Τρεις αυτόνομες ιστορίες διαπροσωπικών σχέσεων, στις οποίες θα ψάξεις να βρεις τον συνεκτικό νοηματικό ιστό και είτε τον βρεις είτε όχι, σχετική τελικά σημασία έχει, αφού μεγαλύτερη σημασία έχει πόσο κατάφερε να σου μιλήσει η κάθε μία από τις τρεις και ποιο είναι το συνολικό αποτύπωμα της ταινίας, είτε τριγυρνά γύρω από μια κεντρική ιδέα, είτε τριγυρνά γύρω από περισσότερες της μιας αποκεντρωμένες ιδέες.

Η πρώτη τιτλοφορείται: «Μαγεία (ή κάτι λιγότερο πειστικό)». Αν κρίνω απ’ την αγγλική μετάφραση, θα προτιμούσα το: «Μαγεία (ή κάτι λιγότερο καθησυχαστικό)». Η δεύτερη: «Ορθάνοιχτη πόρτα» Κι η τρίτη: «Άλλη μια φορά». Ας δούμε την καθεμία ξεχωριστά και μετά βλέπουμε.

Μαγεία λοιπόν. Η μαγεία της πρώτης συνάντησης. Κάτι υπάρχει εδώ. Ένα αμοιβαίο ξελόγιασμα. Μια αμοιβαία ζαλάδα. Οι ώρες που περνούν χωρίς να το καταλάβει κανείς απ’ τους δυο, όσο μιλάνε, τρώνε, πίνουν, κοιτάζει ο ένας τον άλλο, ακούει ο ένας τον άλλο, νιώθει πως συνδέεται ο ένας με τον άλλον. Μαγεία λέμε. Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι μυστικό, κάτι πλούσιο και παράξενο σαν τοπίο του βυθού, ανθισμένες κερασιές κι απόγευμα ζεστό και πολύχρωμο χορτάρι, ναι, για ν’ αποκοιμηθώ. Η μαγεία του ξεκινήματος, για την ακρίβεια η μαγεία της πιθανότητας ενός ξεκινήματος, η μαγεία της πιθανότητας μιας νέας σχέσης.

Ή κάτι λιγότερο πειστικό, κάτι λιγότερο καθησυχαστικό: μια σχέση παλιά, μια σχέση που βιώθηκε, μια σχέση που ζήστηκε, μια σχέση που δοκιμάστηκε στον χρόνο, μια σχέση που δεν άντεξε στον χρόνο, μια σχέση που κλονίστηκε και ράγισε και έσπασε. Γιατί; Πάντα υπάρχουν αιτίες, πάντα υπάρχουν εξηγήσεις, πάντα υπάρχει κάτι. Ό,τι κι αν είναι το ειδικότερο κάτι, γιατί τελικά έτσι. Έτσι νομοτελειακό; Όχι. Ίσως -ίσως- να είναι νομοτελειακή η σταδιακή απομάγευση. Ο κλονισμός, το ράγισμα και η θραύση όχι. Αυτά μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποφευχθούν.

Αν όμως δεν αποφευχθούν, αν κάτι τελειώσει, αν τελειώσει κάτι που σε πονάει ακόμα που τελείωσε, αν μετά από καιρό είσαι πια έτοιμος να βρεθείς αλλού, στην επικράτεια μιας νέας μαγείας, και βρεθείς ταυτόχρονα κι απροσδόκητα στη δυνατότητα επιστροφής στην παλιά, τότε τι κάνεις; Ξέρεις; Αν επιλέξεις τη νέα, τότε τι ακριβώς συνέβαινε με όλα αυτά που πενθούσες; Τι σημαίνει αναδρομικά για όλο το μαράζι που πέρασες; Αν επιλέξεις την επιστροφή στην παλιά, τότε τι ακριβώς συμβαίνει με όλα αυτά που δεν κατάλαβες την πρώτη φορά; Είσαι αθεράπευτα χαζός ή αθεράπευτα ρομαντικός;

Ορθάνοιχτη πόρτα. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο την έχει πάντα έτσι, γιατί οι καιροί είναι πονηροί και δεν θέλει να δώσει δικαιώματα σε κανένα να νομίσει πως γίνεται οτιδήποτε περίεργο πίσω από την κλειστή του πόρτα. Γεγονός που ακόμη κι αν είναι σωστό ως σκέψη επί της αρχής, μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς αμήχανα αποτελέσματα, αν είμαστε στην Ιαπωνία, όπου η παράδοση του να ζητάς συγχώρεση ή χάρη από κάποιον ιεραρχικά ανώτερο, μπορεί να εκδηλωθεί με την dogeza, με το να πέφτεις δηλαδή γονυκλινής και το κεφάλι σου στο έδαφος ουρλιάζοντας παρακλητικά. Τέτοιοι αυτοεξευτελισμοί είναι προτιμότερο να μην γίνονται σε κοινή θέα, αν και όταν μια κουλτούρα όπως η ιαπωνική περιέχει μέσα της τέτοιες παραδόσεις, μάλλον ο αυτοεξευτελισμός σχετικοποιείται πολύ.

