Η σύμπτωση τα έφερε έτσι, ώστε την ίδια χρονική περίοδο το παγκόσμιο κινηματογραφικό και τηλεοπτικό (της εποχής του Νetflix) κοινό να δει τον ίδιο ηθοποιό, τον Αυστραλό Ντέιμον Χέριμαν, να ενσαρκώνει δις τον διαβόητο Τσάρλι Μάνσον, (τον πιο γνωστό ίσως εγκληματία της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, ο οποίος πάντως δεν σκότωσε προσωπικά κανέναν): στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ», την ένατη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο, και στον δεύτερο κύκλο της σειράς “Mindhunter”, μιας σειράς που ασχολείται αποκλειστικά με σίριαλ κίλερς. Στον δεύτερο κύκλο του το “Mindhunter” θέτει και το ζήτημα του πόσο γοητεύονται οι σίριαλ κίλερς από τα μίντια και την κάλυψη των εγκλημάτων τους, πόσο συνδιαλέγονται και αλληλεπιδρούν με αυτήν. Το ζήτημα που δεν θέτει όμως η σειρά είναι το εξής: αν οι σίριαλ κίλερς γοητεύτηκαν από τη δημοσιογραφική κάλυψη της δράσης τους και επένδυσαν πάνω σε αυτή, τι ακριβώς μας λέει κοινωνιολογικά και πολιτιστικά η γοητεία που ασκεί στην Αμερική ο μύθος των σίριαλ κίλερς;

Το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι τρόπον τινά το «Ρόμα» του Ταραντίνο

Όταν ας πούμε είσαι ένας δημιουργός σαν τον Ντέιβιντ Φίντσερ κι έχεις κάνει ταινιάρες σαν το “Seven” και το “Zodiac” και επανέρχεσαι και με ειδική σειρά σαν το “Μindhunter”, αυτή η εμμονή είναι μόνο μια προσπάθεια κατανόησης και αποκρυπτογράφησης της ψυχοπαθολογίας τους ή σε καλλιτεχνικό επίπεδο αντανακλά και έναν κόσμο που σε γοητεύει να αναπαριστάς ξανά και ξανά;

Υπάρχει λοιπόν η εξής διάκριση: ενώ στον συγκεκριμένο κύκλο το “Mindhunter” ασχολείται με άλλον σίριαλ κίλερ, κάνει παρέκκλιση αφιερώνοντας ένα επεισόδιο στον Μάνσον. Οι πράκτορες του FBI πάνε να τον ανακρίνουν στη φυλακή και τον βλέπουμε να έχει άφθονο χρόνο να ξεδιπλώσει την προσωπικότητά του. Αντίθετα στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ» ο Ταραντίνο, ενώ βάσει του θέματος που πραγματεύεται έχει κάθε ευκαιρία αν όχι να επικεντρώσει την ταινία του στον Μάνσον, πάντως να τον απεικονίσει ως τον βασικό κακό της, επιλέγει να μας τον δείξει απειροελάχιστα, φευγαλέα, επιλέγει να μην του χαρίσει γαμάτες ατάκες, επιλέγει να μην του δώσει σημασία, επιλέγει να μην τον κάνει αξιομνημόνευτο μέλος του κινηματογραφικού του σύμπαντος, επιλέγει να μην υπάρχει καμία σκηνή με εκείνον μέσα να πρωταγωνιστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την οποία θα μνημονεύουμε στο μέλλον, επιλέγει να τον κινηματογραφήσει ως ένα ανθρωπάκι στην πιο μπανάλ σκηνή, επιλέγει να του δώσει τον πιο ασήμαντο διάλογο, επιλέγει με άλλα λόγια αντί να συμβάλλει στην περαιτέρω μυθοποίησή του, να τον απομυθοποιήσει και να τον αγνοήσει: δεν με γοητεύεις, εσύ, Τσάρλι Μάνσον, δεν θα φιλμάρω εσένα, Τσάρλι Μάνσον, η Σάρον Τέιτ με γοητεύει, αυτήν θα φιλμάρω.

