Ο Πειραιάς είναι μια αγαπημένη επιλογή για εμάς τους διαμένοντες στην Αττική Θεσσαλονικείς. Θυμίζει κάτι από Θεσσαλονίκη, γι’ αυτό, χάρη στη γειτνίασή του με τη θάλασσα, αλλά κυρίως χάρη στο ιδιαίτερο ύφος που του προσδίδει το λιμάνι· ο Πειραιάς δεν είναι σαν τα νότια προάστια, των οποίων η ακτογραμμή φέρνει κάτι από την ιλλουστρασιόν αισθητική του Μαϊάμι ή της Καλιφόρνιας. Ο Πειραιάς είναι βιομηχανικός και αστικός μαζί, διατηρεί τον μικτό χαρακτήρα μιας λαϊκής γειτονιάς και ενός (περασμένου) μεγαλείου. Είναι απλόχερος στην πρόσβασή του προς τη θάλασσα, με μεγάλο, ανοιχτό ορίζοντα, αλλά στριμωγμένος και σε σημεία του καταθλιπτικός όσο απομακρύνεσαι από αυτή και χάνεσαι στα στενά δρομάκια με την άναρχη δόμηση. Και έχει επίσης κι άλλα χαρακτηριστικά ίδια με της Θεσσαλονίκης, όπως το τεράστιο στοίχημα να ελιχθείς και κυρίως να παρκάρεις στους μόνιμα σχεδόν μποτιλιαρισμένους δρόμους, το πρόβλημα των σκουπιδιών, κυρίως όμως τη νοοτροπία των κατοίκων του, περήφανους για τη (γοητευτική) πόλη τους, με μία τοπικιστική διάθεση που αποδεικνύεται ταυτόχρονα “υπεράνω” και “μονίμως παραπονούμενη” απέναντι στην πρωτεύουσα.

Ο Πειραιάς, επίσης, παρήγαγε για χρόνια πολύ λιγότερο θεατρικό πολιτισμό από όσο επιτρέπει το ικανό σε αριθμό ανθρώπινο δυναμικό του, αντίστοιχα με τη Θεσσαλονίκη, της οποίας το ένα εκατομμύριο κατοίκων θα επέτρεπαν σε άλλες συνθήκες, ευρωπαϊκές, μία πολύ πλουσιότερη θεατρική ζωή από όση παρέχει το ΚΘΒΕ και η με αμέτρητες προσωπικές θυσίες λειτουργία της Πειραματικής Σκηνής της “Τέχνης”. Αυτό το κενό στη θεατρική παραγωγή του Πειραιά ήρθε να καλύψει η επαναλειτουργία του Δημοτικού Θεάτρου, από τον περασμένο Νοέμβρη. Αφού φιλοξένησε κάποιες έτοιμες παραστάσεις, ήρθε η στιγμή για την παρουσίαση της πρώτης δικιάς του παραγωγής με τους “Καβγάδες στην Κιότζα”  του Κάρλο Γκολντόνι, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Παπαβασιλείου.

Η θέαση της παράστασης αποδείχθηκε εξίσου “ταξιδιάρικη”, αφού σε πλήρη αρμονία με την πόλη που τη φιλοξενεί με μετέφερε πίσω στη Θεσσαλονίκη και, κυρίως, πίσω στο χρόνο. Οι “Καβγάδες στην Κιότζα” θα μπορούσαν να είναι μέρος του ρεπερτορίου του ΚΘΒΕ κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν καλλιτεχνικός διευθυντής του ήταν ο ίδιος ο Παπαβασιλείου. Από την επιλογή της ύλης του προγράμματος, τους καλλιτεχνικούς συντελεστές και κανα-δυο ηθοποιούς μέχρι την αύρα της παράστασης, ένα κομμάτι του τότε ΚΘΒΕ μοιάζει να μεταφέρθηκε στον Πειραιά.

