Πάνω σε μια σκηνή να τραμπαλίζεται, να αιωρείται, να μονολογεί, να θυμάται, να φλέγεται, να ειρωνεύεται, να αυτοσαρκάζεται για μια πραγματικότητα τόσο οικεία, τόσο αληθινή σε όλους εμάς που αρχικά ως θεατές θα γελάσουμε με το λαχταριστό κείμενο της πολυτάλαντης Λένας Κιτσοπούλου που γράφτηκε μια δεκαετία πριν και μοιάζει πλέον με μια διαχρονική σύγχρονη ελληνική νουβέλα, αλλά με μια δεύτερη ματιά θα αντιληφθούμε ότι μάλλον κοιτάμε το είδωλό μας στον καθρέφτη.

Μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, ίσως και μικρότερη ίσως και μεγαλύτερη, αδιάφορο, την βλέπουμε να ντύνεται, να γδύνεται, να γελάει, να κλαίει διασχίζοντας χιλιόμετρα μέσα στο σπίτι της. Ανηφορίζει και κατηφορίζει στη συναισθηματική της σκαλιέρα, και εσύ από κάτω γελάς, κλαις, ταυτίζεσαι, κουνάς το κεφάλι συμφωνώντας «ρε τι μας είπε τώρα» και παραδίνεσαι σε ένα τέλος που αν είσαι ανυποψίαστος, σίγουρα δεν το περίμενες. Γιατί θα συναντήσεις την κόλαση με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Γιατί το συσσωρευμένο μπούχτισμα από τη μία, η απόρριψη από την άλλη της γυναίκας που διανύει μια μάταιη ζωή, σύντομα θα την οδηγήσουν στην τελευταία πράξη. Αλλά εδώ έχουμε τον τρόπο και το κείμενο της Κιτσοπούλου που ο σαρκασμός πρωταγωνιστεί και η κόλαση θυμίζει ένα καμίνι που βράζει από χιούμορ και ειρωνεία. Μήπως τελικά αυτό είναι και το μήνυμα;

Εργένισσα με μια σχέση του βολέματος, της ανάγκης γιατί ο μεγάλος έρωτας είτε πέρασε είτε δεν έφτασε ποτέ, μπουχτισμένη από την ανιαρή της καθημερινότητα, την υπερφίαλη «γκλαμουράτη ζωή μπουρδολογίας» των social media και όλων των influencer εξομολογείται παραδομένη απόλυτα στη συνειδητοποίηση που της έφερε η ωρίμανσή της για μια μάταια ζωή.

«Στου κουφού την πόρτα σταμάτα να χτυπάς», θα δηλώσει και εσύ θα γελάσεις με τον τρόπο και το ύφος της αλλά το θλιβερό και τραγικό καραδοκούν στο επόμενα βήμα.

Γιατί μπορεί το έργο που βλέπεις να ξεκινάει ρεαλιστικά, ήπια αλλά ακροβατώντας μεταξύ ψυχανάλυσης και εξομολόγησης, κορυφώνεται σιγά σιγά και βρίσκεσαι μάρτυρας ενός τέλους που μάλλον δεν περίμενες.

Η Κίττυ Παϊταζόγλου πρωταγωνίστρια σε αυτόν τον εξαιρετικό μονόλογο της Κιτσοπούλου είναι χορταστική. Ένας ρόλος που δεν της έχει διόλου φορεθεί αλλά αντίθετα τον «απογειώνει» με τις εκφραστικές της ικανότητες, παίζοντας με τις λέξεις, τις σιωπές και κυρίως με την πλαστικότητα του σώματός της.

Μέσα από τη σαρκαστική ματιά της καταφέρνει να διατρέξει τη σύγχρονη, σχεδόν απάνθρωπη, πραγματικότητα όπου ο έρωτας, η αγάπη, η φιλία, τα αυθεντικά συναισθήματα δεν έχουν κάποια θέση. Σαρκασμός και λυρισμός, ομορφιά και ασχήμια, αρμονία και ανισορροπία, όλα αυτά και άλλα πολλά στην ερμηνεία της. Θέλεις κι άλλο από την ασχήμια γιατί το κάνει να δείχνει όμορφο, επιζητάς λίγη ακόμα ανισορροπία γιατί το κάνει τόσο αρμονικά με την εκφραστική της δεινότητα.

