Η ταβέρνα Άμα λάχει στην Καλλιδρομίου ήταν κάποτε το σχολείο μου. Ψηλά στη Θεμιστοκλέους έμενε η καλύτερή μου φίλη, στον Στρέφη και στην Καλλιδρομίου βγαίναμε τις πρώτες μας βόλτες. Δεν μπορώ να μη βλέπω τα Εξάρχεια με ρομαντισμό, ούτε μπορώ να μη θυμώνω με τα στερεότυπα που έχουν δημιουργηθεί με την περιοχή να «φυλάγεται» από κλούβες και τους απ’ έξω να απορούν πώς μένει κανείς εκεί ανάμεσα στα «κωλόπαιδα»! Κι όμως αυτά ανατρέπονται στην ταινία «Τα κωλόπαιδα» του Στέλιου Καμμίτση, που βλέπει επιτέλους τον ρομαντισμό και τη μαγεία των Εξαρχείων ακολουθώντας τρεις νεαρούς φίλους το τελευταίο δωδεκάωρο πριν φύγουν για το Βερολίνο. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη με νέους ηθοποιούς, τον Γιώργο Καφετζόπουλο, τον Αινεία Τσαμάτη και τον Διογένη Σκαλτσά, πολύ καλή πρωτότυπη μουσική αλλά και με πεπειραμένους συντελεστές. Το ελculture συνομίλησε με τον σκηνοθέτη λίγο πριν την προβολή της ταινίας, στις 15 Μαρτίου 2012.

ελc: Τι σε παρακίνησε να κάνεις την ταινία αυτή;
Σ.Κ.:
Σπούδασα κινηματογράφο γιατί θέλω και γουστάρω να κάνω ταινίες, να επικοινωνώ και να εκφράζομαι με αυτό τον τρόπο. Είχα την τύχη να δουλέψω δίπλα σε δύο μεγάλους σκηνοθέτες, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και έμαθα πολλά κοντά τους. Αργότερα ένιωσα πως ήρθε η ώρα να κάνω την πρώτη μου ταινία. Εξάλλου το μεγαλύτερο σχολείο όσον αφορά τον κινηματογράφο είναι το γύρισμα. Έμαθα τόσα πολλά φτιάχνοντας αυτή την ταινία, όσα δεν έμαθα σε καμία σχολή και σε κανένα πανεπιστήμιο που σπούδασα. Όσον αφορά στην ιστορία της ταινίας, ήθελα πάντα να γράψω μια ιστορία με τρεις φίλους. Έτσι μεγάλωσα, όπως οι πρωταγωνιστές της ταινίας μου: Με άλλους δύο φίλους στην ίδια γειτονιά, από πέντε χρονών μέχρι και το λύκειο.

ελc: Αποτυπώνεις την περιοχή με αρκετό ρομαντισμό. Ποιά είναι η σχέση σου με τα Εξάρχεια;
Σ.Κ.:
Μεγάλωσα στην Κύπρο και μετακόμισα στην Αθήνα μετά τις σπουδές μου στην Αμερική. Η πρώτη μου επαφή με τα Εξάρχεια ήταν τότε, καθώς έμενε εκεί ένας στενός μου φίλος και σύχναζα καθημερινά. Δούλευα επίσης και στο γραφείο του αείμνηστου Θόδωρου Αγγελόπουλου στη Σολωμού για ένα χρόνο. Κρύβουν πολύ ρομαντισμό νομίζω τα Εξάρχεια. Είναι ίσως η πιο ωραία περιοχή της Αθήμας μαζί με την Πλάκα. Γι’ αυτό όμως το λόγο είχα μεγάλη αγωνία. Δεν ήθελα να τα κινηματογραφήσουμε με επιτηδευμένο τρόπο αλλά να λειτουργήσουν σαν σκηνικό στην ταινία μου, ιδιαίτερα στα βραδινά γυρίσματα.

ελc: Κάνεις μια αναφορά στα δεκεμβριανά 2008. Σηματοδοτεί για σένα κάτι;
Σ.Κ.:
Η ταινία δεν έχει να κάνει με τα δεκεμβριανά του 2008, ούτε για τρεις νέους που τα σπάνε στα Εξάρχεια. Δεν μπορώ να σου πω ότι έμεινα ανεπηρέαστος με όλα αυτά τα γεγονότα που ξεκίνησαν με την δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Το κλίμα που επικρατούσε τότε ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα. Δούλευα στο Παλλάς, στην καρδιά των γεγονότων. Μια μέρα μάλιστα πριν από την παράσταση, μου έκαναν εικονική σύλληψη τέσσερις αστυνομικοί με πολιτικά προσπαθώντας να διαλύσουν τον κόσμο που είχε μαζευτεί στο Σύναγμα, γιατί φοβόντουσαν ότι θα καίγανε το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Κακλαμάνη! Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το σενάριο, δεν μπορούσα να μείνω ανεπηρέαστος απ’ όλα αυτά. Με κάποιο τρόπο το υποσυνείδητό μου με πάει εκεί. Παρ’ όλα αυτά η ταινία δεν έχει άμεση σχέση με όλα αυτά τα γεγονότα. Αντιθέτως, είναι μια ταινία νομίζω ευχάριστη και καθόλου δραματική ή μίζερη. Έχει όμως να κάνει με τις ανησυχίες των νέων σήμερα. Πολλοί νέοι σκέφτονται να μεταναστεύσουν σήμερα βλέποντας να αλλάζουν όλα στην Ελλάδα προς το χειρότερο.

