Ο Θίο, ένας νεαρός άντρας, χυμένος στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, φλερτάρει με την ιδέα της αυτοκτονίας, καθώς τον τυραννάει μια διπλή ενοχή: αισθάνεται υπεύθυνος αφενός για τον θάνατο της μητέρας του και αφετέρου για την απώλεια ή την καταστροφή (θα μάθουμε μόνο στο τέλος) ενός σπουδαίου έργου τέχνης. Θα τον ακούσουμε να μας διηγείται ότι στη ζωή των ανθρώπων υπάρχει πάντα ένα σημείο καμπής, ένα «πριν» κι ένα «μετά». Το δικό του ήταν στα 13 του, όταν είχε επισκεφθεί με τη μητέρα του το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Μια τρομοκρατική επίθεση, μια βόμβα, πάρα πολλοί νεκροί, ανάμεσά τους και η μητέρα του. Γιατί όμως να αισθάνεται υπεύθυνος; Είχε καμία σχέση με την επίθεση; Προφανώς όχι. Όσες φορές κι αν του εξήγησαν ότι δεν έχει καμία ευθύνη για τον θάνατό της και όσο πολύ καλά κι αν με τη λογική του καταλαβαίνει ότι φυσικά και δεν έχει, δεν μπορεί να μη νιώθει ότι σκοτώθηκε εξαιτίας του.

Στο Μουσείο βρέθηκαν εκείνη τη μέρα, επειδή λίγο αργότερα θα πήγαιναν στο σχολείο του να μιλήσουν με τον διευθυντή που τους είχε καλέσει γιατί ο Θίο κατηγορήθηκε πως κάπνιζε. Και η ενοχή είναι ένα ζώο τόσο αυτόνομο, ώστε για να μην τη νιώθει ο Θίο, δεν του αρκεί ότι η μητέρα του σκοτώθηκε από βόμβα, δεν του αρκεί ότι ακόμη και για το επίμαχο σχολικό παράπτωμα είχε κατηγορηθεί αδίκως, δεν του αρκεί καν ότι η επίσκεψη στο Μουσείο δεν ήταν δική του ιδέα, αλλά της μητέρας του. Στον Θίο αρκεί ότι αν εκείνη ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες και η μητέρα του δεν χρειαζόταν να πάει μαζί του στον Διευθυντή, δεν θα είχε βρεθεί εκείνη την ώρα στο Μουσείο και άρα δεν θα είχε τελειώσει τόσο πρόωρα η ζωή της. Πώς μπορεί να αποκρυπτογραφήσει κανείς ποτέ πλήρως όλα τα συστατικά της ενοχής; Ειδικά για τον Θίο που χάνει ως παιδί με τόσο τραγικό τρόπο τη μητέρα του, ίσως είναι ένας τρόπος να βρίσκει μια αιτία μέσα στην τυχαιότητα, να εντοπίζει στην τυχαία σειρά των γεγονότων τον κρίκο της αλυσίδας πάνω στον οποίο θα μπορούσε να υπάρξει έλεγχος.

Όπως όμως συνεχίζει να μας διηγείται ο Θίο, σε κάθε περίπτωση οι άνθρωποι έχουν ούτως ή άλλως ένα φυσικό τέλος, σε κάθε περίπτωση οι άνθρωποι είναι προορισμένοι να φθαρούν και να χαθούν. Τι συμβαίνει όμως αν εξαιτίας σου χαθεί ένα έργο τέχνης που λόγω της αξίας του έχει επιβιώσει για αιώνες και κανονικά πρέπει να επιβιώσει για πολλούς ακόμα, αν όχι και για πάντα; Τι συμβαίνει όταν εξαιτίας σου χαθεί κάτι που ήταν προορισμένο να μην χαθεί ποτέ;

