«Θα ’πρεπε ίσως, πριν απ’ όλα, να πούμε πως τα Καρναβάλια σ’ εκείνον τον τόπο δεν ήταν κάτι που γινόταν οπουδήποτε. Μπορεί κι άλλοι να μασκαρεύονταν εδώ και κει σποραδικά και να χοροπηδούσαν για μερικές ώρες, αλλά πουθενά αλλού απ’ ό,τι ξέρουμε – στα χρόνια μας τουλάχιστον και στα δικά τους τότε- δεν μεταμορφώνονταν οι άνθρωποι με τόση λατρευτική κατάνυξη και τόση τέχνη σε κουδουνοφόρους τράγους…». Στην κορυφαία της συγγραφική στιγμή,* η Ζυράννα Ζατέλη καταγράφει στο λογοτεχνικό της υφαντό λαογραφικά υφάδια μιας παράδοσης του πατρογονικού της Σοχού Θεσσαλονίκης που διατρέχει τους αιώνες: εκείνη των καρναβαλικών ζωόμορφων μεταμφιέσεων που φανερώνουν τις πιο αρχέγονες ελπίδες και φοβίες του ανθρώπου για τα μυστήρια της γης και του εαυτού.

Παρά τις διαβεβαιώσεις της Ζατέλη όμως, το υφάδι αυτό πλέκεται εδώ και χιλιάδες χρόνια σε πολλά αντίστοιχα λαογραφικά υφαντά που απαντώνται εκτεταμένα στον ελλαδικό αλλά και τον ευρωπαϊκό χώρο. Δρώμενα με βάση τη μεταμφίεση που λειτουργούν ως διαβατήριες τελετές σε κρίσιμες στιγμές μέσα στο έτος (κυρίως στα Φώτα, την αρχή του έτους, ή την Αποκριά, τότε που ο χειμώνας κλείνει τους λογαριασμούς του με την άνοιξη) συναντάμε στο Ν. Θεσσαλονίκης, στο Ν. Σερρών, στον Όλυμπο, στο Ν. Καβάλας, στο Ν. Δράμας, στη Σκύρο, τη Μυτιλήνη, τη Νάξο, το Ηράκλειο, αλλά και την Ισπανία, την Ελβετία, την Ιταλία, την Αυστρία, τη Βουλγαρία, το Ισραήλ κ.α.

Τα δρώμενα αυτά υπερβαίνουν τη συνήθη λογική της αντιστροφής της κανονικότητας, της αναίρεσης της καθημερινής τάξης πραγμάτων, εκείνη του «ανάποδου κόσμου», σύμφωνα με τον Βάλτερ Πούχνερ, που τείνουμε να αποδίδουμε στις καρναβαλικές μεταμφιέσεις. Εδώ το διακύβευμα δεν είναι απλώς η παγανιστική εκτόνωση των αρχέγονων ενστίκτων, αλλά η συμβολική επένδυση της πιο θεμελιακής σχέσης του ανθρώπου, εκείνης με τη γη που τον τρέφει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Πρόκειται για ιεροπραξίες ευγονικού και ευετηρικού χαρακτήρα που επιδιώκουν την προστασία της παραγωγής στις κρίσιμες περιόδους εναλλαγής των εποχών μέσω της επίκλησης των δυνάμεων της φύσης: τον εξορκισμό των δαιμόνιων και τον εξευμενισμό των φίλιων.

Κοινός άξονας όλων αυτών των εποχικών δρώμενων στις εσχατιές της Ευρώπης, το κουδούνι: «ηχητικό αντικείμενο κοίλου ή κωνικού σχήματος, το οποίο φέρει στο εσωτερικό του ένα σφαιρίδιο που παράγει ήχο όταν έρθει σε επαφή με τα χείλη του». Ο συμβολικός χαρακτήρας του ήχου του πολλαπλός, αλλά δεδομένος. Ένα αντικείμενο που εξ ορισμού σημαίνει τον κίνδυνο, τον φόβο, το δέος, την προειδοποίηση, το κέλευσμα, την ευδαιμονία. Ένας ήχος που αντηχεί διαμέσου των αιώνων και φέρνει την «ταπεινή» λαογραφία του αγρού ένα βήμα πιο κοντά στη λάμψη της αστικής ανθρωπολογίας.

Τη διερεύνηση της ποικιλομορφίας των εθίμων της κωδωνοφορίας μέσα από την καταγραφή των κοινών τους στοιχείων επιχειρεί η δράση «Δρόμοι του κουδουνιού» που διοργανώνεται από το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης σε συνεργασία με την κα. Γιάννα Ευαγγελίδου, σκηνοθέτιδα που έχει ασχοληθεί εκτεταμένη με το θέμα και την κινηματογράφησή του.