Τον Μάνσον κινηματογραφήστε τον εσείς. Γοητευτείτε από τη σκοτεινιά του και την τρέλα του εσείς. Όχι εγώ. Εγώ θα γοητευτώ από την φωτογένεια μιας νεαρής σταρ, από το φως μιας νέας γυναίκας που έσβησε η «οικογένεια Μάνσον». Εγώ δεν θα γοητευτώ από το μυστηριώδες βάθος κανενός σκοταδιού κανενός αιμοχαρούς ημίτρελου, εγώ θα γοητευτώ από την αστραφτερή λάμψη της βιομηχανίας του θεάματος του Λος Άντζελες του 1969. Αυτό θα αναπαραστήσω, με αυτό θα συνομιλήσω: ταινίες βήτα και γάμα διαλογής που δεν θυμάται κανείς, τηλεοπτικές σειρές της εποχής, διαφημίσεις, περιοδικά MΑD, φωτεινές επιγραφές, ντράιβ ιν, ανοικτά αυτοκίνητα, εστιατόρια, τραγούδια, επαύλεις με ιδιωτικούς δρόμους και αδιανόητα υψηλούς φόρους, καπιταλισμός, η κορυφή του αμερικάνικου ονείρου.

Ένα κατεξοχήν αισθητικό και πολιτικό ερώτημα. Με τι θα σαγηνευτείς; Ακόμα μεγαλύτερη τιμωρία για έναν Μάνσον που θα τις έτρωγε στην ταινία, είναι ένας Μάνσον που μένει εκτός ταινίας. Δεν θα δείξω εσένα να παραληρείς, δεν θα δείξω εσένα να κάνεις κηρύγματα, δεν θα προσπαθήσω να καταλάβω ποιος είσαι και τι έκανες, δεν θα σε αντιγράψει και δεν θα εμπνευστεί από τον τρόπο που θα σε απεικονίσω κανείς μελλοντικός ψυχάκιας, δεν θα σε χρησιμοποιήσω για να φρικάρω τα πλήθη. Θα δείξω την Σάρον Τέιτ έξω από το σινεμά και μέσα στο σινεμά. Να καμαρώνει και να είναι χαρούμενη με όλη την αφέλεια του κόσμου. Θα της δώσω χρόνο και ζωή. Και χαμόγελο και γέλιο. Και αν το σινεμά ούτως ή άλλως χαρίζει στους ήρωές του αθανασία, εγώ θα της δώσω κάτι περισσότερο από αθανασία. Θα της χαρίσω δίπλα στην αθανασία και ζωή.

Ο Ταραντίνο αποσαφηνίζει οριστικά με το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» όσα θέλει να πει για τη βία στο σινεμά, τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τη βία στο σινεμά. Η δική του βία δεν συνομιλεί με τη βία της πραγματικότητας. Η βία του “Pulp Fiction”, των “Kill Bill”, του “Reservoir Dogs” είναι 100% κινηματογραφική βία, είναι βία που όχι μόνο δεν θέλει να πει κάτι για την κοινωνία, αλλά ανήκει εντελώς στο επίπεδο του θεάματος, στο επίπεδο του κινηματογράφου, στο επίπεδο του το βλέπω τρώγοντας ποπ κορν και ξέροντας ότι δεν παθαίνει στα αλήθεια τίποτα κανείς. Και εδώ και δέκα χρόνια ο Ταραντίνο έκανε το επόμενο βήμα στη χρήση της βίας και τη σχέση της με την πραγματικότητα. Είπε ότι αν είναι να στρέψω το βλέμμα στην πραγματικότητα, δεν θα είναι ούτε για να ερμηνεύσω, ούτε για να προβληματιστώ, θα είναι για να χρησιμοποιήσω τη μυθοπλασία μου, τα σενάριά μου, τη σκηνοθεσία μου, τις ταινίες μου, το σινεμά μου, τη βία μου για να εκδικηθώ, να αποκαταστήσω δεινά, για να κάνω τον κόσμο καλύτερο μέσα στο κινηματογραφικό μου σύμπαν. Έλατε εδώ Ναζί, έλα εδώ Χίτλερ, Γκέρινγκ, Γκέμπελς, Μπόρμαν, ελάτε να σας αλλάξω τον αδόξαστο στο “Ιnglourious Basterds“. Ελάτε εδώ δουλοκτήτες των φυτειών του Νότου και Κου Κουξ Κλαν, να σας λιώσω λίγο στον “Django”. Τα μεγάλα ιστορικά θύματα αλλάζουν ρόλο, παύουν να είναι παθητικοί δέκτες των φρικαλεοτήτων, ενεργοποιούνται και αποδίδουν δικαιοσύνη. Πέραν της αποκατάστασης μεγάλων ιστορικών αδικιών, ο Ταραντίνο μοιάζει να έχει κι ένα βαθύτερο ηθικό κώδικα. Ο Μπρους Ουίλις και ο Βιγκ Ρέιμς που προσπαθούσαν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο, ενώνονται στο Pulp Fiction για να τιμωρήσουν ένα σαδιστικό κακό που μοιάζει να μην λογοδοτεί σε κανέναν κώδικα. Ο λευκός ρατσιστής και ο μαύρος που μισεί τους λευκούς ενώνονται στο τέλος του “Hateful Eight” εναντίον ενός ακόμη πιο απάλευτου κακού.

