«Δεν θεωρώ ότι ο βίος ξεκλειδώνει το έργο – είμαστε μακριά πια από τον επίμονο βιογραφισμό άλλων εποχών ως εργαλείο ερμηνευτικής προσέγγισης της λογοτεχνίας. Οπωσδήποτε και οι βιογραφικές και οι ιστορικές και κοινωνικές, ιδεολογικές ή άλλες εξωτερικές συνθήκες συντείνουν στη διαμόρφωση ενός λογοτεχνήματος, σηντήκονται μέσα του. Δεν το εξηγούν αλλά το περιβάλλουν με μια ιδιαίτερη άλω που περιφρουρεί τη μοναδικότητά του. Τούτη η μικρή συζυγική-οικογενειακή επιστολογραφία του Καραγάτση (γράμματα χαριτωμένα, ευτράπελα, γουστόζικα, μα και απελπισμένα, σκοτεινά και μελαγχολικά) μας ανοίγει ένα παραθυράκι στη θέα της εργοβιογραφίας του από όπου μπορούμε να δούμε εποπτικότερα και καλειδοσκοπικά το σύνολο των κειμένων του», γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου στο επίμετρο του βιβλίου «Αλληλογραφία δυο ερωτευμένων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.

Πρόκειται για δεκαέξι ανέκδοτες επιστολές που αντάλλαξαν ο συγγραφέας Μ. Καραγάτσης και η σύζυγος του, ζωγράφος Νίκη Καρυστινάκη, μετέπειτα Καραγάτση, τη διετία 1935 – 1937, την εποχή που ο συγγραφέας έγραφε το πιο διάσημο έργο του, τον περίφημο «Γιούγκερμαν». Οικογενειακές «έγνοιες» και ένα χρονικό της εποχής, οι τόποι, τα πρόσωπα και η καθημερινότητα του μεσοπολέμου περιγράφονται μέσα από την οικογενειακή αυτή αλληλογραφία ανάμεσα στο ερωτευμένο νέο ζευγάρι αλλά και αυτή με μέλη της οικογένειάς τους.

«Νίκη μου,

Ήθελα να σου πω πως σ’ αγαπώ πολύ. Ίσως να μη τόχεις καταλάβει. Μα φταίω εγώ. Μου αρέσει να εκδηλώνω παραμορφωμένα τα αισθήματά μου. Δύστροπος, στραβοκέφαλος, ανοικονόμητος, ανυπόφορος. Όχι όμως ψεύτης ούτε κάλπης. Έχεις κι εσύ τα ελαττώματά σου. Ελπίζω όμως ότι μ’ έχεις πια καταλάβει. Τίποτα δε λογαριάζω πιο πολύ από το παιδί και σένα. Εγώ -αν κι αρκετά εγωιστής- έρχομαι παρακάτω. Τα υπόλοιπα δεν λογαριάζουν…

Αρχές Αυγούστου 1950». Λίγο μεταγενέστερη η επιστολή αυτή εστάλη ενώ η Νίκη βρισκόταν στην Άνδρο, λίγες ημέρες πριν φύγει ο Καραγάτσης για την Αμερική.

Ο Μ. Καραγάτσης (1908 – 1960), από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του 1930 γεννήθηκε στην Aθήνα. Tο αινιγματικό αρχικό M. λέγεται πώς προέρχεται από το όνομα Mίτια, έκφραση της αγάπης του για τον Nτοστογιέφσκι και ιδίως για τους Aδελφούς Kαραμαζώφ, ενώ το Kαραγάτσης οφείλεται στο καραγάτσι κάτω από το οποίο καθόταν μικρός και διάβαζε, κοντά στην εκκλησία της Pαψάνης.
Tο 1924 τελειώνει το Γυμνάσιο και πηγαίνει στην Γκρενόμπλ για να σπουδάσει νομικά τα οποία, από τον επόμενο χρόνο, θα τα συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Tο 1927 παίρνει μέρος στον πρώτο λογοτεχνικό διαγωνισμό της «Nέας Eστίας» με το διήγημα «Kυρία Nίτσα», το οποίο θα αποσπάσει τον A’ έπαινο και θα δημοσιευτεί το 1929 σε συλλογικό τόμο που περιελάμβανε τα βραβευμένα διηγήματα του διαγωνισμού («Oι θεότητες του Kοτύλου», εκδ. Bιβλιοπωλείον της Eστίας). Mε το διήγημα αυτό ξεκινάει ο Kαραγάτσης τη λογοτεχνική σταδιοδρομία του και τη μακρά συνεργασία του με τη «Nέα Eστία», δημοσιεύοντας σε αυτήν διηγήματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες και μεταφράσεις.

Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν» (1933). Το 1936 δημοσιεύεται το μυθιστόρημα του «Η χίμαιρα», ένα εξαιρετικό, λεπτομερές ψυχογράφημα και στην κόρη που γεννιέται τον Οκτώβριο του 1936 δίνει το όνομα της ηρωίδας του βιβλίου, Μαρίνα. Στο μυθιστόρημα αυτό, που κλείνει τη γνωστή τριλογία «Γιούγκερμαν – Λιάπκιν – Χίμαιρα», ο Καραγάτσης «μελετάει ενδελεχώς τη δυνατότητα προσαρμογής των ξένων στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά και την αμφιθυμία των Ελλήνων απέναντι στη Δύση». Το 1946 πεθαίνει η μητέρα του, στην οποία αφιερώνει το μυθιστόρημά του «Ο μεγάλος ύπνος» που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά.

Το 1958,  του συνυπογράφει «Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων» μαζί με τους Άγγελο Τερζάκη, Ηλία Βενέζη και Στρατή Μυριβήλη, το οποίο πρωτοδημοσιεύεται στην εφημερίδα Ακρόπολη. Στις 8 Νοεμβρίου του ίδιου έτους παθαίνει καρδιακή προσβολή. Η ασθένεια τον οδηγεί στη σταδιακή αποξένωσή του από τους φιλικούς κύκλους, αλλά όχι και στη διακοπή της δουλειάς του. Ξεκινάει να γράφει «Το Δέκα». Πεθαίνει στις 14 Σεπτεμβρίου 1960, σε ηλικία 52 χρόνων, αφήνοντας ανολοκλήρωτο «Tο 10». Η τελευταία φράση που έγραψε ήταν «Aς γελάσω».