Όταν τον προηγούμενο Ιούνη ανακοινωνόταν το φετινό ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου, δυο-τρεις ήταν οι παρουσίες που δημιουργούσαν προσδοκία για τη συνέχεια, με πρώτη και καλύτερη, θεωρώ, τη σκηνική συνάντηση του Bruce Myers με τις «Δούλες» του Ζενέ. Κι επίσης, μια περιέργεια στο άκουσμα του σκηνοθετικού ντεμπούτου του δραματουργού Γιώργου Μανιώτη και μάλιστα σε έργο Μπέκετ («Οι ευτυχισμένες μέρες»). Τώρα που έφτασε η ώρα του καλλιτεχνικού απολογισμού, φοβάμαι πως η πρώτη δεν κατάφερε να δικαιώσει τις προσδοκίες της, ούτε η δεύτερη να κάνει την έκπληξη. Μάλιστα, και οι δύο φαίνεται να πάσχουν από το ίδιο παθητικό: την αδυναμία της σκηνοθεσίας να δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς μεταξύ κειμένου και σκηνής και να εκμεταλλευτεί, σε δεύτερο χρόνο, τις άξιες ηθοποιούς που είχε στη διάθεσή της.

© Patroklos Skafidas
Φωτογραφία από την παράσταση «Ευτυχισμένες μέρες»

Ο Μπέκετ, όσο συχνά κι αν ανεβαίνει, όσο κι αν ελάχιστα πια θεωρείται συγγραφέας του «παραλόγου», αφού οι κωμικοτραγικές του υπάρξεις μοιάζουν όλο και πιο άμεσα στον άνθρωπο του 21ου αιώνα, δεν παύει να είναι ένας δραματουργός που βάζει δύσκολα στους σκηνοθέτες. Πλοκή με ελάχιστη ή καθόλου εξέλιξη, ακατάπαυστη φλυαρία, επαναλαμβανόμενες, «ανούσιες» συνήθως, δράσεις, ειδική διαχείριση του χρόνου, αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της μπεκετικής δραματουργίας, και επιβάλλεται να προκύψουν μέσα από μια καλά χωνεμένη σκηνοθετική και ερμηνευτική διαδικασία, ώστε να πείσουν για το λόγο της ύπαρξής τους. Αλλιώς, τα έργα θα μείνουν επί σκηνής μάλλον αμήχανα, ακατάληπτα, με ηθοποιούς που φλυαρούν χωρίς λόγο και χωρίς αποδέκτες. Πόσω μάλλον όταν μιλάμε για τις «Ευτυχισμένες μέρες», ένα έργο ακινησίας και ουσιαστικά μονολογικό.

γουινι-1-1160x737
Φωτογραφία από την παράσταση «Ευτυχισμένες μέρες»

Ο Γιώργος Μανιώτης είχε στη διάθεσή του τη Σοφία Φιλιππίδου, ηθοποιό με γερή κωμική στόφα, αλλά και δραματικές δυνατότητες, φαίνεται όμως πως την άφησε μάλλον ακαθοδήγητη. Τα λόγια του έργου, αυτή η ακατάπαυστη λογοδιάρροια της Γουίνι που έχει για αποδέκτη -ή άλλοθι- τον ουσιαστικά βουβό Γουίλι, εκφράστηκαν από την ηθοποιό κάποιες φορές «επιτυχημένα», κυρίως όμως όχι. Ελάχιστα, δηλαδή, ήταν τα σημεία εκείνα που κατέβηκαν στην πλατεία, ήταν αυτά που η ηθοποιός είχε κάνει κτήμα της, τα σαρκαστικά και αυτοσαρκαστικά, αυτά που προέκυπταν από την αναγνώριση της κωμικής φλέβας του έργου. Από εκεί και πέρα, παρατηρήθηκε μια εμφανής απουσία συνδέσμου μεταξύ κειμένουσκηνοθεσίαςερμηνεύτριας. Νιώθω ότι η ηθοποιός έντυσε το κείμενο «τεχνικά» με ό,τι ζητάει -παύσεις, μικρές δράσεις, εναλλαγή μεταξύ δραματικού και κωμικού-, χωρίς να έχει αφομοιωθεί μέσα της, μέσα από την από κοινού με τον σκηνοθέτη δουλειά, μια ουσιαστική κατανόηση του έργου. Ή καλύτερα, για να είμαι πιο έντιμη απέναντί της, από την παράσταση εξέλαβα πως ο Γιώργος Μανιώτης εξέφρασε το λόγο του συγγραφέα μέσω της Σοφίας Φιλιππίδου, χωρίς ο ίδιος να έχει κατακτήσει μια θέση πάνω σε αυτόν το λόγο. Και όταν λέω «θέση» δεν εννοώ απαραίτητα την όποια σκηνοθετική ανάγνωση μπορεί να γεννηθεί από ένα έργο όπου η βασική ηρωίδα μιλάει περί ανέμων και υδάτων, παρόλο που (ή ακριβώς επειδή) βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στο χώμα. Εννοώ τη διαδικασία από την οποία θα προκύψει η αυτονόητη συνθήκη, να μεταφερθεί ένα έργο με τρόπο λειτουργικό και αποτελεσματικό από το χαρτί στην πλατεία.

