«Η παράσταση νομοθετεί». Με αυτή την εκπληκτικής ευστοχίας φράση είχε απαντήσει ο Νικηφόρος Παπανδρέου σε ερώτηση αν «επιτρέπεται» να ανεβαίνει Μπέκετ στην Επίδαυρο (όταν είχε ενταχθεί στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, το 2007, η παράσταση της Ντέμπορα Γουόρνερ «Ευτυχισμένες μέρες»). Δεν επιτρέπονται -δεν θα ‘πρεπε να επιτρέπονται- αφορισμοί στην τέχνη. Κάθε παράσταση θέτει τους δικούς της νόμους και αυτή και μόνο αυτή απαντά αν τελικά δικαιώνεται ή όχι. Χωράει, λοιπόν, ο Μίκυ Μάους στον τσεχωφικό «Βυσσινόκηπο» που σκηνοθετεί ο Νίκος Καραθάνος;

vissinokipos_c_vasilis_makris(8)_gal

Στο πρώτο μισάωρο της παράστασης παρακολουθούσα γοητευμένη τον σκηνικό κόσμο που έστησε ο σκηνοθέτης. Σ’ ένα ολόμαυρο θολωτό σκηνικό σαν ξωκλήσι (Έλλη Παπαγεωργακοπούλου), οι ήρωες του Τσέχωφ ήρθαν να αποτίσουν φόρο τιμής στον βυσσινόκηπο των παιδικών τους χρόνων. Αστείοι, νευρικοί, ακατάπαυστα κινητικοί, με μια υπερδιέγερση κωμική «τόσο όσο», που ανέδειξε ακόμη πιο σπαραχτικά την άφωνη αντίδρασή τους στο άκουσμα της πρότασης του Λιοπάχιν, ήμουν έτοιμη να βγάλω το καπέλο στον Καραθάνο. Όλα απολύτως ταιριαστά μου φαίνονταν, από το πιο απλό, την ασυμβατότητα των ηλικιών (η Λυδία Φωτοπούλου να υποδύεται τη δεκαεφτάχρονη Άνια και η Γαλήνη Χατζηπασχάλη τη μητέρα της), μέχρι τους τρεις εφευρημένους Μίκυ να συμπλέουν με τους ήρωες επί σκηνής. «Κοίτα να δεις που θα αποδειχθεί ο καλύτερος Τσέχωφ ως τώρα», σκέφτηκα.

Φευ, ήταν πολύ νωρίς για μεγάλες κουβέντες. Η είσοδος της Σαρλόττας -της γκουβερνάντας που διασκεδάζει τους άλλους με τα ταχυδακτυλουργικά της κόλπα κρύβοντας πίσω από ένα προσωπείο, ακόμη και γελωτοποιού θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, το υπαρξιακό ερωτηματικό της – άλλαξε τη ρότα της παράστασης για τα καλά. Τη Σαρλόττα υποτίθεται ότι την υποδύθηκε η Λένα Κιτσοπούλου. Υποτίθεται· γιατί στην πραγματικότητα, προφανώς κατά σκηνοθετική παρότρυνση, δεν μας έκανε την τιμή να ερμηνεύσει τον ρόλο, αλλά παρέστησε αυτό που παριστάνει πάντα, μια «χύμα», ακατέργαστη, κοροϊδευτική σκηνική επινόηση. Ύφος, στάση, έκφραση ήταν όλα αυτή· είτε τη βλέπαμε στην «Κοκκινοσκουφίτσα» είτε στη φετινή της παράσταση στο Τέχνης είτε στον «Βυσσινόκηπο» ένα και το αυτό. Μαζί της είχε και έναν ελέφαντα, πραγματικού μεγέθους, τον οποίον μας σύστησε λέγοντας «δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας, είναι ο Ηλίας ο ελέφαντας», για να συνεχίσει με τα σκηνικά της καμώματα, ορμώμενα από τον Τσέχωφ («δεν ξέρω πόσο χρονών είμαι, πούθε κατάγομαι, ποια είμαι, τίποτα από αυτά δεν ξέρω»), αλλά τόσο ταιριασμένα στην περσόνα της: «δεν ξέρω ποια είμαι, δεν ξέρω τι είμαι, δεν ξέρω αν είμαι άνθρωπος, δηλαδή είμαι άνθρωπος, αλλά τι άνθρωπος;». «Γεια σου ρε Λενάρα» μονολογούσε ο διπλανός μου ενθουσιασμένος, όμως, αν δεν κάνω λάθος, στην παράσταση πήγαμε γνωρίζοντας πως η Κιτσοπούλου ερμηνεύει τη Σαρλόττα όχι πως πραγματοποιεί επιθεωρησιακό νούμερο – και μάλιστα σε επανάληψη.

