Κείμενο: Κατερίνα Κανέλλη

Σε μια κλασική γειτονιά της Αθήνας, που πριν από χρόνια συγκέντρωνε την ελίτ του πλούτου αλλά κι ένα μέρος της ελίτ του πνεύματος αναζήτησα την οικία της κυρίας Αθηνάς Κακούρη. Δίπλα στην πλατεία Δεξαμενής, που στα τέλη του 19ου αιώνα σύχναζε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, – χαρακτηριστική η φωτογραφία του τραβηγμένη από τον Παύλο Νιρβάνα στο καφενείο της πλατείας με σταυρωμένα χέρια και βλέμμα απόν- βρίσκεται το διαμέρισμα της συγγραφέως που πιστεύει ακράδαντα ότι η μεγάλη ηλικία την βοηθά να μας ξεναγεί στο παρελθόν του τόπου μας.

Με υποδέχτηκε στο γραφείο της, και η πρώτη μου ερώτηση απαντήθηκε αυτόματα αντικρίζοντας τον υπολογιστή της, καθώς η μετάβαση από τη γραφομηχανή στον ηλεκτρονικό απόγονο της επετεύχθη με ευκολία όπως μας είπε. Καθίσαμε αντικριστά, στο τραπεζάκι ανάμεσα μας -θα έλεγα ότι τοποθέτησα το κασετοφωνάκι- αλλά κι αυτό έχει αντικατασταθεί στους γρήγορους καιρούς μας. Στην απομαγνητοφώνηση της συζήτησης μας, ξανάκουσα το γάργαρο γέλιο της και τον υπόκωφο ήχο από το πορτοκαλί κομπολόι της.

Αναπόφευκτα, η συζήτηση κατευθύνθηκε προς το γλωσσικό ζήτημα, καθώς στα βιβλία της τηρούνται οι ορθογραφικές επιλογές της και το πολυτονικό σύστημα : « Απ’όταν άρχισα εγώ να γράφω, αυτοί οι άνθρωποι που διοικούν έχουν αλλάξει τα πράγματα τουλάχιστον τέσσερις φορές, δεν μπορεί ένα πράγμα που αλλάζει τόσο ραγδαία να έχει κάποια σοβαρότητα, κάπου γίνονται ατσαλιές, προχειρότητες». Σύμφωνη με τον Ελύτη και τον Σαββόπουλο, προασπίζεται μια γλώσσα « μη κουτσουρεμένη » που να σέβεται τον εαυτό της, που να ακούγεται ο κυματισμός της. « Η τσαπατσουλιά προς την γλώσσα μ’ εξαγριώνει, η τροπολογία νόμου για το πολυτονικό έγινε μεσ’τη μέση της νύκτας », μας δηλώνει -για το επίμαχο αυτό θέμα, ακούστε επίσης την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση του μεταφραστή Γιάννη Χάρη με την γλωσσολόγο κ. Κακριδή- Φερράρι.
Αγανακτεί εύλογα με τη χρήση ξένων λέξεων στην ελληνική γλώσσα, όχι γιατί παλαιότερα δεν υπήρχαν γλωσσικά δάνεια, αλλά γιατί πλέον γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες όπως το editorial και θέτει το ερώτημα της ενσωμάτωσης και επεξεργασίας αυτών των δανείων στη γλώσσα μας : « Γράφαμε σοφέρ, σιγά σιγά έγινε ο σοφέρης, η σοφεράντζα, η γλώσσα μπόρεσε να το κατακτήσει, εκεί που το πράγμα ζαβώνει είναι όταν δεν το παραδίδεις στην ελληνική γλώσσα, ούτε κλίνεται, ούτε πληθυντικό έχει, δεν το δίνεις στην γλώσσα να το ενσωματώσει ».