Ένα σινεμά που αποκαθιστά ιστορικές αδικίες, ένα σινεμά εκδικητής. Κι ένα σινεμά που ανασταίνει ανθρώπους, ένα σινεμά που μνημειώνει ανθρώπους.  Αυτό έχει στα χέρια μου, δεν έχει κάτι άλλο. Δεν μπορούμε να φτιάξουμε τον κόσμο ούτε να αλλάξουμε την Ιστορία. Μέσα στις ιστορίες που διηγούμαστε όμως είμαστε παντοδύναμοι. Μπορούμε να φτιάξουμε τον κόσμο των ιστοριών μας, μπορούμε να φτιάξουμε τον κόσμο των ταινιών μας. Μπορούμε να πούμε της πραγματικότητας, ότι εδώ Αμερική του 1969 μας κάνεις, σε καραγουστάρουμε και θα σε αναπαραστήσουμε, κι εδώ Αμερική του 1969 καθόλου δεν μας κάνεις και θα σε διορθώσουμε.

Το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι τρόπον τινά το «Ρόμα» του Ταραντίνο. Σαν τον Κουαρόν και ο Ταραντίνο επισκέπτεται τις παιδικές του αναμνήσεις από το Λος Άντζελες το οποίο γύρναγε με το οικογενειακό αυτοκίνητο όταν ήταν έξι – επτά χρονών και αναβιώνει την εξωτερική εικόνα μιας πόλης και μαζί όλη την ποπ κουλτούρα της εποχής. Κι ενώ, σε αντίθεση με το «Ρόμα», η ταινία δεν είναι αυτοβιογραφική, από την άλλη η αναπαραγωγή της ποπ κουλτούρας της εποχής όταν είσαι ο Ταραντίνο είναι σε ένα βαθμό και αυτοβιογραφία. Κι όπως στο «Ρόμα» η οικιακή βοηθός θεωρείται από τον Κουαρόν τελικά μέλος της οικογένειας, έτσι κι εδώ ο Ταραντίνο χτίζει μια στενή σχέση ανάμεσα στον σταρ που υποδύεται ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και τον προσωπικό του κασκαντέρ, βοηθό και φίλο που υποδύεται ο Μπραντ Πιτ. Μόνο που πολύ πιο συνειδητά από τον Κουαρόν, αναγνωρίζει ότι η σχέση των δύο ανδρών έχει μια πολύ συγκεκριμένη οικονομική βάση: Γίνε ο σοφέρ μου γιατί μου έχει αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης, κάνε μου θελήματα, κάνε μου επισκευές στο σπίτι. Κι αν τα λεφτά δεν μου βγαίνουν πια, η στενή καθημερινή μας σχέση θα τελειώσει. Αναιρεί αυτό ότι συμπαθεί ο ένας τον άλλο και ότι έχουν γίνει στα χρόνια και καλοί φίλοι; Όχι, δεν το αναιρεί. Αλλά δεν είναι και σκέτη φιλία, υπάρχει και μια σχέση οικονομικής εξάρτησης.

Σε μια σκηνή ο Ντι Κάπριο έχει αναθέσει στον Μπραντ Πιτ να φτιάξει την κεραία της τηλεόρασης. Πρώτα θα σκαρφαλώσει στη σκεπή με τρία σάλτα που έχουν γίνει εμφανώς από κασκαντέρ και όχι από τον ίδιο τον Πιτ, που στην ταινία είναι κασκαντέρ. Δεν χρειάζονταν αυτά τα τρία σάλτα. Ο Ταραντίνο χαμογελά. Αλλά κυρίως δεν χρειαζόταν το επόμενο πλάνο: πάνω στη σκεπή ο Πιτ βγάζει το μπλουζάκι του και αποκαλύπτει τους κοιλιακούς του. Καμία ταινία που θα έπαιρνε σοβαρά τον εαυτό της δεν θα καταδεχόταν να έχει τέτοιο πλάνο που δεν χρησιμεύει δραματουργικά σε τίποτα άλλο, παρά μόνο σε δωρεάν οφθαλμόλουτρο. Ο Ταραντίνο το κάνει γιατί παίρνει τις ταινίες του πολύ πιο σοβαρά από όλους όσους παίρνουν τις δικές τους σοβαρά. Με μετα-σοβαρότητα μας λέει: ορίστε, δείτε, γουστάρετε.