The_Cherry_Orchard_09-04_33

Δυστυχώς, δεν επρόκειτο για ένα ιντερμέδιο που θα έκλεινε για να συνεχίσει η παράσταση ως είχε ξεκινήσει. Έκτοτε, τα πράγματα πήραν μια πορεία μη αναστρέψιμη. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί πρώτα και κύρια οδηγήθηκαν σε ένα όλο και πιο κλιμακούμενο κρεσέντο υπερβολικής ή υστεριάζουσας σκηνικής παρουσίας τσαλαπατώντας τους ρόλους που είχαν ξεκινήσει να χτίζουν. Από κάποια στιγμή και μετά έβλεπες κάθε ήρωα να διογκώνει τα χαρακτηριστικά που είχε υιοθετήσει εξαρχής και αυτό που είχε ξεκινήσει ως κωμωδία της ανθρώπινης κατάστασης να καταλήγει σε γελοιοποίηση. Αναρωτιέμαι πραγματικά πώς φτάσαμε να ερμηνεύουμε την τσεχοφική κωμικότητα ως σχηματική καρικατούρα;

Η Κιτσοπούλου ξαναβγήκε κάνοντας τα δικά της. Ο ελέφαντας είχε την τιμητική του, όταν δανείστηκε το μονόλογο του Πέτια, για να μας πληροφορήσει για όλα αυτά που ο Τσέχωφ εκθέτει με τόση ευαισθησία, για το μέλλον της ανθρωπότητας και τη σημασία της ατομικής ευθύνης. Η αυλαία έκλεισε με τους ήρωες να πραγματοποιούν ασκήσεις αερόμπικ υπό τις οδηγίες της Λιουμπόφ – φορώντας όλοι τους πλέον τα  χαρακτηριστικά αυτιά του Μίκυ, καθώς κατά τον σκηνοθέτη ο Μίκυ είναι ένας ήρωας που δεν μεγάλωσε ποτέ, όπως και οι ήρωες του Τσέχωφ ένα πράμα. Κάποιες άλλες σκηνές ίσως ήταν καλύτερες – για παράδειγμα ο μαξιλαροπόλεμος στον οποίον καταλήγει η γιορτή που τόσο  στρουθοκαμηλικά στήνουν οι ήρωες παραβλέποντας επιδεικτικά την καταστροφή που πλησιάζει. (Βέβαια, κάπου εκεί ήταν που η Λιουμπόφ σε  μια έκρηξη υστερίας άρχισε να εκτοξεύει πράσα τσιρίζοντας ενοχλητικά, ενώ η Κιτσοπούλου μπαινόβγαινε επί σκηνής πότε με ένα χαρτοκιβώτιο στο κεφάλι, πότε με μπαστούνι ως τυφλή.) Είχα όμως πια βγει για τα καλά από το κλίμα ώστε να είμαι σε θέση να επεξεργαστώ κάθε «εύρημα» -και ήταν φορτωμένη η παράσταση με χίλια δυο- και να αποφανθώ για τη δικαίωση ή μη δικαίωσή του.

