Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Ο Μασάδο ντε Ασίς υπήρξε η σημαντικότερη μορφή της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας, το απόλυτο σημείο αναφοράς για κάθε Βραζιλιάνο πεζογράφο, ποιητή και θεατρικό συγγραφέα του 20ού αιώνα, έχοντας κατακτήσει μια θέση ανάλογη με αυτή του Πούσκιν στη Ρωσία και του Σαίξπηρ στη Βρετανία. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς τη σημασία αυτού που είπε ο μοντερνιστής συγγραφέας Λόπες Βερίσιμο στην Κλαρίσε Λισπέκτορ για τη συλλογή διηγημάτων της Οικογενειακοί Δεσμοί το 1960, δηλαδή ότι είναι τα καλύτερα διηγήματα που έχουν εκδοθεί στη χώρα από την εποχή του Μασάδο ντε Ασίς.

Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε στην Ουκρανία από εβραϊκής καταγωγής γονείς, οι οποίοι μετανάστευσαν στη Βραζιλία για να ξεφύγουν από τα χαοτικά γεγονότα που ακολούθησαν τον Ρωσικό εμφύλιο όταν η μικρή Κλαρίσε ήταν μόλις δύο ετών. Αργότερα, παντρεύτηκε έναν Βραζιλιάνο διπλωμάτη με συνέπεια να ζήσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια στο εξωτερικό, στην Ευρώπη, (κυρίως την Ιταλία) και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου ήρθε σε επαφή με αβάν γκαρντ λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής, και ιδιαίτερα με διαφορετικές εκφάνσεις του μοντερνισμού, του οποίου υπήρξε ίσως η κορυφαία εκπρόσωπος όχι μόνο στη Βραζιλία αλλά για πολλούς στην πορτογαλική γλώσσα.

Τα διηγήματα που συνθέτουν τη συλλογή Οικογενειακοί Δεσμοί συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα της και αποτελούν μία εξαιρετική εισαγωγή στο ύφος της. Ο επίδοξος αναγνώστης πρέπει βεβαίως να έχει υπ’ όψιν του ότι πρόκειται για μια απαιτητική, δύσκολη και δυσπρόσιτη γραφή και να οπλιστεί με υπομονή. Το ύφος της βασίζεται στη συνειδησιακή ροή με δυσνόητους, συχνά αλλόκοτους συνειρμούς που εκφράζουν τον ψυχισμό των κεντρικών χαρακτήρων, κατά βάση γυναικών. Η εσωτερικότητα, ο εσωτερικός μονόλογος και η σχεδόν πλήρης απουσία της πλοκής είναι βασικά χαρακτηριστικά του μοντερνισμού. Αυτό που κάνει τη Λισπέκτορ να διαφέρει όμως είναι ο τρόπος που προσεγγίζει αυτή την εσωτερικότητα, και δεν αναφέρομαι απλά στους δυσπρόσιτους συνειρμούς αλλά κυρίως στη συχνή αναίρεση κάθε φαινομενικής συνειδητοποίησης του κεντρικού χαρακτήρα. Αλλά ας προσπαθήσω να γίνω πιο σαφής αφού είναι εκ των πραγμάτων εύκολο να χαθεί κανείς στην ασάφεια, όταν προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τέτοιου είδους κείμενα.

Ήδη από την επανάσταση που έφερε ο Τσέχοφ, ο οποίος ουσιαστικά εγκαινίασε το σύγχρονο διήγημα, κυριαρχεί αυτό που συχνά αποκαλείται epiphany, δηλαδή ένα είδος επιφοίτησης, μια στιγμή κρίσης στην οποία ο πρωταγωνιστής οδηγείται σε μία συνειδητοποίηση που έως τότε του διέφευγε. Δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι αυτό οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα, σε μια κάθαρση, σε έναν βολικό επίλογο. Συνήθως αυτή η συνειδητοποίηση αποτελεί από μόνη της ένα νέο δίλημμα που προκαλεί τις δικές του ερωτήσεις. Σε κάθε περίπτωση όμως ο πρωταγωνιστής έχει αποκτήσει μια νέα οπτική γωνία, μια φρέσκια ματιά, έστω και φευγαλέα.

Στην περίπτωση της Λισπέκτορ αυτή η συνειδητοποίηση είναι πιο αμφιλεγόμενη και συχνά αυτοαναιρείται. Ο αναγνώστης θεωρεί πως έχει εντοπίσει την κρίσιμη καμπή και την επιφοίτηση που νιώθει ο εκάστοτε πρωταγωνιστής, (ή μάλλον πρωταγωνίστρια) για να διαπιστώσει έκπληκτος πως σύντομα, συχνά στην ίδια πρόταση, έχει ήδη ξεκινήσει η αποδόμησή της. Στο διήγημα «Αγάπη» παραδείγματος χάριν, η Άννα σοκάρεται από την εικόνα ενός τυφλού που μασάει τσίχλα στο τραμ. Στην ακόλουθη βόλτα της στον Βοτανικό κήπο, το φευγαλέο οπτικό ερέθισμα του τυφλού την έχει οδηγήσει στην αντίληψη σχετικά με το πού ανήκει σε αυτόν τον κόσμο, ενώ παράλληλα  έχει οξύνει τις αισθήσεις της και προσλαμβάνει διαφορετικά το περιβάλλον και τη σχέση της με αυτό. Αλλά ήδη, κάθε συνειδητοποίηση έχει μεταμορφωθεί σε κάτι νέο, με την αλληλουχία να μην ακολουθεί αναγνωρίσιμους κανόνες. Είναι λες και η Λισπέκτορ διστάζει να αποδεχθεί έστω και αυτή τη φευγαλέα συνειδητοποίηση μιας αλήθειας, λες και η αλήθεια είναι εξ’ ορισμού σχετική και προσωρινή, ανήμπορη να αποδοθεί σε απόλυτες τιμές, ανήμπορη να εκφράσει οικουμενικές αξίες σε έναν υπερβολικά πολύπλοκο και αντιφατικό κόσμο. Αυτή η αυτοαναίρεση σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως δυσνόητη συνειδησιακή ροή με τους απρόβλεπτους συνειρμούς οδηγεί σε μια συχνά παραληρηματική αίσθηση, στην οποία οι λέξεις αλλάζουν νόημα. «Κι αν είχε διασχίσει την αγάπη και την κόλασή της, τώρα χτενιζόταν μπροστά στον καθρέφτη για μια στιγμή χωρίς κανέναν κόσμο στην καρδιά» γράφει η Λισπέκτορ για την Άννα στην «Αγάπη». Εν τέλει ότι έντονο βίωσε η Άννα, ότι κι αν συνειδητοποίησε προσωρινά, χάθηκε μέχρι το τέλος της ημέρας, αποκολλήθηκε από τον κόσμο της σαν να μην είχε βρεθεί ποτέ εκεί.

Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι τα διηγήματα στη συλλογή είναι εντελώς χαοτικά, ότι δηλαδή δεν υπάρχει σχέδιο πέρα από την αποτύπωση της ψυχοσύνθεσης και του υποσυνειδήτου των χαρακτήρων. Μια πιο προσεκτική παρατήρηση θα αποκαλύψει ότι υπάρχει μία κοινή συνισταμένη που εν μέρει εξηγεί τι θέλει να αναδείξει η Λισπέκτορ. Οι γυναίκες στα διηγήματα μπορεί μεν να νιώθουν μοναξιά ή μάλλον κάποιας μορφής αποξένωση, αλλά δεν είναι μόνες τους. Είναι συνήθως μητέρες παιδιών, σύζυγοι αντρών, κόρες γονιών, εν ολίγοις είναι πλήρως ενταγμένες στη δομή της οικογένειας, και με δεδομένο ότι η οικογένεια αποτελεί τον πυρήνα της κοινωνίας, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Βραζιλία, οι γυναίκες αυτές κατά προέκταση είναι πλήρως ενταγμένες σε ένα σύστημα αξιών. Όμως οι στιγμές αυτές κρίσης που βιώνουν εντείνουν την αίσθηση αποξένωσης, το ότι το εγώ τους αποκόπτεται από τα πρόσωπα που υποτίθεται ότι συνθέτουν και νοηματοδοτούν τον κόσμο τους, ακόμα και τα παιδιά τους ή τους γονείς τους. Έτσι, είναι αναπόφευκτο να αναδυθεί μια φεμινιστική οπτική καθώς η Λισπέκτορ οδηγεί τις πρωταγωνίστριές της να αμφισβητήσουν τη στερεή δομή των οικογενειακών δεσμών στους οποίους ανήκουν, να τολμήσουν να διανοηθούν το απόλυτο ταμπού: να αμφιβάλλουν για το αν ανήκουν στα παιδιά τους, ή τους συζύγους τους, ή και για το κατά πόσο αποτελούν περήφανες συνέχειες των μητέρων τους. Στο ομώνυμο διήγημα, η Καταρίνα συνοδεύει τη μητέρα της στον σιδηροδρομικό σταθμό μετά από μια επίσκεψή της για να συνειδητοποιήσει ότι δεν την αγαπάει. Ακόμα και στο πολύ σύντομο, σχεδόν σαν παραβολή διήγημα, την «Κότα», του οποίου πρωταγωνιστής είναι μια κότα που το σκάει από την κουζίνα μιας οικογένειας λίγο πριν την μαγειρέψουν, η Λισπέκτορ δεν έχει τυχαία επιλέξει το πουλερικό να είναι θηλυκό. Μόλις τελικά καταφέρνουν να ξαναπιάσουν την κότα και να την φέρουν πίσω στην κουζίνα, από την όλη έξαψη εκείνη γεννάει ένα αυγό. Τα παιδιά επιμένουν ότι πια δεν γίνεται να φάνε την κότα. Γιατί όμως; Ίσως επειδή η κότα από την στιγμή που γεννάει αυγό επιτελεί τον ιερό σκοπό της και πλέον δεν είναι αναλώσιμη. Έτσι και η γυναίκα, η οποία βρίσκεται σε μια συμβολική σκλαβιά και αυτό που την καθιστά αναντικατάστατη είναι η δυνατότητά της να γεννήσει παιδιά.

Τα διηγήματα της Κλαρίσε Λισπέκτορ χαρακτηρίζονται από την πιο σημαντική αξία που μπορεί να έχει ένα σύγχρονο διήγημα: να διατηρεί μια αινιγματικότητα, μια αμφισημία που προσκαλεί επανειλημμένες προσεκτικές αναγνώσεις. Μπορεί σε ορισμένα σημεία η Λισπέκτορ να οδηγεί ακόμα και τον πιο υπομονετικό αναγνώστη στα όριά του, αλλά όπως ένας σπουδαίος πίνακας που αρχικά φαντάζει υπερβολικά αφηρημένος, τελικά αποδεικνύεται ο ιδανικός παραμορφωτικός φακός για να αναγκάσει τον θεατή να δει γωνίες που δεν είχε φανταστεί, γωνίες φορτισμένες με διαφορετικό νόημα για τον κάθε ένα.

«Οικογενειακοί Δεσμοί» της Κλαρίσε Λισπέκτορ, από τις εκδόσεις Αντίποδες