Εικονογράφος είναι το πρόσωπο που σχεδιάζει με χρώμα και γραμμές πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί για να αποτυπώσει μια ιστορία, διαβάζω σε ένα λεξικό και αναρωτιέμαι αν αυτό αρκεί για να κάνεις μια εισαγωγή σε ένα πρόσωπο όπως η Ίρις Σαμαρτζή, ένα πρόσωπο που έχει καταφέρει να ταυτίσει το όνομά του με μερικά από τα πιο δημιουργικά φαντασιακά σύμπαντα, έχοντας παρασύρει χιλιάδες μικρά μυαλουδάκια σε φανταστικά ταξίδια.

Οι εικονογραφήσεις της, ακριβείς στη λεπτομέρεια, πλούσιες σε περιεχόμενο, ξεχωριστές στην αισθητική τους, της έχουν δώσει μια σημαντική θέση ανάμεσα στις καλύτερες εικονογράφους της Ελλάδας και πολλές διακρίσεις που εδώ και χρόνια έχουν περάσει τα σύνορά μας, κάνοντάς τη γνωστή στους παγκόσμιους εκλεκτούς κύκλους της παιδικής λογοτεχνίας. Επιγραμματικά αναφέρω τα: Διεθνές βραβείο ΙX Santiago de Compostela Award for picture books για το βιβλίο Una Ultima Carta (2016), Κρατικό Βραβείο παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου για τα βιβλία Ο μαγικός κόσμος του Φεδερίκο (2016) και Οι καλοί κι οι κακοί πειρατές (2012), καθώς και βραβείο από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού βιβλίου για τα βιβλία Καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι… (2017), Το παλιόπαιδο (2015). Φέτος, το όνομά της συγκαταλέγεται ανάμεσα στους υποψήφιους για το βραβείο ALMA.

Με αφορμή αυτή τη διάκριση αλλά και την πρόσφατη κυκλοφορία του πρώτου της βιβλίου Τάτα; που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, μιλήσαμε μαζί της.

Φέτος μια μεγάλη διάκριση για εσένα και τρεις ακόμα Έλληνες συγγραφείς με την υποψηφιότητα για το βραβείο «Νόμπελ» της παιδικής λογοτεχνίας ALMA. Τι αλήθεια σημαίνει για σένα αυτή η διάκριση; Σε προσωπικό και επαγγελματικό πεδίο.

Σίγουρα είναι μεγάλη τιμή να είσαι ανάμεσα σε τέτοια ονόματα. Αλλά είναι κι ένα ταρακούνημα γιατί βγαίνεις από τα σύνορα της χώρας σου, της ασφάλειας και της θαλπωρής σου. Και οφείλεις να γίνεσαι καλύτερος, να εξελίσσεσαι διαρκώς και να σκέφτεσαι δυο και τρεις φορές πριν τραβήξεις μια γραμμή. Οπότε ναι, είναι χαρά αλλά είναι και τεράστια ευθύνη.

Μίλησέ μου λίγο για την Τάτα. Ποια είναι η Τάτα και πως ξεκίνησε η ιστορία της στο μυαλό σου;

Με την “Τάτα;” αναπαράγω ουσιαστικά ένα παιχνίδι που είχα ξεκινήσει κάποια Χριστούγεννα πριν πολλά πολλά χρόνια, μαζί με τα ξαδέλφια μου. Μας είχε πιάσει μια τρέλα τότε και ονειρευόμασταν πως μέναμε όλοι μαζί στην πολυκατοικία τους- σε ΟΛΗ την πολυκατοικία. Και σχεδιάζαμε τα παιχνίδια που θα στέγαζε ο κάθε όροφος. Γονείς, τροφή, νερό άφαντοι από τον σχεδιασμό. Το βασικό ήταν τα παιχνίδια που θα είχαμε. Αυτή η ανάμνηση έγινε η “Τάτα;”. Ξεκίνησα να δουλεύω την ιδέα μέσα στην πρώτη καραντίνα. Η πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώναμε όλοι εκείνες τις μέρες (και δυστυχώς εξακολουθούμε να βιώνουμε ακόμα) με έκανε να σκεφτώ τι είναι τελικά σημαντικό στη ζωή. Όλα αυτά τα αγαθά που επιθυμούμε να αποκτήσουμε διακαώς, που ποτέ δεν μας φτάνουν και που συνεχώς θέλουμε κι άλλα, κι άλλα, δεν έχουν καμιά απολύτως σημασία αν δεν έχουμε τους δικούς μας ανθρώπους να τα μοιραστούμε.  Οπότε θεωρώ πως η ψυχοσύνθεσή μου, εκείνης της περιόδου, έπαιξε ένα ρολο.

