Η «Ιστορία Γάμου» ξεκινά με τη Νικόλ να μας αφηγείται τι αγαπά στον Τσάρλι και τον Τσάρλι να μας αφηγείται τι αγαπά στη Νικόλ. Ενώ ακούμε τις φωνές τους, βλέπουμε σκηνές από τη σχέση τους, από τον γάμο τους, από την οικογένειά τους, από το πώς είναι μαζί με τον οκτάχρονο γιο τους. Όταν οι αφηγήσεις τους σταματούν, βλέπουμε ότι είναι καθισμένοι σε διπλανές πολυθρόνες απέναντι από έναν mediator, από έναν σύμβουλο γάμου – διαμεσολαβητή που ο ρόλος του είναι αν όχι να τους κάνει να τα ξαναβρούν, πάντως να τους οδηγήσει στον αποφασισμένο καθώς φαίνεται χωρισμό τους με ήπιο τρόπο, αποφεύγοντας κατά το δυνατόν την έξτρα συναισθηματική φθορά και το έξτρα οικονομικό κόστος της αντιδικίας μέσω δικηγόρων. Εκείνος τους ζήτησε να γράψουν τι αγαπά ο ένας στον άλλο και τώρα είναι με τα χαρτιά τους στο χέρι ο καθένας. Η Νικόλ όμως δεν θέλει να διαβάσει το δικό της. Ο Τσάρλι θέλει να διαβάσει το δικό του, αλλά ούτως ή άλλως ο Τσάρλι δεν θέλει και να χωρίσουν. Η απόφαση του χωρισμού είναι της Νικόλ κι ο Τσάρλι ελπίζει ότι θα είναι προσωρινός.

O Tσάρλι και η Νικόλ δεν ήταν ως τώρα ζευγάρι μόνο στη ζωή, ήταν και επαγγελματικά διαρκώς μαζί. Η Νικόλ, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λος Άντζελες, σε οικογένεια ηθοποιών, είναι κι αυτή ηθοποιός, που σε μικρή ηλικία έκανε αίσθηση σε μια νεανική ταινία, όχι ακριβώς υψηλών καλλιτεχνικών απαιτήσεων, αλλά σίγουρα πολύ εμπορική. Έδειχνε σε μια σκηνή και τα στήθη της. Αν δεν είχε γνωρίσει τον Τσάρλι μάλλον θα είχε γίνει σταρ. Ο Τσάρλι είναι σκηνοθέτης του θεάτρου. Έχει τον προσωπικό του θίασο με τον οποίο ανεβάζουν αβάντ γκαρντ παραστάσεις. Ο Τσάρλι γοητεύτηκε αστραπιαία απ΄τη Νικόλ, η Νικόλ γοητεύτηκε αστραπιαία από τον Τσάρλι, κι από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν κατάλαβαν ότι θα είναι μαζί. Η Νικόλ παρατάει την κινηματογραφική καριέρα της πριν καλά καλά αρχίσει και γίνεται μέλος του θιάσου και η μόνιμη πρωταγωνίστρια των παραστάσεών του. Ο θίασος αρχίζει να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, αποδοχή και απήχηση, το ζευγάρι φιγουράρει σε πορτρέτα περιοδικών και εφημερίδων κύρους και διανόησης, ο θίασος επιτέλους καλείται να ανεβάσει παράσταση στο Μπρόντγουεϊ. Αλλά χωρίς τη Νικόλ, που αφήνει τον Τσάρλι και τον θίασο και επιστρέφει στο Λος Άντζελες, όπου θα πρωταγωνιστήσει σε μια νέα τηλεοπτική σειρά. Φυσικά παίρνει μαζί και τον γιο της. Τον γιο τους. Και εννοείται ότι κάπου στην πορεία θα μπουν στη μέση και οι δικηγόροι. Και ο χωρισμός θα αρχίσει να γίνεται ακόμη πιο άσχημος.