Είναι εύφλεκτη και ταράζεται «για το τίποτα». Ναι τι; Φουσκώνει σαν τον ελληνικό στο μπρίκι της. Ναι τι; Ανεβαίνει στο πλοίο της γραμμής Πειραιάς-Ιθάκη, αλλά τη ζαλίζει πολύ και θέλει να κατέβει. Και πάνω στα χάρτινα σακουλάκια που της χαρίζουν για τον εμετό, γράφει ρίμες για την πλάκα της: «Μόνη σου μπορείς. Μόνη. Να μην έχεις ανάγκη κανέναν. Να σταθείς στα πόδια σου. Μα λυγίζω! Δεν πειράζει! Στα τέσσερα. Πέφτω στα τέσσερα». Μια μαγική εικόνα, για όσους φοβούνται τη φθορά. Ναι τι;

Η σκηνοθετική αφαιρετική προσέγγιση της Δήμητρας Δερμιτζάκη δίνει ρυθμό και δημιουργεί χώρο στον μονόλογο, ενώ η σκηνογραφική ιδέα της Θάλειας Μέλισσας είναι κάτι περισσότερο από ιδανική καθώς με τη λιτότητά της, μια μόνο τραμπάλα που εξυπηρετεί λειτουργικά τις σκηνές, αφήνει χώρο σε δεύτερες ερμηνείες, παίζοντας νοηματικά με το κείμενο.

Μ. ην
Α. πελπίζεσαι
Ι. σοπεδώσου
Ρ. ίσκαρε
Ο. λοκληρωτικό
Ύ. πνο
Λ. υτρώσου
Α. υτοκτόνα

Μια σύντομη κουβέντα με την Κίττυ Παϊταζόγλου:

Ποιες οι βασικές προκλήσεις του έργου;

H βασική πρόκληση είναι ότι βρίσκομαι μόνη μου πάνω στη σκηνή. Δεν έχω ξανακάνει μονόλογο, είναι κάτι που παλαιότερα δεν επιθυμούσα καν, και ομολογώ ότι είναι αρκετά τρομακτικό να μην έχεις συμπαίκτες επί σκηνής. Με την έννοια ότι πρέπει να διαχειριστείς μόνος σου όλα τα εκφραστικά σου μέσα, να χτίσεις μόνος σου τη ροή όλου του έργου, με πειθαρχία, κάθε μέρα, αλλά και να αφεθείς στο τυχαίο και το ζωντανό που μπορεί να δημιουργήσει η σχέση σου με το κοινό.

Άλλη πρόκληση είναι ότι πρόκειται για ένα κείμενο που ισορροπεί στην κόψη, έχει ένα μόνιμο κλαυσίγελο. Μπορεί να πέσεις ανά πάσα στιγμή στη μία κατεύθυνση ή στην άλλη, της αμιγούς κωμωδίας ή του δράματος, κι αυτό να αλλάξει τελείως το ύφος της παράστασης. Το σημαντικό είναι η ισορροπία. Κι η ισορροπία, όπως μου έχει πει μια αγαπημένη μου φίλη χορεύτρια, δεν είναι μια κατάσταση, είναι κάτι που χάνεις και ξαναβρίσκεις.

Πιστεύεις ότι ταυτίζεται ο σύγχρονος Έλληνας και Ελληνίδα με το έργο; 

Το ιδανικό θα ήταν να συνομιλεί οποιοσδήποτε άνθρωπος οποιασδήποτε γενιάς και καταγωγής με το έργο. Φυσικά, όμως, όπως λέτε, το κείμενο αυτό έχει κάτι γνήσια ελληνικό. Από την ίδια τη γλώσσα, που έχει κάτι επείγον, είναι σαν να βρίσκεται σε μια κατάσταση ανάγκης ο τρόπος που έχουν τοποθετηθεί οι λέξεις η μια δίπλα στην άλλη, σαν η ηρωίδα- μιλώντας- να ψάχνει συνεχώς μια έξοδο κινδύνου. Μέχρι το «μπούχτισμα» για το οποίο μιλά το έργο, την αδυναμία μας να πετάξουμε πέρα από όλα αυτά που μας πνίγουν και μας συνθλίβουν. Την επιθυμία μας για κάτι μεγαλύτερο και το γκρεμοτσάκισμα. Κάτι πολύ ελληνικό, σύγχρονα αλλά και διαχρονικά θα έλεγα, ελληνικό.

Ποιες είναι οι αγαπημένες ατάκες σου από το κείμενο;

Μιλώντας κάποια στιγμή για τον έρωτα, λέει:

«Tότε, Έρωτας με κεφαλαίο, γύριζα τον έψιλον ανάποδα και ήταν τρίαινα του Ποσειδώνα. Τώρα τον γράφω με μικρό, με μικρό, γυρίζω το έψιλον ανάποδα, και είναι κώλος

Info παράστασης

Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. | 8 Νοεμβρίου – 28 Δεκεμβρίου 2021 | Θέατρο Ζίνα