Εν πάση περιπτώσει ο καθηγητής αυτός απέναντι στον οποίο γονάτισαν, τυχαίνει να είναι και λογοτέχνης. Και γράφει ένα μυθιστόρημα που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, σε κοινό και κριτικούς. Και στο ίδιο γραφείο με την ίδια ορθάνοιχτη πόρτα που είχε γονατίσει ο φοιτητής του, τώρα έρχεται μια φοιτήτριά του ζητώντας να της βάλει αυτόγραφο στην αγαπημένη της σελίδα απ’ το βιβλίο. Και μετά του ζητά να του διαβάσει φωναχτά το αγαπημένο της απόσπασμα. Και το απόσπασμα που του διαβάζει φωναχτά με ορθάνοιχτη πόρτα είναι μια άκρως γλαφυρή περιγραφή σεξουαλικής τελετουργίας.

Και προσπαθεί να τον ανάψει και τον ρωτάει για το απόσπασμα κι αν τα έχει ζήσει όλα αυτά κι εκείνος ντρέπεται και να την κοιτάξει, εκείνος πάσχοντας ίσως από κάτι αδυνατεί να την κοιτάξει, κοιτάει φοβισμένα κάπου διαγώνια στο κενό και της μιλάει για λέξεις, της μιλάει για τις τεχνικές του μυθιστορήματος, της εξηγεί ότι στην πραγματικότητα δεν είναι άνθρωπος, αλλά ένα διάμεσο, ένα μέντιουμ που ακούει από κάπου λέξεις και προσπαθεί να τις βάλει σε μια σωστή σειρά, με μια σωστή ηχητική, ώστε να βγάζουν ένα σωστό νόημα.

Άλλη μια φορά. Στην πρώτη ιστορία μια σχέση που πραγματοποιήθηκε και τελείωσε κι ίσως ξαναρχίσει ίσως όχι. Εδώ μια σχέση που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ένας σχολικός έρωτας που δεν εξελίχθηκε ποτέ σε σχέση. Κι έμεινε απωθημένο μιας ζωής. Απωθημένο πανίσχυρο, σκέψη και συναίσθημα επενδυμένα πάνω σε κάτι που θα μπορούσε να είναι ιδανικό. Πάνω σε κάτι που έμεινε ιδανικό ακριβώς επειδή δεν δοκιμάστηκε ποτέ.

Μήπως δεν τα ξέρεις κι εσύ η ίδια όλα αυτά; Μπορεί και να τα ξέρεις. Έχεις όμως τουλάχιστον μια ακλόνητη σιγουριά: πως ό,τι θυμάσαι, το θυμάσαι καλά, πως ό,τι έχει χαραχθεί μέσα σου ως μνήμη, έχει χαραχθεί ανεξίτηλα. Θα αναγνώριζες τον έρωτά σου ανάμεσα σε εκατομμύρια. Τον αναγνωρίζεις. Έχει παντρευτεί με άντρα, έχει παιδιά, έχει πάει αλλού. Σε καλεί σπίτι του. Την ρωτάς αν είναι ευτυχισμένη με την οικογενειακή ζωή. Σου απαντά ότι αν το δει κανείς αντικειμενικά, πρέπει να είναι, ναι. Άρα καταλαβαίνεις ότι υποκειμενικά δεν είναι. Άρα καταλαβαίνεις ότι με έναν τρόπο κι αυτή δεν σε ξεπέρασε ποτέ. Αλλά να. Επειδή αυτή η κουβέντα πήρε περίεργη τροπή, θέλει να σου ξεκαθαρίσει κάτι. Στο ξεκαθαρίζει. Και τίποτα δεν είναι πια ξεκάθαρο μέσα σου. Μετατρέπεσαι κι εσύ κι εκείνη σε ηθοποιούς. Είστε ηθοποιοί. Η ταυτότητά μας είναι σαν τις σιγουριές μας εκκρεμής. Το μόνο που δεν είναι εκκρεμές αλλά παραμένει εδραίο είναι η ανάγκη κάθε ανθρώπου να αγαπά και να αγαπιέται. 

Ο Ριοσούκε Χαμαγκούτσι γεμίζει και τις τρεις ιστορίες του με διάλογο, διάλογο, διάλογο. Άνθρωποι που μιλάνε διαρκώς μεταξύ τους, χωρίς χρόνο να πάρουν μια ανάσα οι ίδιοι, η ταινία, οι θεατές. Αλλά όσο και να βοηθούσαν οι ανάσες, η έλλειψή τους δεν αρκεί για να κάνει την ταινία κουραστική ή βαρετή. Τα θέματα που πραγματεύεται είναι γόνιμα και σε βάζουν να σκεφτείς, ενώ οι χαρακτήρες που εκείνη την ώρα τα βιώνουν σε καλούν να εμπλακείς με την εμπλοκή τους και πράγματι σε μεγάλο βαθμό εμπλέκεσαι.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες της ταινίας του μετεωρίζονται, αμφιταλαντεύονται, πειραματίζονται με τα συναισθήματά τους, βλέπουν τα συναισθήματά τους να τους εκπλήσσουν, αφήνουν χώρο στην έκπληξη να μπει και να τους πάει λίγο πιο κάτω, λίγο πιο πέρα, σε μια διασκευή της εικόνας που είχαν ως τότε για το παρελθόν τους και τον εαυτό τους.