[…] Γρήγορα
έρχεται και φεύγει αργά το κλάμα,
λίγο κρατά η χαρά.
Και ποιος μπορεί να ξέρει ποια
μάταιη ελπίδα, ω θεοί,
ποια έγνοια τρέφει
την πονεμένη μας καρδιά,
που δε βρίσκει μια στιγμή γαλήνη!

Έρχεται η ελπίδα, χάνεται
μετά, σαν αστραπή νυχτερινή
περνά, για να μας ρίξει
στην αγκαλιά νύχτας ακόμα πιο βαθιάς.

Ποιος μιλάει εδώ; Ποιος φοράει το προσωπείο του αρχαίου Χορού για να μιλήσει για τη μοίρα των βροτών, για τον αιώνιο νόμο που υπερβαίνοντας την ατομική μοίρα αγκαλιάζει την ανθρώπινη κατάσταση; Ποιος ακούει τις τεφρές στιγμές να σταλάζουν στην αχανή θάλασσα του Χρόνου; Τίνος είναι αυτή η φωνή; Είναι η απροσδόκητη φωνή του Ανδρέα Κάλβου: του ανθρώπου που φιλοδόξησε να γίνει ποιητής, αλλά οι τροπές της ιστορίας τον καθήλωσαν στον ρόλο του «εθνικού ποιητή», παραχαράσσοντάς τον.

Ο Ανδρέας Κάλβος (Ζάκυνθος 1792 – Λάουθ 1869), προτού συνθέσει εκείνο που καταχρηστικά ονομάζουμε «έργο» του, τις είκοσι ελληνικές ωδές δηλαδή, μορφώθηκε πνευματικά, καλλιτεχνικά και ιδεολογικά στην Ιταλία κυρίως και κατόπιν στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου τον έφεραν οι άνεμοι της μεταναπολεόντειας εποχής. Και είναι αυτό το κλίμα που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τον δικό του λογοτεχνικό δρόμο. Οι ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις της ιταλικής Παλιγγενεσίας (Risorgimento), το αίτημα της διαμόρφωσης των εθνικών γλωσσών σε συνάρτηση με το πνεύμα του κλασικισμού και του εθνικού ζητήματος, οι μεγάλες αισθητικές και φιλοσοφικές συζητήσεις, ο ριζοσπαστικοποιημένος ρόλος της λογιοσύνης και η γέννηση του τύπου του «διανοούμενου», αυτοί είναι κάποιοι από τους παράγοντες που σφράγισαν τη λογοτεχνική και δοκιμιακή του παραγωγή: την ταυτότητά του.

Και όπως ο λόγος, οι μνήμες και το έργο των ανθρώπων δεν τεμαχίζονται, αλλά αλληλοφωτίζονται και επικοινωνούν διαρκώς, έτσι και το έργο του Κάλβου: πρώιμο και ύστερο, ιταλικό και ελληνικό, ποιητικό, μεταφραστικό, δοκιμιακό, φιλοσοφικό και κριτικό, το ένα φωτίζει το άλλο, οι έννοιες και οι ιδέες ντύνονται άλλα σχήματα και άλλους γλωσσικούς κώδικες, αλλά πίσω από αυτά ο άνθρωπος είναι ένας και η κατανόηση του μέρους προϋποθέτει τη γνώση του όλου.

Poeta tragico: μέσα στο κλίμα του ιταλικού νεοκλασικισμού, όπου κυριαρχούσε το τραγικό θέατρο, με κύριους εκφραστές τον Βιτόριο Αλφιέρι, τον Ούγκο Φόσκολο, τον Τζοβάνι Μπατίστα Νικολίνι, τον Σίλβιο Πέλικο και άλλους, ο Κάλβος θέλησε να δοκιμαστεί στο πεδίο της τραγωδίας. Κατά τη μακρά περίοδο διαμονής του στην Ιταλία, μέχρι τον Μάιο του 1816, συνέθεσε, ανάμεσα σε άλλα, τρεις ιταλόφωνες τραγωδίες, τις δύο αντλημένες από την αρχαία ελληνική ιστορία και την άλλη από τον κόσμο της μυθολογίας: τον Ιππία (1812-1813;), τον Θηραμένη (1813) και τις Δαναΐδες. Από τις τρεις αυτές, μόνο την τελευταία θα επεξεργαστεί κατ’ επανάληψη και θα εκδώσει στο Λονδίνο (το 1818 και το 1820), κατά τα χρόνια της εκεί διαμονής του.