Μιλήσαμε και για την ψυχαγωγία που προσφέρουν τα βιβλία της, γραμμένα για να ελαφρώνει η ψυχή, η καρδιά του αναγνώστη: « Κυκλοφορεί μια εξαιρετικά βαριά λογοτεχνία, το τέλος είναι μαύρο και άραχνο, όλα πάνε στραβά, περιγράφονται καταστάσεις πολύ δύσκολες. Σ’αυτό το βιβλίο, Πασαδόροι και Βαστάζοι, δεν υπάρχουν τέτοιες καταστάσεις, υπάρχουν βέβαια σημεία που σκαλίζουν τον αναγνώστη, τον κάνουν να σκεφτεί ». Όσο για τα μυθιστορήματα « γυναικείας λογοτεχνίας », μας θύμισε ότι το μυθιστόρημα δημιουργήθηκε από την εποχή που άρχισαν να διαβάζουν οι γυναίκες, επομένως οι γυναίκες είναι στυλοβάτες του κι αναφέρθηκε στα μυθιστορήματα της Τζέιν ‘Ωστεν, του Ντίκενς ή του Μπαλζάκ.

Αντιγράφοντας τα λόγια μιας φεμινίστριας ηρωίδας της, η γυναίκα « πρέπει να ντύνεται σαν κυρία, να ενεργεί σαν άντρας και να δουλεύει σαν σκυλί», την ρωτήσαμε την προσωπική της γνώμη:« Είμαι φεμινίστρια της εποχής μου, βρίσκω ότι ο φεμινισμός έχει πάρει δρόμους που δεν με αντιπροσωπεύουν» . Υποστηρίζει με θέρμη ότι « είμαστε γυναίκες και πρέπει να δεχθούμε ότι έχουμε ιδιαιτερότητες, ότι είμαστε το τρυφερότερο τμήμα της οικογένειας, στη θηλυκότητα πρέπει να έχουμε τη διεκδίκηση της, όχι τη διεκδίκηση της ισότητας».

Σε μια εποχή που το πολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα κερδίζει συνεχώς έδαφος, προτιμά την πιο κλασική του μορφή και γράφει κυρίως αστυνομικά διηγήματα, μικρό δείγμα το « Γύρω, γύρω όλοι», ξέρετε αριστοκρατικό σαλονάκι κι όλοι οι ύποπτοι παρόντες, παιχνίδια του μυαλού με τον αναγνώστη. Δεν είναι τυχαίο ότι την ονομάζουν την ελληνίδα Αγκάθα Κρίστι. Εκφράζει και το θαυμασμό της για τον συνδυασμό του κωμικού στοιχείου με το αστυνομικό, « συγγραφείς σαν τον Τζον Ντίκσον Καρ, Ρεξ Στάουτ μας χαρίζουν γρήγορες ανάλαφρες διασκεδαστικές ιστορίες ».

Επί του παρόντος, ετοιμάζει κάτι τελείως διαφορετικό, ένα βιβλίο Ιστορίας το οποίο θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2012. Και εν συντομία, πρόκειται για το πώς ετοιμάζεται το 1821 και πηγαίνει μέχρι την δολοφονία του Καποδίστρια:« Μια απόπειρα για να δείξω ότι η ιστορία είναι ένα πάρα πολύ συναρπαστικό μυθιστόρημα, αρκεί να αντιληφτείς ότι αυτό που έγινε τότε, έχει σχέση με το σήμερα ».
Θυμωμένη με τα τωρινά σχολικά βιβλία ιστορίας, θα ήθελε να τα ξαναγράψει, « ένας λαός, ένα έθνος δεν μπορεί να ζει με αποσπασματικές εικόνες, αλλιώς ο κάθε λαός γίνεται έρμαιο καταστάσεων. Ο μέσος Έλληνας πρέπει να ξέρει τι του γίνεται, γιατί οφείλει να θυμάται αλλά και γιατί πρέπει να ξέρει που πατά. Ζούμε σε ένα διαμέρισμα, δεν ξέρουμε γιατί μας ανήκει, ποιος έζησε μέσα, ποιος το πλήρωσε, κάποια ώρα θα στο πάρουνε, θα στο πάρει κάποιος που θα σε τρικλοποδίσει».

Φύση αισιόδοξη,  η κ.Κακούρη υπογραμμίζει ότι το μέλλον είναι μπροστά μας, η ιστορία περιμένει να την διαβάσεις και να συμφιλιωθείς μαζί της : « Ελπίζω να επιτύχω με αυτό το βιβλίο να μην την φοβόμαστε, δεν είναι ανάγκη να την αποστηθίσουμε, μόνο να την γνωρίσουμε…».