Ένα από τα πιο αξιέπαινα στοιχεία της «Ιστορίας Γάμου» είναι ότι ο Νόα Μπάουμπακ δίνει άφθονο χώρο στον κάθε θεατή να αποφασίσει και αν πήγε όντως κάτι λάθος στη σχέση του Τσάρλι και της Νικόλ και αν ναι, τι ήταν αυτό που πήγε λάθος, ποιος ευθύνεται περισσότερο και ποιος λιγότερο, πόσο είναι θέμα «ευθύνης» του ενός ή του άλλου ή και κάτι ίσως πιο αντικειμενικό και πέραν από αυτήν. Ο Μπάουμπακ δεν προσπαθεί να δικαιώσει τον Τσάρλι εις βάρος της Νικόλ ή τη Νικόλ εις βάρος του Τσάρλι, δεν προσπαθεί καν να δικαιώσει και τους δυο τους ως ζευγάρι απέναντι σε κάποια αδήριτη φθορά των χρόνων και των συνθηκών. Μοιάζει να προσπαθεί να κάνει κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο: να καταλάβει και ο ίδιος. Δίνει στους δύο ήρωές του χώρο και χρόνο να αρθρώσουν την αλήθειά τους, να φωτίσουν την οπτική τους γωνία, να εξηγήσουν τι δεν αγάπησαν, τι έπαψαν να αγαπούν ο ένας στον άλλο. Το κατά πόσο ο Μπάουμπακ μέσα από αυτή την αναζήτηση, μιλά για τα τι και τα πώς του δικού του διαζυγίου με την Τζένιφερ Τζέισον Λι, το σε ποιον βαθμό στο σενάριό του έχει εντάξει βιωματικά τραύματα, δεν μας αφορά, με την έννοια ότι είτε ένας καλλιτέχνης αναρωτιέται πάνω σε όσα τον πόνεσαν τον ίδιο στα αλήθεια είτε όχι, το ζητούμενο είναι αν μεταδίδει με το έργο του κάτι που ταράζει εμάς στα αλήθεια. Και η «Ιστορία Γάμου» προφανώς και το πετυχαίνει αυτό, πάλι ανεξαρτήτως των βιωμάτων του καθενός μας (όχι επειδή αν έχεις αντίστοιχα βιώματα δεν κουμπώνεις πολύ περισσότερο, αλλά επειδή δεν είναι απαραίτητο να έχεις για να συντονιστείς με την ταινία).

Αν λοιπόν ο Μπάουμπακ μας αφήνει άφθονο χώρο για να πάρουμε θέση για το τι πήγε λάθος στο μεταξύ τους, μας αφήνει πολύ λιγότερο για να πάρουμε θέση στο τι πήγε σωστά: και ο Τσάρλι άνθισε δημιουργικά με τη Νικόλ στο πλευρό του και η Νικόλ άνθισε δημιουργικά με τον Τσάρλι στο δικό της. Όταν οι δικηγόροι τσακώνονται για τα περιουσιακά, οι ισχυρισμοί τους για το πόσο καταλυτική ήταν η παρουσία του ενός στην επιτυχία και την ανέλιξη του άλλου μπορεί να φαίνονται αντικρουόμενοι, αλλά βασικά είναι αλληλοσυμπληρωματικοί. Γεγονός που με τη σειρά του βοηθάει να εντοπίσουμε εν τέλει και το τι πήγε λάθος: ο Τσάρλι είχε ένα θίασο και ένα όραμα. Η Νικόλ τον βοήθησε να το μεγαλώσει. Ο Τσάρλι συνέχισε να υπηρετεί με όλη την ψυχή και την καρδιά του το όραμά του. Η Νικόλ εντάχθηκε σε αυτό το όραμα, πάρα πολύ της άρεσε που το υπηρετούσε και το συνδιαμόρφωνε, μέχρι που στο πέρασμα των χρόνων συνειδητοποίησε ότι ο Τσάρλι την αγαπούσε ως μέρος του οράματος, ότι η αγάπη του για αυτή ήταν επέκταση μιας αγάπης που είχε για αυτό που έκανε ως δημιουργός, για αυτό που, σύμφωνοι, και μαζί της ένιωθε ότι το έκανε, μόνο που εν τέλει αυτό το «μαζί» το είχε πλάσει εντελώς στα μέτρα του, το είχε πλάσει ώστε να αγαπά σε αυτό την επέκταση της αγάπης για τον εαυτό του.