The_Cherry_Orchard_09-04_16

Το ερώτημα είναι: τι κέρδισε ο «Βυσσινόκηπος» -και εμείς- από όλα αυτά; Η απάντηση προφανώς δεν μπορεί να είναι πως «αποδείχτηκε ότι πρόκειται για κωμωδία» και πως «γελάσαμε» (που δεν γέλασα). Διότι είναι αφέλεια να πιστεύουμε πως η κωμωδία είναι ένα και μόνο πράγμα που απαιτεί τους ίδιους αισθητικούς κανόνες από τα έργα που εντάσσονται στο είδος, εξομοιώνοντάς τα, με μόνο κριτήριο να βγει γέλιο μέσω της υπερβολής ή του παράδοξου. Το καθένα από αυτά θέτει τους όρους του και χρήζει διαφορετικής αντιμετώπισης. Εκτός αν το στοίχημα του Καραθάνου ήταν να ανεβάσει τον Τσέχωφ ως Λαμπίς, αλλά, αν είναι έτσι, ας μας το έλεγε ώστε και η κριτική να λειτουργήσει με αυτό το δεδομένο. Η ανάγνωσή του, τελικά, αφορούσε μια παντελώς μονομερή οπτική του έργου· ερμήνευσε, μάλιστα, την κωμωδία ως φάρσα και δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για το δραματικό κομμάτι, σαν να μην είναι ο «Βυσσινόκηπος», αλλά ενίοτε και η ίδια η κωμωδία ως είδος, ένα δραματουργικό πλαίσιο που μιλάει (και) για τη σοβαρότητα των πραγμάτων.

Από εκεί και πέρα, δεν έχει κανένα νόημα να αναφερθούν οι υποκριτικές επιδόσεις. Ήταν όλοι τους εξαιρετικοί. Έχω πάντως και απορία: ταυτίστηκαν, πράγματι, οι ηθοποιοί με το όραμα του σκηνοθέτη τους ή πρόκειται για άψογους επαγγελματίες που έκαναν την δουλειά τους ως όφειλαν; Θα σταθώ μονάχα σε δύο από τις κυρίες, τη Γαλήνη Χατζηπασχάλη (Λιουμπόφ) και την Έμιλυ Κολιανδρή (Ντουνιάσσα), που με την κοιλιά στο στόμα, εγκυμονούσες γαρ, είχαν μια επιπρόσθετη δυσκολία να αντιμετωπίσουν στη non stop δυομισάωρη παράσταση με τα συνεχή πήγαινε-έλα και τους ανεβασμένους τόνους. Κι αυτό το τσιγάρο τι το ήθελε ο σκηνοθέτης, μέσα στα μούτρα της Κολιανδρή και απανωτά δυο τζούρες κι από την ίδια; Σε μια ανάγνωση που δεν ενδιαφέρθηκε διόλου για το ρεαλισμό, ήταν ανάγκη να κρατηθεί στην κυριολεξία η ατάκα της Ντουνιάσσα πως τη ζάλισε το πούρο; Εντάξει, κύριε Καραθάνο, το κάπνισμα επί σκηνής είναι ενίοτε εφφετζίδικο αλλά δεν είναι και τόσο «αιρετικό», το χρησιμοποίησε ακόμη και στην Επίδαυρο ήδη από το 1989 ο Ρόμπερτ Στούρουα σε παράσταση Σοφοκλή.

The_Cherry_Orchard_09-04_01

Η παράσταση δικαιώθηκε όσον αφορά την αισθητική και την αρτιότητά της (όψη, φωτισμοί, μουσική, ερμηνείες, ρυθμός), όμως όλα αυτά είναι κέρδη χάρη στους ικανούς συντελεστές όπως και στην παραγωγή που προσέφερε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Αλλά και χάρη στους αναγνωρισμένους συντελεστές. Αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η αντιμετώπιση αν όλο αυτό το βλέπαμε από μια ομάδα άσημων δημιουργών σε έναν άλλον χώρο· ειδικά όσον αφορά την ανάγνωση και ερμηνεία της Σαρλόττας, αν δεν την επωμιζόταν η Λένα Κιτσοπούλου με την καλλιτεχνική ασυλία που χαίρεται τόσο εξώφθαλμα.

Το ζόρικο με την κριτική είναι πως οφείλει να επιχειρηματολογήσει για το σκηνικό συμβάν ακόμη κι αν το ίδιο ελάχιστα ή ελλιπώς νομοθετεί υπέρ της δικαίωσής του. Επιχειρηματολογώντας, μάλιστα, μετριάζεται κάπως η πρώτη, αυθόρμητη αντίδραση. Αν έμενα σε αυτή και μπορούσα να εκφραστώ με την πρώτη φράση που γυρνούσε μανιωδώς στο κεφάλι μου, θα ήταν απλώς: «να μου λείπει το βύσσινο».

Info: Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών παρουσιάζει το κύκνειο άσμα του Τσέχωφ «Βυσσινόκηπος» σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, μέχρι τις 9 Μαΐου, στην Κεντρική Σκηνή