Μέσα στο τεράστιο σοκ και την ταραχή που ακολουθεί την έκρηξη ο Θίο, παρεξηγώντας τα λόγια ενός ετοιμοθάνατου, θα πάρει μαζί του έναν πίνακα. Είναι η «Καρδερίνα» που φιλοτεχνήθηκε το 1654 και που επιβίωσε μιας άλλης έκρηξης, ενός ατυχήματος, το οποίο σκότωσε τον μαθητή του Ρέμπραντ, Κάρελ Φαμπρίτσιους σε ηλικία 32 μόλις ετών (γεγονός που προφανώς λειτούργησε ως έμπνευση για την Ντόνα Ταρτ, συγγραφέα του βιβλίου, πάνω στο οποίο βασίζεται η ταινία). Λίγο πριν την έκρηξη η μητέρα του Θίο τού έδειχνε τον πίνακα και του μιλούσε με θαυμασμό για αυτόν. Ο Θίο όχι μόνο θα τον πάρει, αλλά θα τον κρατήσει κρυμμένο, στερώντας τον από τα μάτια του κόσμου, χωρίς να καταλάβουμε γιατί τον κρατά. Ερμηνείες μπορούν να δοθούν, αλλά δεν πατάνε στην ταινία αυτές οι ερμηνείες, θα πρέπει να τις δώσουμε μόνοι μας. Ο Θίο νιώθει ενοχές γιατί στην πορεία των χρόνων κάτι συνέβη στον πίνακα και δεν νιώθει -ή δεν βλέπουμε στην ταινία να νιώθει- ενοχές για το γεγονός ότι τον έχει κρατήσει κρυμμένο χρόνια. Είπαμε, οι ενοχές υπακούν στους δικούς τους αυθαίρετους νόμους.

Η 56χρονη Ντόνα Ταρτ είναι ένα από τα πιο ηχηρά ονόματα της σύγχρονης αμερικάνικης λογοτεχνίας. Έχει γράψει μόλις τρία μυθιστορήματα, τη «Μυστική Ιστορία» του 1992, τον «Μικρό Φίλο» του 2002 και την «Καρδερίνα» του 2013. Η βραβευμένη με Πούλιτζερ «Καρδερίνα» της έχει κοντά στις χίλιες σελίδες έκταση. Μέσα σε δυόμιση ώρες κινηματογραφικού χρόνου, ο σκηνοθέτης Τζον Κρόουλι και ο Πίτερ Στράχαν που διασκεύασε σεναριακά το βιβλίο, θα προσπαθήσουν να χωρέσουν ό,τι περισσότερο μπορούν. Με φλας μπακ βλέπουμε τον Θίο ως παιδί τα πρώτα χρόνια μετά το τραγικό συμβάν, όταν θα προλάβει να αλλάξει τρία διαφορετικά σπίτια και να ζήσει τρεις πολύ διαφορετικές ζωές. Και ύστερα βλέπουμε τον Θίο ως 21 ετών νέο, αντιμέτωπο με τις επιλογές που έχει κάνει, τα τραύματα που κουβαλά από το παρελθόν και τα καινούρια που του παρουσιάζονται μπροστά του.

Είναι σαφές ότι σε αυτήν την κινηματογραφική μεταφορά κάτι πήγε πολύ λάθος. Από τη Νικόλ Κίντμαν ως την Σάρα Πόλσον και από τον Τζέφρι Ράιτ ως τον Λιουκ Γουίλσον, θα παρελάσουν μπροστά στα μάτια μας ένα σωρό χαρακτήρες, κάποιοι θα παραμείνουν μονοδιάστατα αδιάφοροι, για κάποιους άλλους θα μας σχηματιστεί η υποψία ως και βεβαιότητα ότι στο μυθιστόρημα πρέπει να αποτυπώνεται η δική τους αλήθεια, η δική τους συνθετότητα, ο δικός τους εαυτός, εαυτός όμως που δεν περνάει ποτέ ικανοποιητικά στην ταινία. Και να πει κανείς ότι θυσιάστηκε η ικανοποιητική μεταφορά των άλλων ηρώων ώστε να μείνει όλος ο χώρος και ο χρόνος για τον κεντρικό ήρωα; Ακόμη κι ο Θίο δεν σχηματίζεται ως χαρακτήρας ανάγλυφα μπροστά μας, παραμένει ως το τέλος περίπου ασαφής. Όχι μυστηριώδης – ασαφής. Οι δημιουργοί της ταινίας προσπαθώντας να χωρέσουν τους βασικούς ήρωες και τις βασικές εξελίξεις στην πλοκή, αποτυγχάνουν να μας εμπλέξουν συναισθηματικά στην ιστορία του Θίο. Τα γεγονότα συμβαίνουν το ένα μετά το άλλο κι εμείς προσπαθούμε να βρούμε που ακριβώς να κολλήσουμε και από τι ακριβώς να παρασυρθούμε.