Επιπλέον, πάντα με ιντριγκάρει το πώς αντιλαμβάνεται ένα παιδί τα αντικείμενα γύρω του, πώς τα ονοματίζει, ποιους ρόλους τους δίνει, ποιους κόσμους δημιουργεί στο μυαλό του. Αυτό το βιβλίο “φωτογραφίζει” ουσιαστικά αυτή τη διαδικασία. Παρακολουθεί βήμα βήμα, πώς ένα κοριτσάκι συνθέτει σιγά σιγά το παιχνίδι του, τοποθετώντας χαρτονάκια και ζωγραφίζοντας παράλληλα, πάνω σε ένα λευκό χαρτί. Σε κάθε σαλόνι του βιβλίου προστίθεται ένα νέο αντικείμενο, ένας νέος χώρος, μια νέα επιθυμία. Ώσπου στο τέλος…ε, δεν λέω τι θα γίνει στο τέλος.

Είχα τη χαρά να σε δω σε κάποιες δημιουργικές σου στιγμές να κόβεις, να κολλάς και να σχεδιάζεις για τους μικρούς σου φίλους. Αλήθεια παρασύρεσαι, αποκόβεσαι από την πραγματικότητα σε αυτές τις στιγμές έμπνευσης;

Απόλυτα. Γιατί όσο σωστά κι αν έχεις οργανώσει ένα “μάθημα”, τα παιδιά δίνουν τον ρυθμό. Εκείνα είναι που θα δώσουν μια καινούργια φρέσκια οπτική σε αυτό που εσύ έχεις οραματιστεί. Πρέπει λοιπόν να έχεις τα αυτιά ανοιχτά, τις κεραίες τεντωμένες για να ρουφήξεις όσο περισσότερο μπορείς από τις ιδέες τους και τη φαντασία τους κι όλα αυτά να τα μαγειρέψεις και να τα μετουσιώσεις σε τέχνη. Όταν τελειώνω ένα εργαστήρι κι αδειάζει η τάξη από παιδιά, πάντα μένω εκεί για λίγο να χαζεύω τις δημιουργίες τους. Αυτό το γεμάτο συναίσθημα, το μοίρασμα, δεν συγκρίνεται με καμιά προσωπική εργασία εικονογράφησης.

Έχεις μεγάλη εμπειρία και με την εκπαιδευτική διαδικασία της μάθησης στα παιδιά. Ποιο είναι εκείνο πιστεύεις το στοιχείο που έλκει την προσοχή των παιδιών σε μία εικόνα; Αναφέρομαι στις μικρές ηλικίες 4-6 ετών.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος κανόνας. Το κάθε παιδί κουβαλάει την αισθητική του σπιτιού του. Οπότε το θέμα είναι αρκετά υποκειμενικό. Έχω δει παιδιά να μαγεύονται από βιβλία υψηλής αισθητικής όπως “Το Κοριτσάκι με τα σπίρτα” της Pacovská κι έχω δει άλλα να μαγεύονται από βιβλία με στερεοτυπικές εικονογραφήσεις. Παρόλα αυτά νομίζω το χρώμα, η καθαρότητα των εικόνων, η σύνθεση, το στοιχείο της έκπληξης, οι εναλλαγές στο καδράρισμα, τα κοντινά ή μακρινά πλάνα, οι λεπτομέρειες, παίζουν όλα ρόλο στον τρόπο που κλειδώνει ένα παιδί πάνω σε μια εικόνα.