Το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας – Θράκης ιδρύθηκε το 1970 με σκοπό την έρευνα και μελέτη του παραδοσιακού πολιτισμού των τελευταίων αιώνων στον βορειοελλαδικό χώρο, συλλέγοντας, συντηρώντας, διαφυλάσσοντας και καταγράφοντας τα υλικά και άυλα τεκμήριά του. Μελετά τις ιεροπραξίες της κωδωνοφορίας από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και στόχο έχει τη θεσμοθέτηση της δράσης των «Δρόμων του Κουδουνιού», αλλά και τη διεύρυνσή της σε πανευρωπαϊκό επίπεδο που θα αναδείξει εκ νέου τη Θεσσαλονίκη ως συνδετικό κρίκο και ως κοινό τόπο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, επιτρέποντας παράλληλα τη διαδραστική διάχυση της επιστημονικής έρευνας στο ευρύ κοινό.

Στο πλαίσιο της δράσης, το Φωτογραφικό Κέντρο Θεσσαλονίκης έχει αναλάβει την παραγωγή μιας σειράς φωτογραφικών εκθέσεων με θέμα την κωδωνοφορία, ενώ την περασμένη Κυριακή πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Αριστοτέλους ανοιχτό εικαστικό εργαστήρι όπου 10 καλλιτέχνες κλήθηκαν να αποδώσουν με το δικό τους ύφος το λογότυπο της φετινής δράσης, ένα ξύλινο ομοίωμα του μπαμπούγερου.

Θα πραγματοποιηθεί ακόμη η διοργάνωση εντός εκπαιδευτικού προγράμματος για παιδιά στους χώρους του Μουσείου με τίτλο: «Μεταμορφώσεις: Κατασκευάζοντας την κεφαλοστολή του Σοχού», μιας επιστημονικής ημερίδας με θέμα «Κουδούνι: ήχος, χορός, δρώμενα» και αναλογίου με την ανάγνωση αποσπασμάτων του μυθιστορήματος «Και με το φως του λύκου επανέρχονται» από τη συγγραφέα του Ζυράννα Ζατέλη το Σάββατο 22 Φεβρουαρίου (20:00, Κεντρικό κτήριο του Λ.Ε.Μ.Μ.-Θ. Βασ. Όλγας 68).

«Οι Δρόμοι του Κουδουνιού» κορυφώνονται την προσεχή Κυριακή με μια πομπή από 12 ομάδες και 700 ατόμων που θα ξεκινήσει από τον Λευκό Πύργο και θα καταλήξει στην Πλατεία Αριστοτέλους (23/2, 11:00 – 17:00), όπου οι κωδωνοφόροι του Σοχού, ο «Μπαμπούγερος»της Ανθής Σερρών, τα «Μπαμπούγερα»της Καλής Βρύσης Δράμας, οι «Αράπηδες» της Νικησιανής Καβάλας, το «Μπάμπιντεν» από την Πετρούσα Δράμας και άλλα συγκροτήματα θα παρουσιάσουν 15’ αναπαραστάσεις των εθίμων και δρώμενών τους. Θα ακολουθήσει γιορτή, ενώ στη συνέχεια τα συγκροτήματα θα συνεχίσουν την περιήγησή τους σε άλλες πλατείες της πόλης με τη συνοδεία μουσικής.

«Aν ο προνεωτερικός άνθρωπος επινόησε τα εκκωφαντικά στην κλίμακα της κοινότητάς του κουδούνια για να εξορκίσει το κακό, και φαίνεται πως τα κατάφερε καλά, τί διαστάσεων κουδούνια να περιμένουμε από τον νεωτερικό άνθρωπο που σε δυόμισι μόλις αιώνες κατάφερε να απειλήσει τον πλανήτη; Ίσως μια κωδωνοφορία συμπαντικής κλίμακας, σημειώνει ο Διευθυντής του Μουσείου κ. Ζήσης Σκαμπάλης. Στη Θεσσαλονίκη, την Τσικνοπέμπτη, λίγο πριν την 1η ευρωπαϊκή πομπή κωδωνοφόρων της Κυριακής, μια άλλη καρναβαλική κωδωνοφορία, αυτή τη φορά ποδηλατική, στο πλαίσιο του 5ου Ποδηλατικού Καρναβαλιού της πόλης με θέμα «Το Φαγοπότι της Εξουσίας και οι Φυλακισμένοι Πολίτες», θα επιχειρήσει να αναδείξει τους σύγχρονους τρόπους να χτυπάς το κουδούνι για να ξορκίσεις το κακό και να σημάνεις την αλλαγή.

*Και με το φως του λύκου επανέρχονται, Ζυράννα Ζατέλη, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1994.

Κεντρική φωτογραφία: Άγης Κελπέκης