Παρά ταύτα αν οι ενήλικοι ηθοποιοί δεν έχουν τη δυνατότητα να παραδώσουν σημαντικούς ρόλους, δίνεται χώρος σε δυο παιδιά να το κάνουν.  Ο Όουκς Φέγκλεϊ που υποδύεται τον δεκατριάχρονο Θίο είναι εξαιρετικός και η ερμηνεία του πολύ πιο αξιομνημόνευτη από αυτήν του Άνσελ Έλγκορντ, ο οποίος στον ρόλο του 21χρονου Θίο, συντείνει άθελά του με την ερμηνεία του στη σύγχυση για το τι σόι χαρακτήρα υποδύεται. Ο Φιν Γούλφχαρντ που υποδύεται τον ουκρανικής καταγωγής φίλο του Θίο, μεγαλώνει πια, δεν είναι πια το παιδάκι με τα ποδήλατα του “Stranger Things” και του “It”, στην αρχή μπορεί να ξενίζει λίγο η προφορά του, αλλά έχει και αύρα και ένταση και ίσως έχουμε μπροστά μας ένα όνομα που θα κάνει καριέρα.

Χρειαζόμαστε το σινεμά που προσπαθεί να συνομιλήσει με την ουσία των πραγμάτων, ακόμη κι όταν αποτυγχάνει θεαματικά

Ενώ «Η Καρδερίνα» είναι μια αποτυχημένη μεταφορά, θεωρώ ότι είναι μια χρήσιμη αποτυχία. Χρειαζόμαστε το σινεμά που προσπαθεί να συνομιλήσει με την ουσία των πραγμάτων, ακόμη κι όταν αποτυγχάνει θεαματικά. Χρειαζόμαστε από τον μέινστριμ αμερικάνικο κινηματογράφο να συνεχίσει να συνομιλεί και με τη λογοτεχνία και να μην ρίξει μαύρη πέτρα και εδώ. Η αποτυχία της ταινίας «Η Καρδερίνα» μπορεί να λειτουργήσει ως πρόκληση για να διαβάσει κανείς το μυθιστόρημα και να καταλάβει τι πήγε λάθος στη μεταφορά. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιες αποτυχίες δείχνουν με το αντιπαράδειγμά τους, πως ακόμη και στις περιπτώσεις που η σημαντική λογοτεχνία έγινε σημαντικό σινεμά, αυτό οφείλεται στο ότι οι μεταφορείς άντλησαν από το βιβλίο αυτό που έπρεπε να αντληθεί, ώστε η ταινία να μπορεί να στέκεται στα δικά της πόδια και όχι στα πόδια του βιβλίου.

Κι εν πάση περιπτώσει, αν τελικά μου αφήνει προσωπικά κάτι η ταινία, θα το κάνει στο επίπεδο της εξής ιδέας: η αλυσίδα αιτίου – αποτελέσματος, η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα σε αυτό που κάνουμε και σε αυτό που προκύπτει, είναι πολλές φορές απρόοπτη. Ανάμεσα στο καλό και το κακό παρεμβάλλεται συχνά ο κρίκος του τυχαίου. Δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτο έλεγχο ούτε στο καλό το οποίο θα προκαλέσουμε ούτε στο κακό. Καμιά φορά με καλές προθέσεις βλάπτουμε, καμιά φορά πάνω σε λάθη μας προκύπτουν ευεργεσίες. Είμαστε κρίκοι στην αλυσίδα των πραγμάτων, δεν κρατάμε την αλυσίδα.