Πώς δημιουργείται μια ιστορία στο μυαλό σου. Ξεκινάει πράγματι μια ιδέα όπως μας λένε τα βιβλία, από μια τελεία;

Όχι, σε μένα δεν λειτουργεί έτσι.Η ιδέα έρχεται εκεί που δεν το περιμένω, σε άσχετες στιγμές. Μπορεί να σκουπίζω, να οδηγώ, να απλώνω ρούχα και να μου έρθει μια ιδέα. Όλες αυτές οι τριγύρω δραστηριότητες είναι πολύ σημαντικές για μένα, γιατί αποσυμφορίζεται το μυαλό μου και είναι πιο παραγωγικό. Επίσης όπως έχω ξαναπεί οι καλύτερες ιδέες μου έρχονται λίγο πριν ξυπνήσω. Όταν κάτι με δυσκολεύει σε μια εικονογράφηση, επιλέγω συνειδητά να το σκεφτώ στον ύπνο μου, όπου η σκέψη είναι πιο δημιουργική και ατίθαση.

Υπάρχει ένα βιβλίο που κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;

Ένα βιβλίο που με γεμίζει ζεστασιά κάθε φορά που πέφτω πάνω του, είναι “Το πιο όμορφο μέρος στον κόσμο” από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε εικονογράφηση της Αγνής Κατζουράκη. Αλλά και τα “Μούμιν”, γιατί θυμάμαι που τα είχα δανειστεί τότε παλιά πολύ, απο τη σχολική βιβλιοθήκη, είχα αργήσει να τα επιστρέψω- γιατί πολύ απλά τα είχα ξεχάσει- κι όταν η βιβλιοθηκονόμος μου είπε να τα επιστρέψω την επομένη, κάτσαμε με τη μαμά μου όλη νύχτα στο κρεβάτι και τα διαβάζαμε παρέα. Ήταν τόσο ωραία περιπέτεια! Επίσης να αναφέρω ότι εξακολουθώ και διαβάζω λίγο Γουίνι πριν κοιμηθώ. Όλα τα όνειρα είναι πιο γλυκά- σαν μέλι- όταν διαβάζεις Γουίνι πριν κοιμηθείς.

Μου έχει συμβεί πολλές φορές να διαβάσω ένα κείμενο στεγνό και αδιάφορο αλλά να το αγαπήσω για την εικονογράφησή του. Περισσότερο βέβαια σπάνια από ότι συμβαίνει το αντίθετο. Έχεις απορρίψει την ανάθεση της εικονογράφησης ενός βιβλίου γιατί πολύ απλά δεν σε μάγεψε;

Πολλές φορές. Μετά από αρκετά βιβλία, γνωρίζω πλέον καλά ότι αν ένα κείμενο δεν με “πηγαίνει” πουθενά, δεν θα το “πάω” κι εγώ κάπου. Προτιμάω κείμενα που θα με δυσκολέψουν, που θα με κάνουν να δοκιμάσω κάτι καινούργιο, να πειραματιστώ και γιατί όχι να παίξω.

Πώς κρίνεις το επίπεδο της εικονογράφησης παιδικών βιβλίων στην Ελλάδα;

Νομίζω ότι έχουμε ιδιαίτερα ταλαντούχους εικονογράφους στην Ελλάδα. Υπάρχει ποικιλία στο βλέμμα, στο ύφος και στην τεχνική. Τα τελευταία χρόνια που έτυχε να είμαι μέλος της επιτροπής για τα Κρατικά Βραβεία και για τα βραβεία IBBY, ανακάλυψα και άλλους νέους αξιόλογους εικονογράφους με πολλές προοπτικές.