Η Μόνικα κοιτάζεται στον καθρέφτη. Πάει να βάλει κραγιόν. Μπα, δεν χρειάζεται. Είναι πάρα πολύ νέα για να το χρειάζεται. Δεν έχει κλείσει καν τα δεκαεφτά. Θα μπει στο μαγαζί της γειτονιάς. Ζητάει απ’ τον Χάρι φωτιά. Ο Χάρι είναι δυο χρόνια μεγαλύτερός της. Θα προσπαθήσει να της ανάψει με ένα, δύο, τρία, τέσσερα σπίρτα ανεπιτυχώς. Η φωτιά δεν ανάβει. Τα καταφέρνει με το πέμπτο. Είναι κι οι δυο τους οι τελευταίοι τροχοί της αμάξης στις δουλειές τους, εκείνη σε ένα μανάβικο, εκείνος σε μια αποθήκη με σερβίτσια. Λογικό λόγω ηλικίας, λογικό λόγω τάξης. Του λέει ότι μπήκε η άνοιξη και τι ωραία που θα ήταν αν τα παράταγαν όλα κι έφευγαν μακριά. Του λέει για μια ρομαντική ταινία που παίζει ο κινηματογράφος. Της λέει να πάνε απόψε να τη δουν, θα πάρει αυτός τα εισιτήρια. Γέροι που μπεκροπίνουν στο διπλανό τραπέζι βλέποντάς τους να φεύγουν μαζί, σχολιάζουν ότι όντως μπήκε για τα καλά η άνοιξη. Μπήκε αλλά δεν πιάνει όλες τις ηλικίες το ίδιο, μπήκε αλλά δεν ταράζει όλες τις ηλικίες το ίδιο, εκείνων οι ταραχές ανήκουν μάλλον στο παρελθόν, στο παρόν ανήκουν άλλα πράγματα, ανάμεσά τους κατεξοχήν και το ποτό.

Στο σινεμά ο άντρας με το φράκο φιλά τη γυναίκα με την τουαλέτα ενώ χορεύουν. Η Μόνικα τους κοιτά συγκινημένη ψυχικά και συνεπαρμένη σωματικά. Ο Χάρι κοιτάζει μια την ταινία, μια εκείνη. Εκείνη του αρέσει σίγουρα, για τα τεκταινόμενα στην οθόνη χασμουριέται. Βγαίνοντας έξω, η Μόνικα τού σχολιάζει όχι τόσο το ρομαντικό σκέλος, όσο το ταξικό: τι ωραίες ζωές ζουν μερικοί, πόσο άφθονα όλα γύρω τους, πόσο καλόγουστα, πόσο λουσάτα. Της γυαλίζει κι ένα φόρεμα σε κατάστημα, που δεν μπορεί να αγοράσει. Τώρα η Μόνικα κι ο Χάρι έχουν κάτσει κάπου. Η Μόνικα θα πει στον Χάρι ότι τώρα μπορεί να την φιλήσει, αντιγράφοντας την ατάκα που είπε η γυναίκα στον άντρα λίγη ώρα πριν στην ταινία. Ο Χάρι δεν φοράει φράκο, η Μόνικα δεν φοράει τουαλέτα, κάθονται σε ένα παγκάκι σε μια ερημιά, δεν είναι πλούσιοι, η ζωή τους δεν είναι σινεμά, είναι όμως πάρα πολύ νέοι, έχει μπει μόλις η άνοιξη και θα φιληθούν.