Poeta tragico: μέσα στο πνεύμα και τις αναζητήσεις του νεοκλασικισμού, μέσα στο κλίμα της αντιμετώπισης της αρχαιότητας ως πολιτιστικού και πολιτικού υποδείγματος και ακολουθώντας τα μεγάλα του πρότυπα, ο Κάλβος θα επικεντρώσει τον προβληματισμό του στο μεγάλο αίτημα της ελευθερίας, στη σύγκρουση της ελευθερίας με την τυραννία. Αν όμως, στις δύο πρώτες τραγωδίες η σύγκρουση έχει πόλους αναγνωρίσιμους, αν εκεί η δράση είναι κυρίως εξωτερική, στις Δαναΐδες η σύγκρουση κυματίζει και τυλίγει τον χρόνο: πότε απλώνεται στις δύο και πότε στις τρεις κορυφές του τριγώνου των προσώπων, πότε βυθίζεται εντός τους και κατοικεί σε στοιβάδες του εαυτού. Και απομένει ο Χορός, καθισμένος πάνω στις στάχτες της φευγαλέας χαράς, να τραγουδάει τη μελαγχολία της στυφής γνώσης των ανθρωπίνων.

Δημήτρης Αρβανιτάκης

Λίγα λόγια για τις Δαναΐδες

Άργος. Οι πενήντα γιοι του Αίγυπτου, αδελφού του βασιλιά του Άργους, Δαναού, ζητούν σε γάμο τις πενήντα κόρες του Δαναού, Δαναΐδες. Ο βασιλιάς φοβάται ότι ένας από τους γαμπρούς του θα τον εκθρονίσει, έχοντας λάβει μάλιστα σχετικό χρησμό από το μαντείο. Σε μια προσπάθεια να αποφύγει το μοιραίο, ο Δαναός δίνει εντολή στις κόρες του να δολοφονήσουν τους συζύγους τους τη νύχτα του γάμου. Η μόνη που παραβαίνει την εντολή του αλλά και αρνείται τον χρησμό είναι η Υπερμνήστρα, η οποία είναι ερωτευμένη με τον άντρα της, τον Λυγκέα, όπως και εκείνος, μαζί της.

Ο γνωστός μύθος των Δαναΐδων, συναντάει στο ποιητικό σύμπαν του Κάλβου, τις μεγάλες εικόνες και την ορμητική μελαγχολία του, περνάει μέσα από τα ρεύματα του νεοκλασικισμού και του ρομαντισμού της εποχής του, και καταφέρνει να εκφράσει το όραμα του σημερινού ανθρώπου για ανεξαρτησία αλλά και κοινωνική συνοχή.

Η ιταλόφωνη τραγωδία, η μόνη που ολοκλήρωσε και εξέδωσε ο ίδιος ο Ανδρέας Κάλβος, ποιητής της ελευθερίας, δύο αιώνες πριν (1818), παρουσιάζεται φέτος, 150 χρόνια από τον θάνατό του, για πρώτη φορά στο θέατρο, σε σκηνοθεσία της Νατάσας Τριανταφύλλη. Με το έργο του ποιητή – ελληνόφωνο και ιταλόφωνο – να παραμένει σε πολλούς άγνωστο, «Οι Δαναΐδες» θεωρούνται μια κρυφή σπουδαία τραγωδία. Η σκηνοθέτις Νατάσα Τριανταφύλλη, γνωστή για τους απροσδόκητους συνδυασμούς συνεργατών, χώρων και μουσικής, σκηνοθετεί για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

Στην τέταρτη συνεργασία της με την μουσικό Monika, η οποία θα μελοποιήσει τα γραμμένα στα ιταλικά χορικά, η Νατάσα Τριανταφύλλη φέρνει για πρώτη φορά στο θέατρο την τραγωδία «Οι Δαναΐδες» του Ανδρέα Κάλβου σε ερμηνείες των Λάζαρου Γεωργακόπουλου και Λένας Παπαληγούρα που ανήκουν στον σταθερό πυρήνα συνεργατών της αλλά και του Άρη Μπαλή. Η μεσόφωνος Άρτεμις Μπόγρη στο τραγούδι συμπληρώνει την ομάδα των συντελεστών επί σκηνής.

Οι Δαναΐδες, του Ανδρέα Κάλβου | 2 – 3 Αυγούστου 2019 | Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

Δείτε περισσότερα για το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2019 μέσα από το αφιέρωμα του ελc