«Είμαστε οι πίνακες του Χόπερ», έγραφε ο Τζόναθαν Τζόουνς στον Γκάρντιαν, επισημαίνοντας αυτό στο οποίο αναφέρονται όλοι από την αρχή της πανδημίας του κορονοϊού. Τη νέα και πολύ τρομακτική σημασία του έργου του. Οι μοναχικές μορφές που απεικόνισε μέσα σε αστικά τοπία, γυναίκες καθισμένες να βλέπουν τον ορίζοντα, άλλες να σκύβουν στο περβάζι του παραθύρου, ενσάρκωσαν τη μοναξιά και την αποξένωση της σύγχρονης ζωής. Το ότι αυτό δεν αποτελούσε αλήθεια, ότι δε θα μπορούσε ποτέ να είναι κάτι το ρεαλιστικό,  έδωσε στο έργο του την ποιητική διάσταση που προκύπτει από κάθε εικόνα του.

Κανένας δε θα μπορούσε να το σκεφτεί μέχρι πριν λίγες εβδομάδες, λίγες ημέρες, κανένας δεν μπορεί να το συλλάβει ακόμα και σήμερα. Ότι η μοναξιά είναι επιβεβλημένη, ότι στον δρόμο συναντάς ανθρώπους μόνους, μοναχικούς, με το κατοικίδιό τους, ανθρώπους ανήσυχους και απορημένους.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουν τα μάτια αλλά αυτό που δεν ακούνε πια τα αυτιά. Τον θόρυβο της πόλης, τους ήχους των αυτοκινήτων, τις κόρνες , τη δυνατή μουσική, μια παρέα που γελάει περνώντας κάτω από το παράθυρό σου.

Τι συμβαίνει όταν η αλληγορία γίνεται παρόν, πραγματικότητα; Σε κάποιους επόμενους θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την καραντίνα δείχνοντας έναν πίνακα του Χόπερ; Μάλλον απίθανο. Γιατί είμαστε μέσα στο κάδρο του Χόπερ, αναγκασμένοι να είμαστε πρωταγωνιστές της σκηνής μια ερημικής πόλης, μιας άδειας παραλίας, είμαστε οι πρωταγωνιστές της ερημιάς για να σωθεί η ζωή μας.

Οι όροι έχουν αντιστραφεί. Ο άνθρωπος, οι άνθρωποι, εμείς, είμαστε καταδικασμένοι χωρίς τη φυσική, την ανθρώπινη επαφή. Αυτό λέει ο Χόπερ σε μια σειρά μελαγχολικών και αποξενωμένων ανθρώπων που κοιτάζουν με ελπίδα έναν ορίζοντα, όταν δεν είναι χαμένοι στις σκέψεις τους. Είμαστε καταδικασμένοι από την ανθρώπινη επαφή, λέει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Οι άνθρωποι του Χόπερ είναι βυθισμένοι σε μια αιώνια βασανιστική μοναξιά, ωστόσο, σήμερα, όλοι βλέπουν την πρωτόγνωρη αυτή απομόνωση σαν εφιάλτη.

Είμαστε πάντα μόνοι, αν αυτό σημαίνει κάτι. Είμαστε βαθιά μέσα στον εαυτό μας, στο κινητό μας, στο μικρόκοσμο, αναρωτιόμαστε αν μπορούμε να είμαστε μια κοινότητα και έχουμε βεβαιωθεί ότι αυτά που μας χωρίζουν είναι πολλές φορές περισσότερα από αυτά που μας ενώνουν, αλλά ζούμε επειδή  αγαπάμε ανυπόκριτα το γένος μας, το γένος των ανθρώπων ακόμα και την πιο εξωφρενική παραδοξότητά του.

Ο Χόπερ έδειξε τον τρόπο που έβλεπε τη ζωή. Αλήθεια εμείς θέλουμε να είμαστε οι ήρωες του Χόπερ ή όλοι ελπίζουμε να βγούμε από το κάδρο και από το τρομακτικό όραμά του; Ακόμα και τις φορές, που ανάμεσα στο πλήθος νιώθουμε τρομερά μόνοι. Κοιτάζοντας, σαν ήρωες του Χόπερ σε ένα φως που δε σβήνει ποτέ.