Ο Χάρι έχασε τη μητέρα του όταν ήταν πάρα πολύ μικρός, ο πατέρας του έκτοτε μελαγχόλησε, ο Χάρι θυμάται να μεγαλώνει στην μοναξιά και τη σιωπή. Η Μόνικα αντίθετα μεγαλώνει σε ένα σπίτι γεμάτο φασαρία και γεμάτο ανθρώπους, έχει πολύ μικρότερα αδέλφια, έχει έναν πατέρα που καθόλου μελαγχολικός δεν είναι, μέσα στην τρέλα είναι, αλλά είναι κι αλκοολικός κι ενίοτε αν γυρίσει το μάτι του μπορεί να γίνει και βίαιος. Από εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις, η Μόνικα και ο Χάρι νιώθουν πως ασφυκτιούν στα σπίτια τους, η Μόνικα και ο Χάρι θα ήθελαν να βρουν έναν τρόπο να ξεφύγουν από όλα όσα τους καταπιέζουν. Αλλά η Μόνικα δεν θα το ήθελε μόνο, η Μόνικα είναι άνθρωπος που παίρνει πρωτοβουλίες και δρα, όχι απαραίτητα λόγω σχεδιασμού, αλλά πάντως δεν μένει καθηλωμένη: αντιδρά, δρα, κινείται, ξεφεύγει, προχωρά.

Ο Χάρι που πιθανότατα αν δεν την είχε γνωρίσει δεν θα έκανε ποτέ την επανάστασή του, επιβιβάζεται στο δικό της μήκος κύματος και μαζί οι δυο τους επιβιβάζονται σε ένα μικρό σκάφος του πατέρα του Χάρι. Και το σκάνε απ’ όλα: από την πόλη, από την οικογένειά τους, από το σπίτι τους, από τη δουλειά τους, από τις υποχρεώσεις τους, από τους ανθρώπους που τους φωνάζουν, από τις καταστάσεις που τους πνίγουν. Το καλοκαίρι είναι μπροστά τους. Θα το ζήσουν περίπου σαν πρωτόπλαστοι. Βρισκόμαστε στο 1953 και ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν προξενεί αίσθηση κινηματογραφώντας την Χάριετ Άντερσον γυμνή. Το τι προξενεί αίσθηση σε κάθε εποχή μπορεί να εξαρτηθεί από διάφορους παράγοντες, το τι αντέχει όμως στο χρόνο δεν μπορεί να είναι σε καμία περίπτωση συγκυριακό, το τι αντέχει στο χρόνο -όπως το σινεμά του Μπέργκμαν- εξαρτάται εν τέλει μόνο από το αν αυτό που έχεις να πεις και ο τρόπος με τον οποίο το λες ξεχωρίζουν, αποτυπώνονται, μένουν, επαληθεύουν την αξία και τη δύναμή τους σε κάθε επόμενη θέαση, εποχές μετά από την πρώτη.

Πόσο θα κρατήσει το καλοκαίρι τους; Για πόσο μπορεί να ζει κανείς σαν πρωτόπλαστος; Πάντα θα υπάρχει ένα μήλο να δαγκωθεί, πάντα θα υπάρχει η πτώση, αν μπορούσε ποτέ ο Κήπος της Εδέμ να είναι η ανθρώπινη κανονικότητα δεν θα αποτελούσε τότε ιστορία και ιδανικό. Και κάθε απόδραση από την κανονικότητα, από τον κιρκαδιανό ρυθμό της πόλης, από τις δουλειές, τις υποχρεώσεις, τα ωράρια, τα πρέπει, την καταπίεση, το πλαίσιο, την ασφυξία, είναι εξ ορισμού προσωρινή. Ο νόμος είναι νόμος και να ζεις εκτός του δεν γίνεται. Επιλέγεις τη φυλακή σου: ή τη μεταφορική του νόμου ή την κυριολεκτική που ο νόμος επιφυλάσσει για τους παράνομους. Επιλέγεις τον διώκτη σου: ή τα πρέπει της συμμόρφωσης με το νόμο ή τον ίδιο το νόμο που σε κυνηγάει για να σε τιμωρήσει που τον παραβίασες. Εσύ τι νόμιζες ότι είσαι; Διαφορετικός; Μόνο εσύ νόμιζες ότι θέλεις να ζεις αλλιώς; Δεν γίνεται. Απλά δεν γίνεται. Απαγορεύεται. Απλά απαγορεύεται.