© Patroklos Skafidas
Φωτογραφία από την παράσταση «Δούλες»

Τα πράγματα είναι θολότερα με τις «Δούλες», που σκηνοθετεί ο επί χρόνια συνεργάτης του Peter Brook, Bruce Myers. Η ιστορία των δύο υπηρετριών που οραματίζονται και αναπαριστούν, σε ένα συνεχώς επαναλαμβανόμενο παιχνίδι ρόλων, τη δολοφονία της κυρίας τους, τοποθετήθηκε σε ένα σκηνικό (Άση Δημητρολοπούλου) με σαφείς θρησκευτικές αναφορές, που λειτούργησε τόσο ως υπόμνηση της καθολικής ανατροφής των δύο γυναικών, όσο και ως ταιριαστό περιβάλλον για ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι φόνου και αυτοθυσίας τελικάπου εκτελείται με τελετουργική αφοσίωση. Όμως, η, κατά το σκηνοθετικό σημείωμα, πρόθεση για την τοποθέτηση του έργου σε ένα γενικότερο τελετουργικό πλαίσιο, εξαντλήθηκε στη σκηνογραφική ιδέα και στη σύντομη εναρκτήρια σκηνή μιας ιδιότυπης πυροβασίας πάνω σε ροδοπέταλα, που γρήγορα ξεχάστηκε και έμεινε μάλλον αποκομμένη από την τυπική, κατά τ’ άλλα, ανάγνωση του έργου.

© Patroklos Skafidas
Φωτογραφία από την παράσταση «Δούλες»

Για την ακρίβεια, δεν νομίζω ότι η παράσταση κατάφερε να δείξει κάποια σκηνοθετική θέση απέναντι στο έργο. Και λέγοντας «θέση», εννοώ ό,τι ακριβώς ανέφερα για την πρώτη παράσταση. Βέβαια, οι «Δούλες» έχουν «υπόθεση», πλοκή και εξέλιξη, άρα κάτι σκηνικά χειροπιαστό· αυτό όμως δεν τις κάνει πιο εύκολη επιλογή. Είναι παραπάνω από ένα παιχνίδι ρόλων που οδηγεί σε μια τραγική κατάληξη. Και είναι παραπάνω ακόμα και από μια ιστορία ταξικής πάλης, όπως επισήμανε και ο ίδιος ο Myers. Το παιχνίδι που παίζεται στις «Δούλες» δεν είναι απλώς η εκτόνωση ενός απωθημένου, ή η πρόβα ενός σχεδίου, είναι και το πρόσχημα για μια εκ βαθέων σύγκρουση των δύο αδελφών τόσο με τον εαυτό τους, όσο και μεταξύ τους. Η σχέση τους είναι το ίδιο σημαντική, αν όχι πιο σημαντική, από τη σχέση τους με την Κυρία. Οι συγκρούσεις τους είναι το ίδιο σημαντικές, αν όχι πιο σημαντικές, από το μίσος τους για την Κυρία. Αυτό το υπαρξιακό δράμα που υποδαυλίζεται μέσα από τις συνεχείς εναλλαγές προσωπείων, αυτές οι εσωτερικές σχέσεις δεν φάνηκαν, δεν δημιουργήθηκαν επί σκηνής και συνεπακόλουθα δεν κατέβηκαν στην πλατεία. Οι δύο ηθοποιοί (Μαρία Κίτσου, Ραφίκα Σαουίς) έδειξαν να καταλαβαίνουν τι κάνουν και να κερδίζουν τις εντυπώσεις μονάχα στις σκηνές του παιχνιδιού τους, ειδικά χάρη στην επιτηδευμένη προσποίηση της Κίτσου στο ρόλο της Κλαίρης που παριστάνει την Κυρία. Στα συν της παράστασης θα πρέπει να συγκαταλεχθεί και η τραβηγμένη προς τη γελοιογραφική υπερβολή ανάγνωση της Κυρίας (ερμηνευμένη από τη Λένα Παπαληγούρα), καθώς, αν και συζητήσιμη, έφερε μια καλοδεχούμενη ανάσα θεατρικότητας, εν μέσω μιας παράστασης που είχε αρχίσει να κάνει κοιλιά.

Σίγουρα, καμία από τις δύο παραστάσεις δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μια μελανή στιγμή για το (εθνικό) θέατρο. Σίγουρα, όμως, δεν αντιπροσωπεύει και την εικόνα του (εθνικού) θεάτρου που θα θέλαμε.

Info: Οι παραστάσεις «Ευτυχισμένες μέρες» και οι «Δούλες» συνεχίζονται στο Εθνικό Θέατρο Μικρό REX – Σκηνή «Κατίνα Παξινού» έως τις 2/4 και 5/4 , αντίστοιχα.