Και αν έχει κάτι σημασία να πούμε, είναι ότι αυτά ποτέ μα ποτέ δεν γίνονται συνειδητά. Αλλά ίσως -ίσως- και ποτέ μα ποτέ δεν μας είναι και εντελώς άγνωστα. Ίσως κατοικούν σε γωνιές του μυαλού μας που προτιμάμε να μην πολυσκαλίζουμε. Και αν δεν τη σκαλίσει και κάποιος άλλος, μπορεί να μείνουν ως το τέλος σκεπασμένες και προστατευμένες. Και να μείνουμε έτσι ασφαλείς στην αυτοεικόνα μας, στην εικόνα ότι εμείς τα κάναμε όλα στο μέτρο των δυνατοτήτων μας και τηρουμένων των αναλογιών σωστά. Ο καθένας μας έχει μια βασική αφήγηση για τον εαυτό του και την πορεία του στη ζωή. Δεν θα μπορούσε να γίνεται αλλιώς. Κάθε φορά που εγκαθιδρύεται ένα «μαζί», ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα είναι το εξής: με ποιον τρόπο και ποιους όρους εντάσσει ο κάθε ένας από τους δύο τον άλλο στη δική του βασική αφήγηση; Από τι συστατικά είναι φτιαγμένο το «μαζί» που φτιάχνουμε στο μυαλό και την καρδιά μας; Έχουμε πλάσει έναν λίγο πολύ συγκεκριμένο οδικό χάρτη που επιφυλάσσει έναν προκαθορισμένο ρόλο για τον άλλο; Η αφήγηση και η πορεία είναι ήδη σχηματισμένα και ο όποιος άλλος μπορεί να επιβιβαστεί μόνο εφόσον πληροί τις προδιαγραφές ως μέρος του παζλ;

Η Νικόλ αποφασίζει να αποβιβαστεί. Από τον θίασο του Τσάρλι, από τη ζωή του Τσάρλι, από την οικογένεια του Τσάρλι, από την πόλη του Τσάρλι. Ο Τσάρλι νιώθει προδομένος. Αν μη τι άλλο το παιδί του πρέπει να μάθει ότι δεν παραιτήθηκε, ότι τον διεκδίκησε, ότι πλήρωσε πολλά για να τον διεκδικήσει. Στο παιδί του, μια μέρα που θα μεγαλώσει και θα καταλάβει, θα δείχνει δικόγραφα. Να πόσο σε ήθελα. Να τι έκανα για σένα. Γενικός αριθμός κατάθεσης τάδε, ειδικός αριθμός κατάθεσης δείνα. Η δικηγόρος της Νικόλ παραδίδει ένα λογύδριο. Δεν είναι λογύδριο στο δικαστήριο για να ψήσει τον δικαστή, δεν είναι λογύδριο στους αντιδίκους για να μασήσουν. Είναι λογύδριο στην πελάτισσά της. Της μιλάει ως γυναίκα σε γυναίκα. Της αναλύει έμπλεη αγανάκτησης το πόσο πρέπει να δείχνει καλή μητέρα, πόσο άσχημα θα δείχνει αν παραδεχτεί ότι πίνει κανένα ποτηράκι παραπάνω, πόσο διαφορετικά είναι τα μέτρα και τα σταθμά για τους πατεράδες. Μιλάει σε μια μάνα που έχει πάρει το παιδί της από το μόνο μέρος που ζούσε ως τώρα και έχει πάει μαζί της και μακριά από τον πατέρα του στην άλλη άκρη της χώρας. Γιατί μπορεί. Γιατί είναι μάνα. Γιατί είναι γυναίκα. Γιατί τα παιδιά είναι των μανάδων τους. Γιατί οι μπαμπάδες είναι δωρητές σπέρματος. Πουτάνα πατριαρχία, όλα στα μέτρα σου κομμένα και ραμμένα τα έχεις.

Πριν λίγα χρόνια, κλείνοντας το κείμενο για το «Όσο είμαστε νέοι», γράφαμε: «Ο Nόα Μπάουμπακ  του “Frances Ha”, του “Greenberg“, του “Margot at the wedding”, του “The Squid and the Whale” έχει φτιάξει τον δικό του ξεχωριστό κινηματογραφικό κόσμο, παραδίδοντας μικρές αλλά ουσιαστικές ταινίες. Είναι λογικό να αναμένεις κανείς πως κάπου σύντομα θα φτιάξει και τη μεγάλη του ταινία, παραμένοντας στις ίδιες κινηματογραφικές διαστάσεις, πετυχαίνοντας όμως μέσα τους το τέλειο πάντρεμα όλων των υλικών». Ο καιρός λοιπόν έφτασε και η μεγάλη του ταινία είναι εδώ. Μια ταινία στην οποία θα επανερχόμαστε για χρόνια, μια ταινία που θα μείνει στο είδος της κλασική, το «Κράμερ Εναντίον Κράμερ» της εποχής μας, μια ταινία που παρόλο της το ξυράφι, δεν είναι χωρίς φως. Κάθε άλλο.