Μετά το καλοκαίρι το κρύο δεν θα αντέχεται. Θα χρειαστείς μια στέγη στο κεφάλι σου και ρούχα ζεστά. Αυτά κοστίζουν. Τα λεφτά δεν είναι δωρεάν. Σίγουρα δεν είναι δωρεάν αν γεννήθηκες φτωχός. Αν όμως όλοι θα ήθελαν να μπορούν να αποδράσουν, δεν σημαίνει και ότι όλοι θα ήθελαν να αποδρούν συνεχώς. Ο Χάρι μπορεί να επιστρέψει στο νόμο και να συμμορφωθεί εκουσίως: τώρα έχει λόγο να δουλέψει σκληρά, τώρα έχει λόγο να διαβάσει για να βελτιώσει τη ζωή του, τώρα η ζωή του είναι η ζωή με τη γυναίκα που αγαπά, τώρα έχει μια νέα οικογένεια δική του, τώρα θα μπει βαθιά στα πρέπει της κοινωνίας για να δρέψει εν καιρώ και τις ανταμοιβές της.

Η Μόνικα όμως; Γιατί γυρνά και μας κοιτάζει έτσι; Γιατί σκοτεινιάζει η οθόνη γύρω απ’ το πρόσωπό της; Δεν είσαι καλό κορίτσι, Μόνικα; Δεν είσαι καλός άνθρωπος; Θα ζεις σε μια διαρκή απόδραση απ’ όλα; Θα μπαίνει πάνω απ’ όλα το δικό σου το εγώ; Δεν αισθάνεσαι υπόλογη πουθενά; Θες τόσο πολύ να ζήσεις τη ζωή σου; Τι είναι για σένα η ζωή, Μόνικα; Που να ξέρεις κι εσύ τόσο μικρή ακόμα, που να ξέρεις κι εσύ τόσο γρήγορα που έγιναν όλα; Δεν ξέρεις, αλλά ψάχνεις. Ξέρεις τουλάχιστον αυτό: ότι δεν υποτάχτηκες στο «ξέρω» των άλλων, ότι δεν μάσησες από το προδιατυπωμένο «ξέρω τι είναι σωστό και τι λάθος» των πολλών.

Η Μόνικα είναι έτσι, ο Χάρι αλλιώς, το πώς θα τους δει ο καθένας και πώς θα τους κρίνει ή δεν θα τους κρίνει είναι θέμα υποκειμενικό και ίσως πάλι θέμα εποχής. Εκείνο που δεν είναι υποκειμενικό, εκείνο που είναι αντικειμενικό, εκείνο που είναι αναμφισβήτητο, εκείνο που είναι εν τέλει συγκλονιστικό είναι ότι ο τρόπος που ο καθένας από εμάς, είτε έχει γονείς την Μόνικα και τον Χάρι είτε τους δικούς του γονείς, έρχεται στη ζωή κι αρχίζει να αποκτά συνείδηση κι αρχίζει να περιφέρεται για όλη τη διάρκεια της ζωής του γύρω από τον άξονα του δικού του εγώ, είναι περισσότερο ή λιγότερο τυχηρός και τυχαίος. Το καλοκαίρι της Μόνικα και του Χάρι ό,τι κι αν συνιστά για τη ζωή των ίδιων, θα είναι για το παιδί τους κάτι πολύ περισσότερο, θα είναι το εκ των ουκ άνευ της δικής του ζωής. Αφού γεννήθηκε το 1953, θα είναι σήμερα 66 χρονών. Και σίγουρα ο χρόνος θα έχει αρχίσει να αφήνει πάνω του τα σημάδια του πολύ πιο διακριτά απ’ ό,τι στο «Καλοκαίρι με την Μόνικα».