ελc: Δούλεψες με νέους ηθοποιούς αλλά και πεπειραμένους συντελεστές. Ποιά είναι η εμπειρία σου από τη συνεργασία αυτή;
Σ.Κ.:
Έχω την τύχη να είμαι φίλος με τον Νίκο Καλογεράκη που έκανε την χορογραφία και μας βοήθησε στην παραγωγή, τον Χρήστο Δεληδήμο που έκανε τα σκηνικα και τα κοστούμια, την Αγγελική Στελλάτου που έκανε την κίνηση και την Κατερίνα Χατζησπύρου που έκανε την εκτέλεση παραγωγής. Με βοήθησαν, κυρίως γιατί ήμασταν καλοί φίλοι και περάσαμε ευχάριστα κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της ταινίας. Αυτοί μου σύστησαν και τον Θοδωρή Μιχόπουλο, που έκανε την φωτογραφία της ταινίας. Νιώθω πάρα πολύ τυχερός που δούλεψα με αυτή την ομάδα. Ήταν μεγάλο σχολείο για μένα και για τους τρεις πρωταγωνιστές, που ήταν η πρώτη μας ταινία. Τους χρωστάω πολλά μέσα απ’ αυτή την ταινία.

ελc: Μίλησες και για τη συνεργασία σου με Αγγελόπουλο και Παπαϊωάννου. Σε έχει επηρεάσει πιστεύεις σε κάτι η δουλειά μαζί τους;
Σ.Κ.:
Με τον Αγγελόπουλο δούλεψα στην προπαραγωγή της “Σκόνης του χρόνου” και σε ένα γύρισμα στο Παρίσι για ένα τρίλεπτο για τα 60 χρόνια του φεστιβάλ των Καννών, που ήταν πολύτιμη εμπειρία. Έμαθα πολλά δίπλα του, ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος και σκηνοθέτης και είναι κρίμα που τον χάσαμε τόσο ξαφνικά και προτού ολοκληρώσει την τελευταία ταινία της τριλογίας του. Ο Δημήτρης είναι λάτρης της φόρμας και αυτό είναι κάτι που αγαπώ και θαυμάζω πολύ. Έμαθα πάρα πολλά βλέποντάς τον να στήνει την παράστασή του «Μήδεια 2». Επίσης δουλεύει πάρα πολύ καλά με τους συνεργάτες και τους ερμηνευτές του. Αυτό είναι κάτι που θαυμάζω πάρα πολύ και προσπαθώ και εγώ, όσο μπορώ, να είμαι επικοινωνιακός.

ελc: Πιστεύεις ότι το μέλλον ανήκει πλέον στις ανεξάρτητες παραγωγές; Ήταν δύσκολος ο δρόμος της ταινίας προς τις αίθουσες;
Σ.Κ.:
Για να κάνεις μια ταινία ανεξάρτητη δεν χρειάζεσαι μόνο λεφτά, χρειάζεσαι καταρχήν μεθοδικότητα και ευρηματικότητα για να μπορείς να στήσεις την ταινία, ειδικά αν είναι low budget και πρέπει να διαχειριστείς σωστά τα λιγοστά χρήματα που έχεις στη διάθεσή σου. Επίσης, στις μέρες μας το φιλμ έχει σχεδόν πεθάνει και όλοι δουλεύουν με ψηφιακό κινηματογράφο. Οπότε είναι τελείως διαφορετική η αντιμετώπιση. Είναι πιο εύχρηστο το ψηφιακό και οι δυνατότητές του απεριόριστες, ειδικά στο post production. Θέλω να πιστεύω ότι το μέλλον ανήκει στις ανεξάρτητες παραγωγές. Είναι όμως πάρα πολύ δύσκολο. Και ιδιαίτερα να βρει κανείς μόνος του διανομή. Όσο αντέχω όμως, θέλω να συνεχίζω να κάνω μόνος μου την παραγωγή στις ταινίες μου. Αυτό για μένα χαρακτηρίζει «χειροποίητη» μία ταινία, και χαίρομαι που τα «Κωλόπαιδα» είναι μία «χειροποίητη» ταινία. Όσο δύσκολος κι αν ήταν αυτός ο δρόμος.

ελc: Οι ελληνικές ταινίες πάνε καλά στα φεστιβάλ του εξωτερικού, αλλά θεωρείς ότι πάνε καλά και στις αίθουσες;
Σ.Κ.:
Δεν ξέρω πόσα εισιτήρια έχει κόψει μία ελληνική ταινία στην Ελλάδα, που έχει πάει καλά σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Δεν τα παρακολουθώ αυτά και δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. Τώρα, με «Τα Κωλόπαιδα» δεν ξέρω πώς θα τα πάμε. Έχουμε κάνει μόνοι μας τη διανομή και την προώθηση της ταινίας και δεν ξέρω τι να περιμένω. Πάντως, προτιμώ να κάνουμε μόνοι μας τη διανομή και ας μην τα πάμε καλά, παρά να μου κάνει μία μεγάλη εταιρία διανόμης ‘νταβατζιλίκι’ και πάλι να μην τα πάμε καλά. Καλύτερα μόνοι μας!

Η ταινία «Τα Κωλόπαιδα» προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 15 Μαρτίου.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας: https://www.youtube.com/embed/QHVn_rHzuRY