Περπατώ στην πολύβουη Αθήνα. Οι μεγάλες δέσμες φωτός από τα αυτοκίνητα, οι ενοχλητικές κόρνες των οδηγών, έκφραση της έντασης και  της ανυπομονησίας τους να βρεθούν γρήγορα στη θαλπωρή του σπιτιού τους με αποσυνδέουν από την ομορφιά της νύχτας. Αν και Νοέμβριος, οι βραδιές εξακολουθούν να έχουν τη γλύκα του καλοκαιριού λες και ο χρόνος δεν λέει να προχωρήσει και αγκυλώθηκε σε εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ της πρώτης μας συνάντησης. Μένει στο επιβλητικότερο και ομορφότερο αναμφισβήτητα ξενοδοχείο στην Αθήνα, τη Μεγάλη Βρεταννία και αν πολύ κουρασμένη, η ομορφιά αυτής εδώ της γωνίας στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης με γοητεύει. Η συνάντησή μας έχει από καιρό ορισθεί. Για το μέρος συνάντησης δεν χωρούσε αμφιβολία. «Το Winter Garden είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό της πόλης σου και θέλω να το δεις για να καταλάβεις. Θα σε περιμένω την Τετάρτη», μου είχε πει στο μήνυμα στον τηλεφωνητή.

Περιστοιχισμένη από τα ομορφότερα μουσεία της πόλης, το μάτι μου καθηλώνεται στο επιβλητικό κτίριο στη γωνία που φιγουράρει πολλά χρόνια τώρα και είχα καιρό να επισκεφθώ.

Από την πρώτη  κιόλας στιγμή που μπήκα στην περιστρεφόμενη είσοδο και βρέθηκα στο ιστορικό λόμπι του ξενοδοχείου ένιωσα μια απρόσμενη μαγεία να με αγκαλιάζει. Είχα ξαφνικά βρεθεί σε ένα μέρος επιβλητικής αρχιτεκτονικής και μεγάλης ιστορίας. Σαν να βλέπω όλους τους διάσημους φιλοξενούμενους που έχουν κάνει check in σε αυτό τον ίδιο χώρο: Ουίνστον Τσώρτσιλ, Σοφία Λόρεν, Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Ζαν Μορό, Νουρέγιεφ, Στινγκ, Ουμπέρτο ‘Εκο, Μαρία Κάλλας, ο Λόρενς Ολίβιε, η Μαργκότ Φοντέιν.

Η ζεστή ατμόσφαιρα στο Winter Garden μερικά μόλις βήματα πιο πέρα αμέσως με τυλίγει. Ένα μέρος σπάνιας ομορφιάς, με κομψή ατμόσφαιρα που αν και οι μεγάλες διαστάσεις του ίσως σε άλλο χώρο να με μούδιαζαν, εδώ η μόνη λέξη που μπορώ να σκεφτώ για να το περιγράψω είναι σαγηνευτικό.

Με περίμενε δίπλα ακριβώς στο τρίο μουσικής που έχει στηθεί στον χώρo. Πιάνο, Κοντραμπάσο και Σαξόφωνο σε απόλυτη αρμονία, διάλεγαν τον ρυθμό, αυτοσχεδιάζοντας, συνομιλώντας με αυτοπεποίθηση. Jazz μουσική. Τώρα όλα ξεδιαλύνονται μέσα μου. «Μόλις πληροφορήθηκα ότι κάθε Τετάρτη το Winter Garden City Lounge φοράει Jazz ενδυμασία, είχα πεισθεί ότι εδώ έπρεπε να συναντηθούμε», μου λέει και αγκαλιαζόμαστε.

Μιλούσαμε όλο το βράδυ καθισμένοι αναπαυτικά στις βελούδινες πράσινες πολυθρόνες, απολαμβάνοντας το gin μας στα ψηλά εντυπωσιακά ποτήρια με το στυμμένο λεμόνι δίπλα, πάντα σε ετοιμότητα για προσθήκη.

Οι περίτεχνες κολώνες και τα εντυπωσιακά χρωματιστά βιτρό αποπνέουν γαλήνη στον χώρο και οι νότες της μουσικής μάς ταξίδεψαν πίσω στα δικά μας χρόνια, όταν η ζωή μας ήταν ένας αυτοσχεδιασμός.

Θυμηθήκαμε τις βραδιές στο Le Caveau de la Huchette αλλά και μερικά χρόνια πριν στο Chez Bricktop, όταν φοιτητές ακόμα στο Παρίσι, κυνηγούσαμε τα βήματα της κοκκινομάλλας Ada Bricktop, τις απογευματινές μας βόλτες στη Μονμάρτη αλλά και μετέπειτα στην Αμερική ακολουθώντας τα πρώτα βήματα της free jazz που αναζητούσαμε τα πιο ατμοσφαιρικά στέκια για να δημιουργήσουμε την παλέτα της τότε ζωής μας.

Μου έδωσε ένα τετράγωνο κουτί και μόλις το άνοιξα, τον είδα, ταλαιπωρημένο αλλά υπερήφανο για την ιστορία που έχει ζήσει. Ο χιλιοπαιγμένος μας δίσκος, εκείνος που επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά χωρίς κανείς μας να βρίσκει τη δύναμη να σηκώσει το βραχίονα του πικαπ με τη βελόνα, βρισκόταν στα χέρια μου. Το Blue Train του John Coltraine, είχε «γυρίσει σπίτι του».

Αντίο, ψέλλισα λίγο πριν αποχαιρετιστούμε. «Θα είναι προδοσία για εσένα αν επιστρέψω ξανά την επόμενη Τετάρτη;» σκέφτηκα μέσα μου αλλά δεν ρώτησα.

Ο Louis Armstrong, μη θέλοντας να κουράσει, είπε με απλά λόγια την αλήθεια για τη μουσική που έπαιζε. «Φίλε μου, αν ρωτήσεις τι είναι, δεν θα μάθεις ποτέ».

Είχε δίκιο. Η τζαζ δεν χωράει σε λέξεις, δεν χωράει σε αναλύσεις, δεν χωράει πουθενά. Αν κάποιος ακούει τζαζ, ακούει τζαζ.

Δεν ρωτάει. Απλά ακούει.

Info:

Jazzy Wednesdays at the Winter Garden | Winter Garden City Lounge | Hotel Grande Bretagne, Athens | Κάθε Τετάρτη από τις 20.00 έως τις 23.00