Ο Ταραντίνο χαρίζει επίσης στον Κλιφ Μπουθ, τον χαρακτήρα του Μπραντ Πιτ, τρεις υπερκούλ σκηνές, μυθοποιώντας τον ως εκεί που δεν παίρνει. Πόσο κουλ όμως είναι να σε κατηγορεί η γυναίκα που παντρεύτηκες ότι δεν είσαι παρά ένας λούζερ, ότι όλοι την προειδοποιούσαν ότι είσαι λούζερ κι ότι αυτή δεν τους άκουσε; Ο Ταραντίνο ξέρει πως όταν θυμόμαστε το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» θα θυμόμαστε τον Κλιφ Μπουθ σαν την επιτομή του κουλ. Ο ίδιος ο Μπουθ όμως ξέρει ότι δεν είναι μόνο κουλ, ότι είναι ταυτόχρονα κι ένας μεγάλος λούζερ. Κι αν η σκηνή είναι κρυμμένη κάπου στην μέση και δεν φωνάζει, κι αν τη σκεπάζει όλο το κουλ πριν και το κουλ μετά, τι να κάνουμε, έτσι είναι τα μεγάλα σενάρια.

Όσο για τον Ρικ Ντάλτον, τον χαρακτήρα του Ντι Κάπριο, όσο κι αν δεν του φαίνεται με την πρώτη ματιά, είναι ένας από τους πιο προσγειωμένους ήρωες της φιλμογραφίας του Ταραντίνο. Αυτός δεν είναι λούζερ. Αυτός ξέρει κάθε στιγμή που πατά και που βρίσκεται. Κι ας πίνει λίγο παραπάνω. Έχει τελικά και έλεγχο και αυτογνωσία. Όταν ο Πατσίνο του λέει ότι έκανε ρετροσπεκτίβα των ταινιών του, του απαντά ότι είναι ταυτόχρονα κολακευτικό και ντροπιαστικό. Δεν το λέει για να το πει, ξέρει ότι οι ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε, όταν άφησε το τηλεοπτικό γουέστερν που τον έκανε διάσημο για να κάνει καριέρα στο σινεμά, ήταν μέτριες και όχι αυτό που ονειρευόταν. Όταν σε ένα άλλο τηλεοπτικό γουέστερν που κάνει τώρα γκεστ εμφάνιση σε ρόλο κακού ξεχνά μία ατάκα, η αυτομομφή του και η αυτοκριτική του είναι ανελέητη. Όταν παίζει καλά μια άλλη σκηνή δακρύζει από συγκίνηση. Μπορεί κανείς εδώ βάσιμα να ισχυριστεί ότι ο Ταραντίνο τον ειρωνεύεται. Πως όταν του λέει ένα κοριτσάκι οκτώ χρονών ότι είναι η καλύτερη ερμηνεία που έχει δει στη ζωή της η ειρωνεία είναι έκδηλη. Πως πρόκειται μόνο για ένα επεισόδιο τηλεοπτικού γουέστερν και τίποτα παραπάνω. Αλλά θα διαφωνήσω με αυτή την προσέγγιση. Θα πω ότι η σκηνή, που αν την γυρνούσε άλλος σκηνοθέτης μπορεί να ήταν ειρωνική, στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ» δεν είναι καν αμφίσημη. Ο Ταραντίνο δεν εκπέμπει κυνισμό και ειρωνεία απέναντι στους ηθοποιούς. Τους λατρεύει τους ηθοποιούς. Όπως λατρεύει τα τηλεοπτικά γουέστερν. Όπως λατρεύει ό,τι θεωρείται βήτα διαλογής. Εκεί, σε ένα τηλεοπτικό γουέστερν θα βρει τη μεγάλη ερμηνεία. Στο καμαρίνι του Ρικ και μετά στο πλατό, δεν παρακολουθούμε στιγμές ενός ξεπεσμού, δεν παρακολουθούμε τίποτα το τραγελαφικό, παρακολουθούμε κάτι το βαθιά συγκινητικό, κάτι που εν πάση περιπτώσει συγκινεί βαθιά τον ίδιο τον Ταραντίνο.

