρο, σαν άλλοι Αγγελιαφόροι που επιστρέφουν από το πεδίο της μάχης για να μας την αφηγηθούν. Παλεύουν με τα φαντάσματα, τους ίσκιους, τα διαμελισμένα σώματα, την ανακατεμένη γη, όπου όλα «κονσέρβες, κεφάλια, χέρια, κουραμάνες είχαν γίνει ένα» και σε αυτήν την πάλη διακρίνει κανείς όλη τη ματαιότητα, όλη τη φρίκη, όλο το σάλεμα του μυαλού που θέλει πόλεμο, που θέλει θάνατο. Στα παλλόμενα, ρημαγμένα σώματά τους, στην «εξαρθρωτική» άρθρωσή τους, στην τρομερή τους ανάγκη να τραγουδήσουν την Ιστορία υπάρχει ακέραιο το τραύμα του πολέμου.

Η μουσική και το φως πρωταγωνιστούν. Το νεύρο και η έκρηξη της ροκ (σύνθεση και εκτέλεση μουσικής: Βίκτωρας Κουλουμπής, Πάνος Σαρδέλης, Χρήστος Γεωργόπουλος) μεταφράζουν εύστοχα την κατάσταση του πολέμου. Κινούμενη από το πανκ μέχρι το μέταλ και την ψυχεδέλεια, η μουσική δίνει τον παλμό της μάχης, υπαγορεύει τις ανάσες των αφηγητών, αφηγείται και αυτή. Το αδιανόητο. Οι φωτισμοί (Πάρις Μέξις-Άρης Μπινιάρης), από την άλλη, σε μια άσκηση εικαστικής τελειότητας, μέσα από την απόλυτη αφαίρεση δημιουργούν τον χώρο, ένα απόκοσμο τοπίο στο όριο της ζωής και του θανάτου. Δεσμίδες φωτός τυλίγονται στη θολούρα και τη σκόνη του πολεμικού πεδίου, λευκά φώτα ξεπετιούνται σαν λόγχες μέσα από τη γη, εφέ που φτιάχνουν σκελετούς στα σώματα των ζωντανών, όλα φτιαγμένα και εκτελεσμένα στην εντέλεια.

Το Ύψωμα 731 αφηγείται μια ιστορία ύβρεως που οδηγεί στην κάθαρση. Μια κάθαρση που αφήνει ένα ορατό τραύμα, αυτό του πολέμου. Μέσα από μια αφήγηση γεμάτη χώμα, θάνατο και αίμα, αυτό που τελικά υμνείται είναι η ίδια η ζωή. Έτσι, η παράσταση είναι ένα άψογης αισθητικής αντιπολεμικό ροκ ορατόριο, που διεκδικεί ταυτόχρονα το δικαίωμα να μιλά για μια νίκη ενός αδύναμου –κι εδώ ο καθένας μπορεί να κάνει τις αναγωγές του–, αλλά και για την έννοια της πατρίδας. Ένα δικαίωμα που έχουμε εκχωρήσει οι περισσότεροι με το φόβο μήπως και μας χρεωθεί εθνικιστική ρητορική. Σε ένα άλλο επίπεδο λοιπόν, ο Μπινιάρης –συνειδητά ή ασυνείδητα– τοποθετεί έναν καθρέφτη απέναντι στον θεατή, αναγκάζοντάς τον να αναστοχαστεί πάνω στα στεγανά, τους φόβους, τη λογοκρισία που επιβάλλει ο ίδιος στον εαυτό του. Είναι ύποπτοι καιροί, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, όμως, ειδικά σε τέτοιους καιρούς, είναι αξία αδιαπραγμάτευτη. Το Ύψωμα 731 μας το θυμίζει (και) αυτό.

Info παράστασης:

Ύψωμα 731 | 18 Φεβρουαρίου – 4 Ιουνίου | Θέατρο Πορεία