Αυτή η αίσθηση δεν εκπληρώνεται απόλυτα πάντως όσον αφορά τη σκηνοθετική σφραγίδα του Παπαβασιλείου, που μας έχει συνηθίσει σε πιο χαρακτηριστικές, ιδιάζουσες πολλές φορές, αναγνώσεις, ειδικά στο παλαιότερο ρεπερτόριο, που συγκαταλέγεται στις σταθερές επιλογές του. Οι “Καβγάδες” του δεν ήταν μια κακή παράσταση, ήταν όμως μια απλή, ευπαρουσίαστη εκδοχή, που εστίασε στη σχετική υπερβολή και διόγκωση, που όμως είναι και η πλέον αναμενόμενη όσον αφορά μια σύγχρονη παράσταση του Γκολντόνι. Μπορεί η πίστη του Παπαβασιλείου στη δυναμική του συγγραφέα ως θεμελιωτή του σύγχρονου θεάτρου και της κωμωδίας χαρακτήρων να είναι μεγάλη, στην πράξη όμως η παράστασή του δεν απέδειξε κάτι παραπάνω από τη ζωηράδα ενός παλιού έργου που παραμένει ευχάριστο χάρη στην κωμική τυποποίηση που κουβαλούν οι ήρωές του. Αυτή τη ζωηράδα και την τυποποίηση επιχείρησε, κατά κύριο λόγο, να αναδείξει ο Παπαβασιλείου, καθοδηγώντας ανάλογα τους ηθοποιούς του, που σε γενικές γραμμές υπήρξαν αντάξιοι των προσδοκιών (Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Γιάννης Νταλιάνης, Ελένη Ουζουνίδου, Άντρη Θεοδότου, Χριστίνα Μαξούρη, Άγγελος Μπούρας, Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου, Αντώνης Πριμηκύρης, Χρήστος Σαπουντζής, Μενέλαος Χαζαράκης, Νικόλας Χανακούλας, Στράτος Χρήστου). Πέραν αυτού, όμως, ουδέν, παρόλο που όχι μόνο ο ίδιος ο Παπαβασιλείου διαθέτει τα εχέγγυα για τη δραματουργική επεξεργασία του έργου αλλά και η παράσταση διαθέτει και δραματολόγο (Σωτήρης Χαβιάρας).

Η παράσταση είχε ρυθμό και ευνοήθηκε αρκετά και από τη μουσική (Δημήτρης Καμαρωτός), όχι όμως από τη δουλειά της Marie-Noëlle Semet στα σκηνικά και τα κοστούμια: τα δίχτυα ψαρέματος και τα δυο-τρία αντικείμενα εσωτερικού χώρου αποδείχθηκαν πολύ λίγα για να γεμίσουν τη μεγάλη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου, που έμοιαζε να “καταπίνει” τους ηθοποιούς, ενώ τα κοστούμια, αν και υπάκουαν σε μία ενιαία λογική ύφους, προδόθηκαν από το γεγονός ότι μαρτυρούσαν έλλειψη θεατρικότητας (ιδιαιτέρως τα γυναικεία, καθώς τα φορέματα “φώναζαν” ότι ειναι αγορασμένα από αλυσίδα σύγχρονου ρουχισμού, ακόμη κι αν δεν είναι έτσι).

Εν ολίγοις, ο Παπαβασιλείου, χρησιμοποιώντας το ελάχιστο των ικανοτήτων του, παρέδωσε μια διασκεδαστική, απροβλημάτιστη παράσταση που θα στεκόταν καλύτερα σε ένα μικρότερο, υπαίθριο κιόλας θέατρο, ώστε η εγγύητητα με τη θάλασσα και το λιμάνι (που ήταν ζητούμενό του όταν κλήθηκε να σκηνοθετήσει την πρώτη παραγωγή του Θεάτρου του Πειραιά) να λειτουργήσει και πιο αποτελεσματικά.

Καβγάδες στην Κιότζα | Από 19 Μαρτίου έως 13 Απριλίου | Δημοτικό Θέατρο Πειραιά