Ο Ντι Κάπριο κάθεται στο πλατό με ένα κοριτσάκι ηθοποιό και περιμένουν να αρχίσει το γύρισμα. Αυτή διαβάζει μια βιογραφία του Γουόλτ Ντίσνεϊ, μιας, όπως θα μας πει, ιδιοφυίας που βγαίνει κάθε πενήντα – εκατό χρόνια. Αυτός διαβάζει σε χάρτινο βιβλιαράκι τσέπης ένα γουέστερν για έναν καουμπόι που εξημέρωνε άλογα και που στα νιάτα του ήταν θρύλος και που τώρα μετά από ένα ατύχημα δεν είναι πια αυτός που ήταν, δεν είναι πια ο καλύτερος. Θεωρεί άραγε ο Ταραντίνο τον εαυτό του κάτι ανάμεσα στα δύο; Δεν έχω ιδιαίτερες αμφιβολίες ότι θεωρεί τον εαυτό του ιδιοφυία που βγαίνει κάθε μισό αιώνα. Θεωρεί όμως και ότι η ακμή του πέρασε; Έχει άραγε αμφιβολίες και αυτοκριτική διάθεση σαν αυτή που βασανίζει τον ηθοποιό και ήρωά του;

Είμαι ο Κουέντιν Ταραντίνο και το σινεμά μου τελικά έχει ένα πολύ συμπαγή ηθικό πυρήνα. Θα κάνω ό,τι περνά απ’ το χέρι μου ώστε τουλάχιστον στις ταινίες μου να υπάρχει κάποιου είδους δικαιοσύνη. Όχι όμως χωρίς να περάσουμε πρώτα δυόμιση ώρες καλά. Όχι όμως με άλλη γλώσσα από αυτή της ελαφρότητας και της στιλπνής επιφάνειας. Όχι όμως χωρίς να οδηγήσουμε αυτοκίνητα, να καβαλήσουμε άλογα, να παίξουμε ξυλίκι με τον Μπρους Λι, να ρίξουμε σκυλοτροφή απ’ την κονσέρβα με τα σάλια να τρέχουν σε πιτ μπουλ και θεατές εξίσου. Είμαι ο Κουέντιν Ταραντίνο και τρία πράγματα δεν θα γίνω ποτέ: βαθύς, βαρύς και σοβαροφανής. Δεν με ενδιαφέρει το βάθος και το βάρος των πραγμάτων. Είμαι ο Κουέντιν Ταραντίνο και η κινηματογραφική βία που λάτρεψα δεν γέννησε δολοφόνους, δεν εξοικείωσε με το κακό, η κινηματογραφική βία που λάτρεψα έγινε σιγά – σιγά όπλο στα χέρια μου για να κάνω τον κόσμο καλύτερο. Ασχοληθείτε με το βάθος και το βάρος των πραγμάτων εσείς. Εγώ θα πω όσα θέλω να πω μέσα από τη δική μου κινηματογραφική γλώσσα. Η δική μου βία δεν γεννά δολοφόνους στη ζωή, η δική μου βία εξολοθρεύει στο σινεμά δολοφόνους της ζωής. Ο Ταραντίνο επιλέγει ξεκάθαρα. Είμαι με την Αμερική του θεάματος. Είμαι με την Αμερική που λέει ιστορίες και τραγούδια. Θα τσακίσουμε την Αμερική των σίριαλ κίλερς μέσα από τραγούδια και σινεμά.

Αγαπώ το σινεμά του Φίντσερ εξίσου αν όχι και περισσότερο από του Ταραντίνο. Αλλά αν πρέπει να πάρω πολιτικά μια θέση, θα διαλέξω αντί να γοητεύομαι από το σκοτάδι των σίριαλ κίλερς, να γοητεύομαι από την απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας των σταρ της βιομηχανίας του θεάματος, τη λαμπερά επιφανειακή πλευρά της ποπ κουλτούρας της. Θα διαλέξω επίσης από την προσπάθεια αναπαράστασης της Ιστορίας την προσπάθεια αποκατάστασής της. Αυτή εδώ η χώρα δεν είναι για βάρος, δεν είναι για βάθος, αυτή εδώ η χώρα είναι για ανοικτά αυτοκίνητα, ωραία τραγούδια, γκλάμουρ, για να πουλά -και για τους τυχερούς και λαμπερούς να παραδίδει κιόλας- αμερικάνικο όνειρο. Όταν πάμε να μπούμε στο βάθος των πραγμάτων, είναι τόση η περιρρέουσα επιφανειακότητα που γεννιούνται τέρατα χωρίς κανένα γαμημένο νόημα, σαν την οικογένεια του Τσάρλι Μάνσον, σαν τους σίριαλ κίλερ, σαν την τελευταία λέξη της αμερικανικής μόδας, τους δολοφόνους των mass shootings. Άστε το βάρος και κάντε σινεμά.